Αλέξης Πανσέληνος, Λάδι σε καμβά ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

[..]Ο πατέρας μου δεν ήταν αυτό που λέμε «έμπορος». Προερχόταν από καλή νησιώτικη οικογένεια, ανήκε δηλαδή στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν έχουν ανάγκη να κοπιάσουν πολύ για να ζήσουν. Το εμπόριο ήταν ένας συμβιβασμός, μια επιλογή που δεν βασίστηκε στην ικανότητά του να αγοράζει φτηνά και να πουλά ακριβά, αλλά στην προτίμησή του να κάθεται πίσω από ένα γραφείο, να κάνει τα βασικά για την ενημέρωση του Βιβλίου Αποθήκης και του Καθολικού, και κατά τα άλλα να κλείνει την ώρα που τα καταστήματα έκλειναν και να συναντά τις παρέες του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξης Πανσέληνος, Λάδι σε καμβά ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Χρήστος Χατζηκωνσταντίνου, Καλοκαιρινή άδεια κι ανθρωποκτονία: Πώς η υπερκόπωση σε κάνει να αναπολείς τη Χιροσίμα

Επιτέλους! Μήνες περίμενα αυτή τι στιγμή. Εφημερίες, χειρουργεία, πανδημία, lockdown, αγαμίες. Όλα πήγαιναν χάλια. Αλλά τουλάχιστον για 2 εβδομάδες δεν χρειαζόταν να σκέφτομαι τίποτα απ’ αυτά. Το επόμενο 15νθήμερο θα ήμουν εγώ, η θάλασσα και οι κατακτήσεις μου. Ή απλά εγώ κι η θάλασσα. Οι άνθρωποι που δεν κάνουν μεγάλα όνειρα, δεν απογοητεύονται κιόλας. Αυτό το σπίτι δίπλα στη θάλασσα με την ιδιωτική παραλία που είχα νοικιάσει, ήταν ίσως η καλύτερη επιλογή που έχω κάνει στη ζωή μου όλη που είναι ένα τσιγάρο, που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω. Γιατί πραγματικά στη φάση που ήμουν, νομίζω θα σκότωνα για λίγη ησυχία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρήστος Χατζηκωνσταντίνου, Καλοκαιρινή άδεια κι ανθρωποκτονία: Πώς η υπερκόπωση σε κάνει να αναπολείς τη Χιροσίμα»

Λεωνίδας Καζάσης, Εις την βιβλιοθήκην

«Mα έχω γιό δεκατεσσάρων χρόνων που τυγχάνει του ενδιαφέροντος και της αφοσιώσεώς μου». Αποκρίθηκε η τριαντατετράχρονη βιβλιοθηκονόμος στις ερωτικές νύξεις του Μιχαήλ, ένα πρωινό του χειμώνα, που ο Μιχαήλ ξεφύλλιζε βιβλία λογοτεχνών στα ράφια μιας δημοτικής βιβλιοθήκης.

Ο Μιχαήλ εγνώριζε από καιρό την βιβλιοθηκονόμο, αφού δανειζόταν βιβλία από την βιβλιοθήκη, αλλά και έδινε σε αυτήν τις κατά καιρούς εκδιδόμενες συλλογές των ποιητικών κειμένων του. Είχε εκφράσει από την αρχή την συμπάθειάν του διά την παρουσίαν της βιβλιοθηκονόμου, και περίμενε τον χρόνο που ωριμάζει τις συνθήκες, για να διατρανώσει την επιθυμίαν του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Εις την βιβλιοθήκην»

Μιχάλης Βλασόπουλος, Βουλησιαρχία

– Πως τόλμησες; Με τι δικαίωμα πήρες εσύ μια τέτοια απόφαση για εμένα;

Μανιακοί αιθέρες κατακλύζουν τον ουρανό. Δένουν και λύνουν άυλοι σε σπείρες και στροβίλους, διαφανείς μα τόσο άκαμπτοι σε πυγμή, τόσο στιβαροί σε πείσμα. Αμετανόητοι καταποντισμοί σφυροκοπούν το έδαφος. Οι σταγόνες τους με μεγέθη αδιανόητα σχίζουν, σαν βάρβαρες ορδές που επελαύνουν, καθέτως και οριζοντίως και λοξώς ότι βρεθεί στο πέρασμά τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Βλασόπουλος, Βουλησιαρχία»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Η εμπειρία

Όταν, μετά τα μεσάνυχτα, μπήκαμε στο σπίτι, βγάλαμε παράλληλα ένα βαθύ αναστεναχτικό ιιιιιιιιιιιι, μας έπεσαν οι βαλίτσες από τα χέρια και ανάμεσα σε «πωπω!» και «τώρα;» αρχίσαμε να περιφερόμαστε στα δωμάτια για να δούμε όλα τα πορτάκια και τα συρτάρια ανοιχτά, όλα τα χαρτιά πεταμένα κάτω, όλες τις πετσέτες, τα σεντόνια και τα εσώρουχα στο πάτωμα, τα καλοκαιρινά κολιέ, κάτι παρδαλούδια, σκόρπια στο κρεβάτι και στο χαλί, ανάμεσα σε σακάκια και ζακέτες με τις τσέπες αναποδογυρισμένες. Και τσάντες αδειασμένες και χαίνουσες, όλα τα χαρτομάντιλα και οι μάσκες στο σωρό των πανιών. Και άδειες κοσμηματοθήκες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Η εμπειρία»

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι δράκοι και οι τρίτωνες

Η Καλλιόπη κι ο Ιάκωβος, δεύτερη γέννα της Βασιλικής Κωνσταντάκη Καλογερή, γεννήθηκαν, με διαφορά δώδεκα λεπτών, δίδυμοι ομοζυγωτικοί (σαν τις εγγονές του Δαλάσου) αν και δεν είχαν το ίδιο φύλο. Ενώ αυτό από μόνο του ήταν εξαιρετικά σπάνιο, ανήκαν επιπλέον και στην ακόμη πιο σπάνια περίπτωση των ημι – διδύμων που μοιράζονται ακριβώς τα ίδια γονίδια με τη μητέρα αλλά έχουν πάρει διαφορετικά γονίδια από τον πατέρα. Όλα αυτά τα γονιδιακά, άγνωστα παντελώς για την εποχή όπως κι η ίδια η επιστήμη της βιολογίας, σχολιάστηκαν κι ερμηνεύτηκαν, στον απόηχο των όσων συνέβησαν, πολλά χρόνια αργότερα.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι δράκοι και οι τρίτωνες»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Άρθουρ Γκάλγουει

από την καρδιά της
ιρλανδέζικης εξοχής

«Γράφει ο Άρθουρ Γκάλγουει από την καρδιά της ιρλανδέζικης εξοχής».

Έτσι ακριβώς ξεκινούσε εκείνη η ανταπόκριση. Αφορούσε ένα γεγονός που είχε λάβει χώρα αρκετές δεκαετίες πίσω. Σχεδόν ένας αιώνας με χώριζε από εκείνα τα συμβάντα που εντυπώθηκαν για πάντα στην μνήμη μου. 

Η φυλλάδα βρέθηκε στα χέρια μου από κάποιου είδους παράξενο πεπρωμένο. Δεν είχα λογαριάσει καλά τον χρόνο μου και έτσι όπως κατηφόρισα τον κεντρικό δρόμο, πήρε το μάτι μου το βαρύ, νυσταγμένο λεωφορείο. Έι στάσου, μα εκείνο ροβολάει ως κάτω την λεωφόρο και όλες μου οι ελπίδες πάνε χαμένες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Άρθουρ Γκάλγουει»

Ηλέκτρα Λαζάρ, Μικρή απογευματινή ιστορία

Στον Άγγελο Μαρτίνη

Ο χρόνος εκείνος που αποφάσισα να αφήσω τον χρόνο μου τον δικό μου απολύτως χρόνο να βάλω στην άκρη τη μυθολογία του συγγραφέα και να πιάσω μία δουλειά ήταν κυρίως μία περίοδο θα έλεγα τώρα μόνιμης ανάγνωσης και σιωπηρής παρατήρησης. Γιατί αυτό ακριβώς είχα ανάγκη, μία διαρκής παρατήρηση, ένα πράο μικρό χαμόγελο στο στόμα να οφείλω να κοιτάζω το κάθε τι στη μεγάλη υπόθεση αυτής της πόλης. Και δεν είναι ότι την περπάτησα ούτε την χάζεψα αυτή την πόλη, είναι ότι ακολουθούσα κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο και ήταν οι ώρες τέτοιες που το δρομολόγιο αυτό ήτανε όλη μου η μέρα και η πόλη μου έδειχνε το πιο αντιπαραγωγικό χαμόγελό της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ηλέκτρα Λαζάρ, Μικρή απογευματινή ιστορία»