Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τι ώρα να΄ναι εκεί;

[…ο έρωτας των ηρώων
Δεν προπαγανδίζει,
Μεταμορφώνεται σ΄αίνιγμα
Δεν περιγράφεται…]

Τι ώρα να΄ναι στην χώρα των μεγάλων ηρώων; Και αν έχει εποχές και αν οι χειμώνες κρατούν μια ζωή ή αν είναι ζωσμένοι με καλοκαίρια πικρά και δύσκολα, κανείς δεν το ξέρει. Συγκρατούμε τα ονόματά τους, ζούμε τις ζωές τους, πεθαίνουμε μαζί τους και τους κατατάσσουμε μες στο ατομικό, αξιακό μας σύστημα. Έπειτα τους κλείνουμε σε τάφους θολωτούς εντός μας και για καιρό τους λησμονούμε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τι ώρα να΄ναι εκεί;»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Σόλων Λέκκας

Όλοσωμη
Πάνω στο φως
Και Μαύρη ως θανάτου

Μια αγκαλιά λουλούδια
Στην μύτη του βράχου
Σόλων Λέκκας

Πού κοιμάται η φλόγα των λαών; Ποια είναι εκείνη η αόρατη, η άσβηστη η παρουσία που γίνεται εστία και άξονας ψυχικός; Πίσω από τις διακοσμήσεις της ιστορίας και του καιρού τις παλίρροιες, έξω από το κύλισμα το συντριπτικό του καιρού που αθροίζεται και αθροίζεται υπάρχει η ασώματη, η νοερή ψυχή του τόπου και των ανθρώπων του. Εκείνων που εκ του φυσικού, ιχνηλατούν την ψυχή σε όλη της την γύμνια, ντυμένης μοναχά με τα ρετάλια του ουρανού και με το πνεύμα της φυλής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Σόλων Λέκκας»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Η Μαύρη τρύπα του συστήματος

Τα γραφεία του Ομίλου ΚΟΛ στεγάζονταν σε ένα αρχιτεκτονικό ανοσιούργημα στην Βαρυμπόμπη, ευθυγραμμισμένο στα γούστα του Παράγοντα που κινούσε τα νήματα της πολιτικής, ποδοσφαιρικής και πολιτισμικής ζωής της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Σταφίδας.

Το εργασιακό προσωπικό ήταν ιεραρχικά κατανεμημένο στους δεκαπέντε ορόφους του κτηρίου. Στην κορυφή στεγάζονταν οι υπάλληλοι της ναυτιλιακής εταιρίας, στη μέση η δημοσιογράφοι, στο ισόγειο οι απασχολούμενοι στο catering. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Η Μαύρη τρύπα του συστήματος»

Τζέημς Τζόυς, Επικίνδυνη γραφή

Σκέψεις για τη ζωή, την τέχνη, τη λογοτεχνίαμετάφραση Αννα Παπασταύρουαπό τις εκδόσεις Πατάκη

«Οφείλουμε ακόμα να μάθουμε πώς να είμαστε σύγχρονοι του Τζόυς». Με αυτή τη φράση ξεκινάει ο Ρίτσαρντ Έλλμαν τη βιογραφία του Τζέημς Τζόυς (1882-1941], δεκαοχτώ χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα του Οδυσσέα και της Αγρύπνιας των Φίννεγκαν.
Στην Επικίνδυνη γραφή ο Φεντερίκο Σαμπατίνι, καθηγητής σύγχρονης λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, συγκεντρώνει αποσπάσματα από τα μυθιστορήματα, τα δοκίμια, τις επιστολές και αυτοβιογραφικά κείμενα του Τζόυς, ξεδιπλώνοντας το πανόραμα της σκέψης του.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τζέημς Τζόυς, Επικίνδυνη γραφή»

Μαρία Πανούτσου, Συναντήσεις

Ο Bede γράφων..(British Library, Yates Thompson MS 26, f. 2r)

Οι Πρόδρομοι του Ριχάρδου III
Οι σύγχρονες βάσεις για το το θέατρο του μέλλοντος

Η Εκκλησιαστική ιστορία του Άγγλου μοναχού Bede – άγιος Bede, παραμένει το μόνο έργο δια του οποίου γίνεται γνωστός ο αρχικός Αγγλοσαξονικό Μεσαίων. Ο Bede είναι μια μεγάλη μορφή των γραμμάτων στην Αγγλοσαξονική περίοδο, άξια να ερμηνευθεί και να μελετηθεί από μόνης της. Η κατάκτηση της νήσου από τους Νορμανδούς είχε σαν αποτέλεσμα να ομιλούν την Γαλλική ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων. Οι μαρτυρίες λένε ότι οι μορφωμένοι Άγγλοι μιλούσαν την λατινική.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Συναντήσεις»

Γιώργος Κεντρωτής, Η φαύλη τέχνη της μετάφρασης

Κοζάνη: Ομιλία στο Γ’ Συμπόσιο Λογοτεχνίας (23 έως 25 Νοεμβρίου 2018) που οργάνωσε το τοπικό περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Θα απογοητευθεί όποιος αναμένει να διαβάσει παρακάτω στοιχεία για τη –με τη σημερινή σημασία της λέξης– «φαυλότητα» της μετάφρασης, διότι τίποτε περί φαυλότητος δεν αναφέρεται. Ο σχετικός όρος χρησιμοποιείται εδώ με πλατωνικό χρώμα, παραπέμποντας στον διάλογο Γοργίας, όπου και γίνεται η διάκριση των τεχνών σε «καλές» (που είναι οι –όπως θα λέγαμε σήμερα– μεγάλες) και σε «φαύλες», παναπεί σε «μικρές». Η μετάφραση είναι μια μικρή γλωσσική τέχνη, μια ετερόφωτη τέχνη, που παίρνει φως από το πρωτότυπο και το διαχέει στην επικράτεια της γλώσσας αφίξεως του μεταφράσματος.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Κεντρωτής, Η φαύλη τέχνη της μετάφρασης»

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Τρεις Χάριτες/199 Σκαλοπάτια ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Εύμαρος

Οδοιπορίες και εγκλεισμοί (από το τρεις Χάριτες στον τοίχο)

Προσέχω, όταν πέφτω να κοιμηθώ, να μην σταυρώνω τα πόδια μου. Αν κοιμηθώ με σταυρωμένα πόδια σκοντάφτω και πέφτω στον ύπνο μου. Χαντάκια, περιφράξεις κήπων, μικρές παγίδες που δεν προσέχω βρίσκονται ξαφνικά μπροστά μου, μπερδεύομαι, και βρίσκομαι στο έδαφος χτυπημένη. Ξυπνώ αμέσως και βλέπω ότι δεν έχω σπάσει τίποτα. Από αυτά τα πεσίματα κατάλαβα ότι οδοιπορώ κι εγώ κρυφά.

Ήταν μια γυναίκα στη Ρώμη που ζούσε έγκλειστη χωρίς να βγαίνει ποτέ από το σπίτι της. Αυτό είχε προκαλέσει θαυμασμό στους γύρω της, ώστε κάποτε που πέρασε από εκεί ένας ερημίτης της Αιγύπτου, ο Άγιος Σεραπίων ο Σιδώνιος, ζήτησε να τη δει και τη ρώτησε να μάθει γιατί κάθεται κλεισμένη μέσα. Αυτή του απάντησε: «Δεν κάθομαι, οδοιπορώ».

«Voyages autour de ma chambre»,[1] ένας φυλακισμένος συγγραφέας έγραψε τον 18ο αι. Το διάβασα σ’ ένα μυθιστόρημα, και έμαθα για τον Ξαβιέ ντε Μαιτρ.  Τόσο κυριολεκτικός. Δεν με γοήτευσε, μου έδωσε την ιδέα ωστόσο – όλα είναι δρόμος. Οι φυλακές μου –ένα κείμενο του Σίλβιο Πέλικο του καρμπονάρου (αγαπημένου φίλου του Ανδρέα Κάλβου), που είχαν φυλακίσει οι Αυστριακοί και αποστήθιζε ένα κάντο του Δάντη τηνημέρα– ήταν ο τρόπος να ξεκινήσει ξανά να γράφει. Καλωσορίσατε (στην Κύπρο) «αρχόντοι, τράγοι και μαϊμούδες», τα λόγια του Σεφέρη στο τέλος του ποιήματος Νεόφυτος ο έγκλειστος μιλά. Η πολιτική και ο ψηφιδωτός καημός της ποίησης.

Περίκλειστος κήπος. Από μια εγκαταλειμμένη αγροικία στην οδό Εθνάρχου Μακαρίου

Οι τρεις Χάριτες (Από το τρεις Χάριτες τον τοίχο)
Οι τρείς Χάριτες είναι ένα γκράφιτι με τρεις γυναικείες μορφές, έξω από το ερειπωμένο σπίτι στην οδό Ροδοδάφνης. Τρεις μοίρες, τρεις καλόγνωμες νεράιδες. Εικόνα-σύμβολο. Τρέμω στην ιδέα ότι θα γκρεμιστεί, και δεν θα το βλέπω. Ο τοίχος τους είναι μια πύλη για τη μαγεία, ένα χέρι που σου απλώνει ο τόπος, ένα σημάδι για να αναγνωρίζεις τις ζωές των άλλων.

Από το παράθυρο, σ’ ένα από τα, συνήθως ισόγεια, διπλανά σπιτάκια, από τη δική μας πλευρά του ρέματος, είδα κάποιο βράδυ έναν άνδρα ηλικιωμένο στο κρεβάτι του, με τα πόδια σχεδόν κολλητά στο παράθυρο. Έκανε ζέστη, και είχαν ανοίξει. Αλλιώς δεν θα τον έβλεπα ποτέ τόσον καιρό που περνούσα από εκεί. Ανήμπορος αλλά και άγνωστος εντελώς. Ποτέ δεν τον είχα συναντήσει στη γειτονιά. Ένιωσα ένα σφίξιμο για την αδιακρισία μου, μια ταραχή. Στο διπλανό δωμάτιο, η γυναίκα που τον προσέχει, μιλά στο τηλέφωνο. Σε άλλη γλώσσα. Αισθάνεται ασφαλής από τα αδιάκριτα αυτιά και μιλά δυνατά.

Οι γείτονές μου κι εγώ να ’μαστε όλοι τώρα καρφιτσωμένοι στο χάρτη της βιογραφίας. Αυτήν που δημιουργώ περπατώντας νομίζοντας ότι είμαι έγκλειστη, εκείνος καθηλωμένος στο κρεβάτι του, έγκλειστος των εγκλείστων, κι εκείνη απελευθερώνεται από τα δεσμά της μετανάστευσης βρίσκοντας καταφύγιο στη μητρική της γλώσσα.

Υπάρχουν αρκετοί ξένοι που μένουν εδώ, τους ακούω συχνά όταν περπατώ το απόγευμα. Επιστρέφουν από κάπου. Αναγνωρίζω τον διαφορετικό ρυθμό στη φωνή. Είναι και κάποιοι, γυναίκες συνήθως, που δουλεύουν στην περιοχή. Συνοδεύουν παππούδες, σαν ζευγάρια αγαπημένα κάνουν τις διαδρομές τους. Τους έχουν καθαρούς και περιποιημένους, τους πάνε μαζί στο φαρμακείο για τα φάρμακα. Μια κανονικότητα και μια ανακούφιση για όλους.

Άλλη εικόνα: Βλέπω από μακριά μια ηλικιωμένη γυναίκα σε καροτσάκι, συνοδευόμενη από τις δυο της συνοδούς. Ο περίπατος είναι, φαίνεται, η κοινή τους διασκέδαση. Έξω καρδιά.

Το κυλούν γρήγορα γρήγορα, με λαχτάρα να περπατήσουν, να της κάνουν τη βόλτα της. Μερικές φορές τρέχουν, χοροπηδούν γελώντας. Εκείνη δεν μιλά. Μια φορά τις είδα νύχτα από κοντά. Παρατήρησα τότε πως η γυναίκα με το πετρωμένο πρόσωπο, στο καρότσι, ήταν έντονα βαμμένη. Μαύρη σκιά στα μάτια και κραγιόν – έντονο που θα μπορούσες να το πεις και θλιβερό. Δεν ήταν όμως. Ήταν η προσπάθεια να την περιλάβουν, να την έχουν μαζί τους στη μικρή παρέα, τη μικρή οχούμενη πομπή μιας ταπεινής χαράς στους δρόμους.

Σέφηλντ Στιγμιότυπα (από το 199 σκαλοπάτια)

Έχω αποσυρθεί βυθισμένη στις σελίδες του Μπίλι Κόλινς. Να είναι καλά η αγαπημένη Χρύσα[2], που μου τον έμαθε τότε που είχε μεταφράσει το Γδύνοντας την Έμιλυ Ντίκινσον, και τώρα ταξιδεύω με το βιβλιαράκι αυτό, που αγόρασα το απόγευμα, ξεχνώντας την κούραση της μέρας, τη συσσωρευμένη κούραση των ημερών. Με έχει συνεπάρει αυτή η πεζότητα, καθρεφτίζομαι, έχω την αίσθηση ότι αυτό θα μπορούσα να το είχα γράψει κι εγώ, και μετά διαβάζω να μου λέει, «ξέρω πώς θα νιώσεις/όταν ανακαλύψεις/ότι εγώ το έγραψα αυτό αντί για σένα».

Αύριο είναι το μεγάλο ταξίδι για το Γουίτμπι, 140 περίπου χιλιόμετρα, το περιμένω πώς και πώς. Η ακτή (σύμφωνα με το μυθιστόρημα του Μπραμ Στόκερ) όπου έφτασε το πλοίο που έφερε τον Κόμη Δράκουλα στην Αγγλία· το Αβαείο, οι ιστορίες των ναυτικών και πώς ξελογιάστηκε πρώτα η Λούσυ. Αυτή οδηγήθηκε στον χαμό. Θέλει 199 σκαλιά να ανέβεις τη σκάλα που οδηγεί στο Αβαείο, αλλά εγώ ανέβηκα τα «Σκαλοπάτια του Σκωτζέζου» στο Εδιμβούργου. Θα το κάνω!

Μα τόσο όμορφα πουλιά μέσα στις βρετανικές πόλεις! Έχω αναρτήσει φωτογραφίες στο διαδίκτυο: ένα σπουργίτι έξω από τα Στάρμπακς, όπου ήπιαμε καφέ, κι έναν ερωδιό κάτω από μια γέφυρα. Τόσο επιβλητικός! Και άλλες εικόνες: μια μικρή ιδέα από την Πινακοθήκη Γκρέηβς, δίπλα στη Βιβλιοθήκη και το Αναγνωστήριο της πόλης.

*

©Πόλυ Χατζημανωλάκη
_____________
[1] Η Χρύσα Φραγκιαδάκη είναι μπλόγκερ, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων
[2]Ταξίδια γύρω από το δωμάτιό μου

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Canvas

Δυο ιστορίες για τους Ζωγράφους που φορούν
Πρόσωπα ιερατικά

Ι.

Amboise
Μια ιστορία
Από τις ύστερες μέρες

Οι φίλοι του μοιάζουν ανήσυχοι. Αυτοί οι πιστοί του φίλοι που τόσο κοντά του στάθηκαν χρόνια και χρόνια. Μοναχά αυτοί. Η αγωνία τους έχει κυριεύσει, ωστόσο σαν από προαίσθημα και πεπρωμένο που εύκολα γίνεται αντιληπτό, γνώριζαν από καιρό πως λίγα θα μπορούσαν να κάνουν σαν σήμαινε η ώρα. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, δίχως καμιά προφύλαξη ο καλός τους φίλος εργαζόταν ακούραστος, κάτω από κάθε καιρό. Οι κοντινοί του άνθρωποι πικραίνονται σαν τον θυμούνται να δουλεύει ως αργά το απόγευμα, οι καρδιές τους σκίζονται σαν λένε, «είπαν πως είναι βαριά άρρωστος και πως έφθασε ο καιρός του.» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Canvas»