Διώνη Δημητριάδου, Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ Εκδόσεις

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ ΠΕΡΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

Σούρουπο ήταν σαν μπήκε ο Λύκος στην πόλη. Λίγο φοβισμένος σιγοπατούσε κι όλο κοίταζε γύρω του. Ανθρώπων καταλύματα είναι αυτά, σκεφτόταν. Τα γκρίζα μάτια του δεν είχαν ξαναδεί τίποτα τόσο άγριο.
Εδώ λοιπόν είναι ο τόπος
είπε σχεδόν ψιθυριστά
να μην ακούσει ούτε ο ίδιος τη φωνή του.

ΣΥΣΚΟΤΙΣΗ

Πώς να χωθείς έτσι ακυβέρνητος
στο δάσος των ανθρώπων
το νήμα πώς να πιάσεις;
Η Αριάδνη μια προδοσία ολοφάνερη Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διώνη Δημητριάδου, Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Ειρήνη Μπόμπολη, Με την αφή

Ειρήνη Μπόμπολη, Με την αφή, εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Η κρίση του βιβλίου από τον συγγραφέα Δημήτρη Βαρβαρήγο:

Διαβάζοντας την ποίηση της Ειρήνης Μπόμπολη έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι μπροστά στην ενεργό δύναμη της τραγικότητας των ανθρώπινων αισθήσεων και καταστάσεων θέτοντας σε κίνηση τη διαδικασία του νου να πραγματοποιεί την υπέρβαση μέσα από τον ανθρώπινο λόγο.
Με την αφή, ο τίτλος του νέου βιβλίου της. Μια συλλογή με 39 ποιημάτων, που καταφέρνουν να επεκτείνονται με συναισθηματική δεινότητα στην ανίχνευση οντολογικών-συναισθηματικών προβλημάτων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Μπόμπολη, Με την αφή»

Μαίρη Κατσανίδου, Το κόκκινο κρασί

Κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα από την ίδια, ότι δεν μπορεί να κοιμάται τα βράδια δίχως το ποτήρι της, που είναι γεμάτο με  κόκκινο κρασί. Ναι το κρασί, το κόκκινο αυτό κρασί. Πάντα ξεχώριζε από τις άλλες που την περιτριγύριζαν κάνοντάς την πότε να αισθάνεται ασήμαντη και πότε υπεροπτική και απλησίαστη. Κρατά σφικτά το ποτήρι της. Ναι, το ποτήρι αυτό με το κόκκινο κατακόκκινο κρασί, ένα ποτήρι κρασί που την συντροφεύει κάθε μα κάθε βράδυ.

Αυτό το ποτήρι με το κόκκινο κρασί είναι η μόνη συντροφιά της. Του μιλά με τρυφερότητα, πάντα ήταν τρυφερή με όποιον βρίσκονταν  κοντά της, μα τώρα, τα τελευταία χρόνια έχει συντροφιά της  μόνο ένα ποτήρι κρασί, αυτό το υπέροχο κόκκινο κρασί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαίρη Κατσανίδου, Το κόκκινο κρασί»

Στέλλα Τενεκετζή, Λάθος [2]

Διαβάστε το 1ο μέρος »

Από τη στιγμή που γύρισαν από το νοσοκομείο, ο Μάρκος κλείδωσε. Τηλέφωνο υπολογιστής κομμένα και τα απογεύματα, εκείνος επιστρέφει, εκείνη στη θέση της. Στην αρχή την παρακαλούσε, ζητούσε συγνώμες, έκλεγε. Τώρα όχι. Τη ντουλάπα της βέβαια δεν την άνοιξε ακόμα αλλά από χτες τον αισθάνεται, βράζει. Πέρασαν και δύο μήνες από τότε, από το νοσοκομείο δηλαδή, και μάλλον κάπου εδώ τελειώνει με την ανοχή του. «Θέλω χρόνο», του είχε πει μόλις μπήκανε στο σπίτι. «Ότι θέλεις, ότι θέλεις», της απάντησε. «Θέλω χρόνο», του είπε ξανά όταν την ακριβώς επόμενη άπλωσε τα χέρια του στα πόδια της. Τραβήχτηκε, σηκώθηκε από τον καναπέ, εκείνος ακολούθησε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέλλα Τενεκετζή, Λάθος [2]»

Στέλλα Τενεκετζή, Λάθος [1]

Μία στις τρεις γυναίκες το παθαίνει.

Μέχρι να σταματήσει να ρίχνει όλη την ευθύνη πάνω της
και να ζητήσει βοήθεια περνάνε, κατά μέσο όρο, γύρω στα δέκα χρόνια.

Συμβαίνει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε κάθε μορφωτικό επίπεδο,
κάθε εθνικότητα.

Κοίταξε τον ουρανό, τον δικό της ουρανό, που άρχιζε και τέλειωνε στο ταβάνι. Το μάτι της στο ταβάνι, το μυαλό της στο πουλί. Απ’ το πρωί, με το που βγήκε ο Μάρκος απ’ το σπίτι, δεν έχασε λεπτό. Πήγε μπροστά στο κλουβί, του μίλησε, του έβαλε φρέσκο νερό, τροφή, καθάρισε τις κουτσουλιές κι αμέσως εκείνο της γλυκοκελάηδησε. Το καναρίνι της ήταν σπάνιο. Της το είχε φέρει δώρο μετά από ένα επεισόδιο μεταξύ τους, έχουν περάσει χρόνια από τότε. Της είπε ότι συμβολίζει ένα ευτυχισμένο σπίτι και ότι, από εδώ και πέρα, ευτυχισμένοι θα είναι και αυτοί στο σπίτι τους. Την εποχή εκείνη, όταν της έδωσε το πουλί, ήταν λες και μόλις πρωτογνωριστήκανε. Κάτι μέρες αργότερα, βρέθηκε με την φίλη της στο καφέ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέλλα Τενεκετζή, Λάθος [1]»

Χρήστος Παππάς, Ο παλιατζής

Κάποια στιγμή έπρεπε να ξεκολλήσει απο το παράθυρο· στέκονταν εκεί ίσα με μισή ώρα. Ο δρόμος κάτω ήταν άδειος και τα παντζούρια όλων απέναντι ήταν κλειστά. Όπως κάθε Κυριακή. Τον είχε σηκώσει απο τον καναπέ που κοιμόταν, η γνώριμη φωνή του παλιατζή. Είχε περάσει κάμποσος καιρός που δεν τον είχε ακούσει και πίστευε πως είχε σταματήσει. Αλλά και πάλι, πως θα μπορούσε να το ξέρει καθώς τις τελευταίες εβδομάδες, πάντα τέτοια μέρα έλειπε.
Στην αρχή λείπανε μαζί. Ξαφνικά εκείνη, κουράστηκε απο τις μακρινές εκδρομές. Μετά απο ενα μεγάλο διάστημα εκείνος, πνίγηκε απο την συνεχόμενη κλεισούρα του σπιτιού. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρήστος Παππάς, Ο παλιατζής»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Sin City

Κάτοπτρα

Την ιστορία λίγο πολύ ο χρόνος την γνωρίζει σε όλες της τις πτυχές, σε ολάκερη την έκτασή της. Εμείς έκπληκτοι ξεφυλλίζουμε χρόνια μετά την έκπτωτη βιογραφία, ευχαριστημένοι για την ευλογημένη μετριότητά μας που δεν μας οδήγησε ποτέ σε καμιά θέση εξουσίας. Εμείς ποτέ δεν δοκιμαστήκαμε. Όμως η εποχή καμιά φορά τραβά βίαια το χέρι της ντροπής  και μας φωτίζει όλους . Έτσι κάνουν τα ποτάμια, κρατούν στην ράχη τους όλο τον κόσμο και ξεμακραίνουν. Η ιστορία, όμως έχει ως εξής.

Ο νεαρός διέθετε σπάνιο ταλέντο και ένα γερό όνομα. Τον συνόδευαν μερικοί αυλικοί, πάντα μυστικά και ανομολόγητα τον υπερασπίζονταν όταν τα πράγματα χάνονταν από τον έλεγχό του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Sin City»

Ασημίνα Λαμπράκου, Λούσιος (*)

Η ωραιοτάτη 

Σαν άφηνε την παιδική του ηλικία πίσω, στους λεπτούς ακόμη ώμους του, κουβάλαγε τρία σακιά μνήμες.

Στο ένα χώραγε η μάνα κι ο πατέρας του. Βαθιά σκαμμένα πρόσωπα, αυστηρά, σαν σε απόσταση μεταξύ τους κι ας αγκαλιάζονταν τα βράδια να ξαποστάσουν και να μεριάσουν τις ευθύνες τους. Κι οι προσμονές χαραγμένες κι αυτές στα πρόσωπα, οριζόντια, πλάγια και κάθετα στις παρυφές τους που το γέλιο είχαν ξεχασμένο. Τόση η ανέχεια και η προσπάθεια για το καθημερινό. Τέτοιες οι καταβολές που χάραζαν τον δρόμο τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Λούσιος (*)»