Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ

Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2019

Πρώιμη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία 26 κεφαλαίων (πρώτο: «Μια εξοχή στην κόλαση», τελευταίο: «Πιάστερ ιν δε rye» κι ο νοών νοείτω), ροκάδικη, «νευρική», κεφάτη και φευγάτη, από το φίλο δημοσιογράφο: κύρια μέσα από «συνομιλίες» με τον Χόλντεν Κόλφιλντ, τον Σάλιντζερ και ιδίως τη θρυλική «διπλή» μεταφράστρια του «Φύλακα στη σίκαλη», την Τζένη Μαστοράκη• μετασταθμεύσεις: Ξάνθη, Σαλόνικα, «κωλοαθήνα», Νέα Υόρκη, Παρίσι κλπ• αναφορές: Παπαδιαμάντης, Χατζηπαναγής, γέννηση του ροκενρόλ, «Αλίκη στις πόλεις», Μέριλιν Μονρό, Γουινόνα Ράιντερ, Σώτη Τριανταφύλλου, Χρήστος Χωμενίδης,  προσωπικά πολλαπλό 1984, Εντ Σάλιβαν σόου κλπ. Πλούσια, απρόσμενη  εικονογράφηση.  Περιεχόμενα, Ευρετήριο θα βοηθούσαν.

(Λέξεις 100).

Μάουρα Ρομπέσκου, Έτος 2037

Το ξυπνητήρι, χτύπησε με τον προεπιλεγμένο ήχο. Το κορίτσι ανακάθισε τρίβοντας τα μάτια του. Έριξε μια νυσταγμένη ματιά στο ρολόι. Έγραφε 7:46.  Είχε 1:14 μέχρι να αρχίσει το μάθημα. Πάτησε βαριεστημένα τα πόδια στο πάτωμα. Τα δοκίμασε πριν αφήσει όλο το βάρος της, πάνω τους. Κάθε μέρα τα ένοιωθε πιο αδύναμα. Δεν έπρεπε να χάσει και σήμερα την πρωινή της γυμναστική. Ο πατέρας, ισχυριζόταν πως αν συνέχιζαν έτσι, σε μερικές εκατοντάδες χρόνια, το ανθρώπινο είδος θα γεννιόταν δίχως πόδια, όπως τα πλάσματα που ζούσαν σε πολύ βαθιές, δίχως φως σπηλιές. Το είδος τους, γεννιόταν δίχως μάτια, αφού δεν τα χρειαζόταν για να βλέπει. Είχε αναπτύξει άλλες ικανότητες για να κινείται. Ίσως και το ανθρώπινο είδος, να ανέπτυσσε την ικανότητα της αιώρησης. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάουρα Ρομπέσκου, Έτος 2037»

Ειρήνη Θυμιατζή, Κόκκοι άμμου

Οι χρωματιστοί κόκκοι άμμου κυλούσαν αργά και ήρεμα στην κλεψύδρα, όπως και οι μέρες του τον τελευταίο καιρό. Μόλις είχε μπει ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, ο μήνας που πότε κλαίει και πότε γελά, όπως κι ο Διονύσης.

Ξύπνησε από αιχμηρούς πόνους στην πλάτη, προσπαθώντας να αλλάξει θέση. Δεν μπορούσε μόνος του. Τη φώναξε, για να νιώσει μια παρουσία δίπλα του. Ζήτησε λίγο καφέ ζεστό. Δεν ένιωσε γεύση. Αρνήθηκε να βάλει λίγη φρυγανιά, λίγο τυράκι στο στόμα του. Τον είχε πεισμώσει η συμπεριφορά της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Κόκκοι άμμου»

Δημήτρης Χριστόπουλος, Τζίντιλι ―Από την Κατερίνα Παπαδημητρίου

Δημήτρης Χριστόπουλος, Τζίντιλι, εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 2020

Εκεί όπου ο ρεαλισμός μαγεύεται: Ο Τόπος με τα Μεγάλα Μάτια

Γράφει η Κατερίνα Παπαδημητρίου

«Το μπόι του κάθε ανθρώπου δεν είναι το ανάστημά του αλλά το μπόι των ανθρώπων που βλέπει.».Με τούτα τα λόγια τουFernando Pessoa από Το βιβλίο της ανησυχίας καθησυχάζει ο πατέρας του τον Γιάννο, έναν από τους χαρακτήρες του έργου Δημήτρη Χριστόπουλου. Και είναι αλήθεια γιατί ο Χριστόπουλος αναμετριέται με το μπόι ομότεχνών του τιμώντας τις αναγνώσεις του διακειμενικά. Ο Γιώργος Χειμωνάς ο Στρατής Τσίρκας, ο Ντοστογιέφσκι και ο Φερνάντο Πεσσόα, οι ποιητές Χρήστος Μπράβος, Αργύρης Χιόνης, Μάρκος Μέσκος, Νίκος Γκάτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργης Παυλόπουλος, Μίμης Σουλιώτης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Γιώργος Χρονάς, Κώστας Καναβούρης, Πάνος Κυπαρίσσης και Δημήτρης Δασκαλόπουλος, κατοικούν στις σελίδες του περήφανα και δικαιωματικά, και είναι τιμή τόσο για τους εκλιπόντες όσο για τους εν ζωή λογοτέχνες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Χριστόπουλος, Τζίντιλι ―Από την Κατερίνα Παπαδημητρίου»

Γιώργος Χ. Θεοχάρης. Δίφορη μνήμη ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Πόλις

[από την ενότητα ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗ]

Hasselblad 500C/M
Ξενομερίτες καβάλα στα ζώα τους φτάνουν στο έμπα του χωριού. Η θεια Θεοφανή που βοτανίζει στο χωραφάκι της κόβει κάμποσες χεράδες ρεβυθιές και τους καλοδέχεται δίνοντάς τους τα φρέσκα ρεβύθια, εν είδει ανθοδέσμης.

Leica Monochrome
Στο πανηγύρι του άη Γιάννη, στις 29 Αυγούστου, στο Ξεροπήγαδο, όσοι είχαν γαϊδούρι για πούλημα, το στεφάνωναν με κλαδιά ακακίας ώστε οι ενδιαφερόμενοι να το διακρίνουν. Η Καρμήρω, η γριά μας γαϊδούρα, χωρίς στεφάνι, πουλήθηκε πρώτη και σε καλή τιμή. Είχε γερά καπούλια κι ήταν υπάκουο ζώο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Χ. Θεοχάρης. Δίφορη μνήμη ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: el blues de iskariotis

τα ξεντυμένα κόκαλα
μες στην ερημιά
του περιβολιού
λένε όλη την ιστορία

Περπάτησε με αποφασιστικό γρήγορο βήμα, έτοιμος όλα να τα διορθώσει, να πάρει πίσω την τρομερή του ομολογία. Μερικά ποτά στα μπαρ του δρόμου του χάρισαν το κουράγιο που δεν είχε λίγες ώρες πριν. Η δουλειά του είναι να φθάσει ως την είσοδο του μεγάρου της εσωτερικής διοικήσεως και εκεί μπορεί να πει την ιστορία του. Κοιτάξτε, η ιστορία μου απέδωσε αυτόν τον ρόλο, η ανάγκη ξέρετε είναι ένα αδηφάγο τέρας που σου σπαράζει την ζωή, η ζωή μου αξίζει πολλά περισσότερα, τώρα το ξέρω, συγχωρείστε τον, δεν είναι αυτό που γράφουν οι φυλλάδες, μια ευκαιρία ουρλιάζοντας, πεισμώνοντας, κλαίγοντας έξω από τους πάνοπλους φρουρούς του μεγάρου της εσωτερικής διοικήσεως που για να΄ναι κανείς ειλικρινής θυμίζει σε πολλά αυτό το ποιητικό κτίσμα της δικής μας πλατείας Αιγύπτου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: el blues de iskariotis»

Ιουλία Γεωργάκη, Τα δάχτυλα

Γνώρισα την Ελένη τυχαία. Καθόταν σ’ ένα καφέ της πλατείας έχοντας δίπλα  της ένα μεγαλόσωμο ήσυχο σκυλί . Την πλησίασα να χαϊδέψω το ζώο και πιάσαμε κουβέντα για το σκύλο. Μού άρεσε το ήρεμο χαμόγελό της και πρόσεξα πώς κοίταγε τα χέρια μου. Τά κοίταξα και εγώ μήπως είχαν κάτι και δεν το είχα δεί. Εκείνη χαμογέλασε πλατιά και μου ζήτησε συγνώμη αλλά ήταν κάτι ,είπε στο οποίο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Της άρεσε να παρατηρεί τα χέρια των ανθρώπων. Τράβηξα μια καρέκλα και έκατσα ρωτώντας τη αν ενοχλώ , πιο πολύ για τους τύπους αφού ήδη είχα κάτσει συνεχίζοντας να χαϊδεύω το σκυλί της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιουλία Γεωργάκη, Τα δάχτυλα»

Λεωνίδας Καζάσης, Ο εγγονός

«Αν γεννιόσουν από φτωχούς γονείς, δεν θα σκεφτόσουν έτσι και δεν θα τα έλεγες αυτά, γιατί τα παιδιά των εργατών και των υπηρετριών ήταν πρώτοι μαθητές, και αργότερα στη ζωή τους προσπάθησαν, να ανέβουν τα σκαλιά της κοινωνίας, ώστε σήμερα να είναι γιατροί, δικηγόροι, επιχειρηματίες, βιομήχανοι. Θυμάμαι τον κυρ Σταύρο που έλεγε: «κύριε Μάνο, μπορεί εγώ να κουβαλούσα τσιμέντο σε όλη μου τη ζωή, αλλά η κόρη μου βγήκε φιλόλογος και ο γιος μου μικροβιολόγος». Όχι σαν εσένα που τα είχες όλα και δεν πείνασες, δεν κρύωσες, δεν είδες να υποτιμούν τους γονείς σου, γι’ αυτό δεν θέλεις να δουλέψεις και να κάνεις κάτι στη ζωή, αντί να μιλάς για λίγες υλικές ανάγκες και για έρωτες». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Ο εγγονός»