Μαρία Πανούτσου, Τριλογία

Το Ελλιπές

α
ο ήλιος καίει τις ρίζες
μακριά η ημερομηνία 401 π.χ
ο άνθρωπος γεννήθηκε με δυο πουλιά
ξερίζωσε το ένα
ελεύθερος αναζήτησε τα’ άλλα πουλιά
αυτά που πέταγαν αγαπούσε πιο πολύ
με χειρονομίες με πήρε ένα απ’ αυτά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πανούτσου, Τριλογία»

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, ανένδοτη η μνήμη μ’ ανασκάπτει

Ρεφρέν σε σκούρο μελάνι

Τις νύχτες τα παιδιά μου
νυχτώνουν όπου πιο πολύ φαντάστηκαν.

Αέρας τους φέρνει τα σκυλιά
αέρας τη φωτιά
αέρας και τα πένθη.

Με κάρβουνο
παγιδευμένες τάφρους ζωγραφίζουν Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Α. Δημητριάδης, ανένδοτη η μνήμη μ’ ανασκάπτει»

Ασημίνα Λαμπράκου, Ο Βοϊδομάτης

«Αγάπη  μου! Τον βάτραχο θα τον βάλουμε στο ψυγείο.»

Κάθε πρώτο βράδυ της διαμονής μας σε ξένο τόπο, τακτοποιούμε τους άγνωστούς μας θορύβους εκτείνοντας τους στην πηγή που τους παράγει. Ένας τρόπος να μη φοβόμαστε.

Εκείνο όμως το βράδυ, στο δωμάτιο, ένας θόρυβος, σαν κρώξιμο βατράχου σε δυο  νότες, κρα – κράι ή κρα – κράου, επαναλαμβανόταν κόβοντας την ησυχία σε κανονικά δίωρα και μας τρόμαζε. Ο μόνος που δεν είχαμε τοποθετήσει.

«Αγάπη  μου! Τον βάτραχο θα τον βάλουμε στο ψυγείο.», είπα. Τότε, εκείνη άρχισε να γελάει. Γελούσε με ό,τι είχε. Πάντα γελούσε με ό,τι είχε· ακόμη και τα δόντια της. Και το γέλιο της, έτσι χαρισμένο, με σήκωνε, εμένα τον άντρα της, στους ουρανούς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Ο Βοϊδομάτης»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Νήσοι Φερόες

photo ©Jonathan Nackstrand/AFP/Getty Image – travelandleisure.com (adjusted by Staxtes2003.com)

Λατρεμένη μου Νούρια…

Οι Νήσοι Φερόες που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει «Νησιά των Προβάτων» είναι ένα σύμπλεγμα 18 Νησιών. Πρόκειται για μια χώρα με περιορισμένη αυτονομία που διοικητικά υπάγεται στο βασίλειο της Δανίας. Πρωτεύουσα είναι το Τόρσαβιν στο οποίο διαμένω. Το σπίτι μου, μια μονοκατοικία από πτυχωτό ξύλο βρίσκεται στα περίχωρα κατά μήκος της ακτογραμμής Foroyskir.

Με το που αποβιβάστηκα έπιασα αμέσως δωμάτιο σε ένα φτηνό ξενοδοχείο του ιστορικού κέντρου. Το ίδιο βράδυ στην τοπική παμπ γνώρισα τον Thomas. Εργολάβο κηδειών και αριστερό αναπληρωματικό μπακ της εθνικής ομάδας. Ύστερα από δική του παραίνεση δοκίμασα την τοπική μπύρα (Føroya Bjór) την οποία βρήκα εξαιρετική. Ο Thomas γιόρταζε την επιτυχία της ομάδας του απέναντι στην αντίστοιχη ελληνική η οποία είχε στεφθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης το 2004. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Νήσοι Φερόες»

Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, Ήταν τότε που είπες

της Β.

Ήταν τότε που είπες:

– Πάμε;

– Πού

– Εκεί που δεν θα ξαναπάμε.

Και φύγαμε. Οδηγούσες εσύ κι εγώ έκρυβα τον χάρτη για να μη φτάσουμε ποτέ.

Περνώντας από τη λιμνοθάλασσα, θυμήθηκα μια μακρινή αποικία, όπου ήθελα να πάω.

Εκεί οι άνθρωποι δεν μιλούν, μόνο χαμογελούν κι αγαπούν.

Φτάνοντας στις πηγές του ποταμού, έψαχνα να βρω το πορθμείο και τον βαρκάρη.

Ένα πλατανόφυλλο πέρασε με το νερό και νόμισα, για μια στιγμή, πως μου χαμογέλασε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, Ήταν τότε που είπες»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Red

νάβει ένα μοναδικό φως. Κάποιος μιλά, το φως φθάνει ως τον γκρεμό του λαιμού του. Το σώμα  του , το δικό του σώμα, διαγράφεται καθαρά, όμως από το πρόσωπό του δεν έχουμε παρά την φωνή.  Λέει τα παρακάτω λόγια και έπειτα επιστρέφει στο σκοτάδι, παραχωρώντας την θέση του στον δεύτερο ρόλο αυτού του έργου. Με το ίδιο ξαφνικό φως όλα ξυπνούν. Διαβάζει από μια εφημερίδα. Ακούγονται συρμάτινες φωνές που μπλέκουν και γίνονται παρανάλωμα στα ηχεία.)

Εξομολόγηση του νεαρού Κ. ο οποίος αποδέχθηκε ενώπιον του εισαγγελέα της έδρας την πλήρη και ολοκληρωτική του ενοχή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Red»

Δημήτρης Σούκουλης, Ανώνυμα σώματα

Χάθηκα στα σώματα.
Τα κορμιά μού άνοιγαν δρόμους
σε ξέφωτα άσπαρτα,
σε πηγές με κρυστάλλινα νερά.
Στεκόμουν από την κάψα κι έπινα.

Απλώνονταν στα μάτια μου εκτάσεις
τα πόδια, τα μπράτσα τους, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Σούκουλης, Ανώνυμα σώματα»

Ντέμης Κωνσταντινίδης, πέντε ποιήματα

Βλάσφημες λέξεις

O Θεός είν’ ένας άγνωστος
γέρο καουμπόης
μέσα σε μπαρ.
Την ώρα που πίνεις το ποτό σου
εμφανίζεται από το πουθενά
σε ρωτά με τ’ όνομά σου
πώς τα περνάς
σαν παλιός καλός γνώριμος Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ντέμης Κωνσταντινίδης, πέντε ποιήματα»