Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ο Τζουζέπε Ρεάλτο σώζει ένα κομμάτι φεγγαριού

 
Θέατρο της Μαρτυρίας
Κάτω από τον ουρανό της
Μπρέσια

(Εσωτερικό σοφίτας κάπου στην Μπρέσια. Θα μου πείτε γιατί ο άτυχος πιερότος της ιστορίας μας, να ζει σε μια μελαγχολική, σε μια τέτοια ιταλική πολιτεία. Ωστόσο, πρέπει κανείς να συλλογιστεί πως πόλεις σαν αυτήν, κατακτώνται χιλιάδες φορές μες στην σύντομη ιστορία του κόσμου και έτσι μετρούν αναρίθμητες πληγές. Ταιριάζουν σε κάθε ύφος και βιογραφία έτσι όπως καταστρέφονται και πάλι αναγεννιούνται. Ο πιερότος, ονόματι Τζουζέπε κατοικεί την μικρή σοφίτα του, ικανοποιημένος με όσα ο πενιχρός μισθός του επιτρέπει να ονειρεύεται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ο Τζουζέπε Ρεάλτο σώζει ένα κομμάτι φεγγαριού»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Σόλων Λέκκας

Όλοσωμη
Πάνω στο φως
Και Μαύρη ως θανάτου

Μια αγκαλιά λουλούδια
Στην μύτη του βράχου
Σόλων Λέκκας

Πού κοιμάται η φλόγα των λαών; Ποια είναι εκείνη η αόρατη, η άσβηστη η παρουσία που γίνεται εστία και άξονας ψυχικός; Πίσω από τις διακοσμήσεις της ιστορίας και του καιρού τις παλίρροιες, έξω από το κύλισμα το συντριπτικό του καιρού που αθροίζεται και αθροίζεται υπάρχει η ασώματη, η νοερή ψυχή του τόπου και των ανθρώπων του. Εκείνων που εκ του φυσικού, ιχνηλατούν την ψυχή σε όλη της την γύμνια, ντυμένης μοναχά με τα ρετάλια του ουρανού και με το πνεύμα της φυλής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Σόλων Λέκκας»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: La muse Imaginaire

Πράξη θεατρική
Επί το πολύ,
Το μέγα, ελληνικό
Υπόγειο
Της
ιστορίας

Εσωτερικό υπογείου με δείγματα παλιού, αδιάσειστου χρόνου. Κάτι σκιές, κάτι πνεύματα θεατρικά περνούν και χάνονται. Οι κυρίες, -το φύλλο τους το μαρτυρούν οι σκιές που κρατούν πάντα τα γυναικεία χαρακτηριστικά – φορούν φθαρμένα, φολκλορικά φουστάνια με θυσάνους και κουδουνάκια στα στριφώματα. Οι άνδρες, ω αυτοί αποτελούν μια άλλη ιστορία. Πάει να πει πως περνούν λιγομίλητοι από τα χίλια και ένα δωμάτια εκείνου του υπογείου που σε όλη την διάρκεια της παράστασης κρατεί την ταυτότητά του αμφισβητήσιμη. Περνούν από όλα τα δωμάτια, στέκουν στην κουζίνα με διαλυμένα κορμιά, αιώνες φυσούν και τους πνίγουν. Εκείνους που άλλοτε για χάρη τους παραληρούσαν τα πλήθη της ιστορίας. Οι σκοποί παίρνουν στάση προσοχής και κάνουν βουβά παρουσιάστε. Πρόκειται για τα υπόγεια του προεδρικού μεγάρου που γράφει αδιάκοπα την ιστορία του, αλλάζοντας ενοίκους και λευκά πουκάμισα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: La muse Imaginaire»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τα κορίτσια έρωτες

Να πέφτεις δροσιά
Στα χέρια μου,
Να κλαις
Σαν άνθρωπος

Θα ήθελε να της μοιάζει, όμως εκείνη είναι αδύναμη και ζει φοβισμένη.

Η Κάρμεν θα είχε σκοτώσει τους εραστές της, θα ΄χε τελειώσει αυτόν τον παραλογισμό Μπεά.

Όχι, εκείνη δεν μπορεί, ξυπνά με τον παραμικρό θόρυβο. Και ώσπου να επιστρέψει ο νεαρός του ορόφου, ο νους της πηγαίνει στο κακό όταν ακούει βήματα στις σκάλες. Τότε σφίγγει με τα χέρια της τα χέρια της Κάρμεν, τότε προσεύχεται όπως της έμαθαν να κάνει μικρή. Σφαλίζει τα μάτια της, τα μέλη της μαργώνουν, η καρδιά της θα σπάσει σε χίλια κομμάτια. Το ραδιόφωνο στέλνει τις μεταμεσονύχτιες αφιερώσεις. Τι πρόστυχο  παιχνίδι παίζεται εκεί έξω.  Έχει καταπιεί την ανάσα της, κουλουριασμένη πίσω από την πόρτα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τα κορίτσια έρωτες»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Οι μύγες της Αγοράς

Αγάλματα νυκτός
«Αλδεβαράν»
Π. Μάτεσις

Φάρσα βασισμένη
Στης ζωής τις βεβαιότητες
Και
τις σιλουέτες τις αιθέριες
Όταν περνούν
Και
Όταν χάνονται

[Γραφείο τελετών σε μια από τις πανομοιότυπες γειτονιές των Αθηνών. Καλλιθέα, Παγκράτι, Πετράλωνα, Νεάπολη, Άγιος Παύλος, Κολωνός, τόποι που γεννήθηκε, σφυρηλατήθηκε, άκμασε και τελικά κατέληξε, σαν όλα τα πράγματα η περίφημη, νεοελληνική εποποιία. Το μαγαζί βρίσκεται στην απάνω γωνιά της πλατείας. Διαθέτει μερικές κατεστραμμένες γλάστρες, άγνωστων φυτών που τώρα γέρνουν και επιστρέφουν στο χώμα που τις ανάθρεψε. Η βιτρίνα του αναγράφει με ωραίους και πένθιμους, καλλιγραφικούς χαρακτήρες την λέξη Τελεταί. Μα τι ωραία που εκτείνονται οι χαρακτήρες στην τζαμαρία του μαγαζιού, τι πράγματα που θα μπορούσε να σημαίνει αυτή η λέξη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Οι μύγες της Αγοράς»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μελαχρινή μου Ατροπίνη

Η καλύτερη κραυγή μου
Ήσουν εσύ

H Παραγγελιά μου
Ή
Μελαχρινή μου Ατροπίνη

Άνοιξαν και μπήκαν στο μαγαζί. Είχε σκοτεινιά και από παντού μύριζε βαθιά υγρασία. Είχαν στοιβάξει τα τραπέζια σε μια άκρη. Και η πίστα παρέμενε υπερυψωμένη, ένα belvedere στην καρδιά της Κυψέλης. Πάνω μια σειρά λαμπιόνια και ατέλειωτα χιλιόμετρα καλώδια. Στο κέντρο της πίστας είχαν αφήσει κάτι κούτες, πρόχειρα κλεισμένες. Ζήτησαν κάποιον να τις πάρει μα δεν ήξεραν ποια εποχή αφορούσαν και αν τάχα κάτι σήμαιναν βαθύτερο. Κάποιος από το πλήθος, είπε, θα μας τσακίσει τόση νοσταλγία όμως κανείς δεν άκουσε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μελαχρινή μου Ατροπίνη»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: «Δίκαιο Πτωχευτικό»

Πειθόμενοι τοις νόμοις

Φάρσα με αβέβαιο τέλος
και
μυρωδιά βροχής
και
ουρανός
και
σύννεφα

Η σκηνογραφία συνιστά μια αναπαράσταση της αίθουσας πτωχεύσεων. Στην σκηνή στέκουν μαζεμένοι σε μικρές παρέες κοστουμαρισμένοι κύριοι με κατάμαυρα γυαλιά ηλίου και κατάμαυρες προσωπίδες και κατάμαυρα φίλτρα νέον που όλα τα κάνουν παλιά να μοιάζουν μαζί και νέα. Μιλούν, χειρονομούν, κάθε τόσο κάποιοι από αυτούς φεύγουν γρήγορα από την σκηνή, με την πρόφαση κάποιας συνεδρίασης. Στις άκρες στην σκηνής δουλεύουν με τον χαρακτηριστικό βόμβο κάτι παλιοί ανεμιστήρες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: «Δίκαιο Πτωχευτικό»»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Canvas

Δυο ιστορίες για τους Ζωγράφους που φορούν
Πρόσωπα ιερατικά

Ι.

Amboise
Μια ιστορία
Από τις ύστερες μέρες

Οι φίλοι του μοιάζουν ανήσυχοι. Αυτοί οι πιστοί του φίλοι που τόσο κοντά του στάθηκαν χρόνια και χρόνια. Μοναχά αυτοί. Η αγωνία τους έχει κυριεύσει, ωστόσο σαν από προαίσθημα και πεπρωμένο που εύκολα γίνεται αντιληπτό, γνώριζαν από καιρό πως λίγα θα μπορούσαν να κάνουν σαν σήμαινε η ώρα. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, δίχως καμιά προφύλαξη ο καλός τους φίλος εργαζόταν ακούραστος, κάτω από κάθε καιρό. Οι κοντινοί του άνθρωποι πικραίνονται σαν τον θυμούνται να δουλεύει ως αργά το απόγευμα, οι καρδιές τους σκίζονται σαν λένε, «είπαν πως είναι βαριά άρρωστος και πως έφθασε ο καιρός του.» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Canvas»