Γιάννης Κατσίκης, O Γραικός Θαλασσοπόρος Χουάν ντε Φούκα ―από τον Δημήτρη Βαρβαρηγο

Γιάννης Κατσίκης, O Γραικός Θαλασσοπόρος Χουάν ντε Φούκα ―ΑΩ εκδόσεις

Το ιστορικό μυθιστόρημα εκτός από την απόλυτη αφοσίωση που απαιτεί για να γραφτεί, χρειάζεται και τόλμη. Θεωρώ πως είναι το πιο δύσκολο είδος γραφής καθώς ο συγγραφέας, πρέπει να ακολουθήσει τα ιστορικά γεγονότα μέσα από την όποια υπάρχουσα βιβλιογραφία.

Τόλμησε ο συγγραφέας, αφοσιώθηκε και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε. Διαβάζω ένα υπέροχο βιβλίο κι ευχαριστιέμαι ως αναγνώστης ετούτο το υπέροχο ταξίδι. Μαθαίνω για την εποχή που εξελίσσεται ο μύθος μέσα από μια φανταστικά λογοτεχνική ανάπτυξη των συμβάντων, χωρίς να ξεπερνά την ιστορική πραγματικότητα.

Ο συγγραφέας έχει καταφέρει να ισορροπεί το γεγονός με την αλήθεια, όπως έχει συμβεί στην καταγεγραμμένη ιστορική του διάσταση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Κατσίκης, O Γραικός Θαλασσοπόρος Χουάν ντε Φούκα ―από τον Δημήτρη Βαρβαρηγο»

Μιχάλης Μακρόπουλος, Μαύρο Νερό ―από τον Δημήτρη Σινάκο

Μιχάλης Μακρόπουλος, Μαύρο Νερό ―εκδόσεις Κίχλη 2019.

Στη μια πλευρά της πλατείας του χωριού μου απλώνονταν το κεντρικό καφενείο. Ήταν το στέκι των ανδρών της μέσης ηλικίας και των γέρων. Εκεί ο παππούς μου πήγαινε πρωί απόγευμα. Εκεί κι ο πατέρας μου, όταν οι δουλειές του, χωράφια, ζώα και παντοπωλείο, του το επέτρεπαν. Τον αναζητούσα με το βλέμμα μου στα κλεφτά, στην πάνω γωνία, στην αρχή του δρόμου για το σπίτι μας, όταν αμήχανος περνούσα μπροστά στην αναπτυγμένη στο πεζοδρόμιο εκκλησία του δήμου. Σπάνια θα κάθονταν αλλού. Σπάνια θα κάθονταν πολλή ώρα. Δε την διέθετε. Είχε πολύ μόχθο η ζωή στα χωράφια, αυτά που πότιζε ο ιδρώτας του μέχρι που γέρασε, αυτά που του στέρησαν τα γράμματα, μια επιθυμία που ούτε τα χρόνια της άνοιας ξέχασε. Για τα χωράφια μιλώντας λοιπόν μια μέρα «με τόσα φυτοφάρμακα που τα ‘χουμε ρίξει πως να δώσουν παραγωγή καλή» είπε, δίνοντας τη δική του εξήγηση για αδύναμες κι άρρωστες παραγωγές που έβλεπε να επαναλαμβάνονται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μιχάλης Μακρόπουλος, Μαύρο Νερό ―από τον Δημήτρη Σινάκο»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Το γαμήλιο γλέντι

Η επανάσταση στην τεχνολογία έφερε σίγουρα επανάσταση και στη διασκέδαση. Μουσική, σινεμά, διαδίκτυο, όλος ο κόσμος μια ψηφιακή σκηνή. Άλλαξαν πολύ τα πράγματα…

Μα όσο κι αν αλλάζουν τα πράγματα, μερικά μένουν ίδια. Δεν μπορεί να μη γίνει και ένα γαμήλιο γλέντι, ένα γλέντι κανονικό, με νύφη και γαμπρό και θείες με μαλλιά από το κομμωτήριο και με όλα τα ξαδέλφια και τους φίλους παρόντες! Τι στο καλό; Ο γάμος έγινε πολύ μακριά, ταξίδι ολόκληρο, δεν μπορείς να υποχρεώσεις τον κόσμο να πάει τόσο μακριά, να χρεωθεί ξενοδοχεία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Το γαμήλιο γλέντι»

Θόδωρος Θεοδωρίδης, Υπεύθυνος υποκλυσμών ―από την Τασούλα Γεωργιάδου

Θόδωρος Θεοδωρίδης, «ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΥΠΟΚΛΥΣΜΩΝ», εκδ. Μετρονόμος, Αθήνα 2019

ΤΟ ΣΠΑΝΙΟΝ ΤΟΥ ΕΥΘΥΜΟΥ

Το γέλιο και η η χαρούμενη διάθεση είναι ζωογόνα για την ύπαρξή μας, ευφραίνουν την ψυχή. Μας τρέφουν, μας κάνουν παραγωγικούς στην καθημερινότητά μας. Κι όμως, παρά την οικονομική ευημερία και την αλματώδη τεχνολογική πρόοδο των τελευταίων χρόνων, το εύθυμο στοιχείο στις εκφάνσεις της ζωής παρατηρούμε να ελαττώνεται διαρκώς. Αντιθέτως είχαμε εξαιρετικά πεζογραφήματα  με εύθυμο ύφος, ακόμη και μέσα στην Κατοχή από τον Δημ. Ψαθά, και σχεδόν παράλληλα από τον Νικ. Τσιφόρο τις δεκαετίες ’50-’60. Από αυτά προέκυψαν πλήθος από θεατρικές/κινηματογραφικές κωμωδίες που έγιναν κλασικές και τις αναζητούμε διακαώς στις τηλεοπτικές επαναλήψεις τους, οι δε ατάκες τους διαιωνίζονται από τις νεότερες γενιές. Αναζητώντας τίτλους στην αγορά βιβλίου πέφτεις κυρίως σε επανεκδόσεις των δεξιοτεχνών του ευθυμογραφήματος. Τα σύγχρονα σπανίζουν. Κι ας ζούμε στην χώρα του Αριστοφάνη και του Αισώπου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θόδωρος Θεοδωρίδης, Υπεύθυνος υποκλυσμών ―από την Τασούλα Γεωργιάδου»

Ειρήνη Δ. Θυμιατζή, Στα κατάλευκα

Σε ένα κατάλευκο, μικρό ερημοκλήσι, βρέθηκε γονατιστή, τυλιγμένη σε κάτασπρο μπουρνούζι. Δεν διακρινόταν κάποιο ξύλινο τέμπλο παρά ασβεστωμένοι τοίχοι μέσα στα χαλάσματα. Κι εκεί στα δεξιά ένα παλιό απομεινάρι από το κούφωμα. Στην ουσία ο σκελετός που λειτουργούσε σαν πέρασμα φωτός. Δεν υπήρχε πόρτα. Με χαμηλωμένο το βλέμμα στεκόταν μια κοπέλα μαυρομαλλούσα. Σκούρο το δέρμα της, λυγερή η κορμοστασιά της. Προβληματίστηκε λίγο μέχρι να προχωρήσει προς το μέρος της Θεανώς που βρισκόταν εντός και με δυσκολία ξεχώριζε μέσα στο κατάλευκο σκηνικό. Λευκή επιδερμίδα, λευκές γάμπες, λευκό περιτύλιγμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Δ. Θυμιατζή, Στα κατάλευκα»

Καίτη Παπαδάκη, Το γκρι

Γκρι, ρίγες λευκές, θερμοκρασία στο κόκκινο, ρόδες, λαμαρίνα, καυσαέριο, μυρωδιά από λάστιχο. Πεζοί, ζεύγη ποδιών, παπούτσια μαύρα, πράσινα, άσπρα, τακούνια, σόλες καινούριες, τρύπιες, στραβοπατημένες. Βήμα γρήγορο, κουρασμένο, συρτό. Φρένο, παρά τρίχα τρακάρισμα, πού πας ρε βλίτο! Πόλη, άσφαλτος, πινακίδες:  ΚΑΝΕΝΑ ΣΦΑΛΜΑ ΔΕΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ…  Απομάκρυνση, αποξένωση, απομόνωση, απόσυρση.

Αποσβολωμένη, απαρατήρητη. Μια γυναίκα με μαύρα με σπρώχνει κατά λάθος. Παραμερίζω. Κοιτάζομαι. Κι όμως δεν είμαι αόρατη. Έχω  σώμα, δέρμα, βάρος. Έχω μάτια, ακριβώς όπως κι εκείνη. Ωστόσο  δεν με βλέπει. Τρυπώνει σ’ ένα γραφείο με τζαμαρία, σαν κατσαρίδα τρομαγμένη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Το γκρι»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Οδός Άνω Κάτω ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Νίκας

Ο κατήφορος

Ήταν ωραία στη Τζια το απόγευμα εκείνο.
Ζεστή, ανοιξιάτικη μέρα και από τη ράχη του νησιού η θέα στο Αιγαίο σαγηνευτική. Να κάθεσαι και να κοιτάς, να σταματάει  ο χρόνος, να είσαι σαν σε μυθιστόρημα.
Τα παιδιά αργούσαν να ετοιμαστούν για τη βόλτα, τα μεγάλα απασχολημένα με τα κινητά τους και τα μικρά με τα παιγνίδια τους, τελείως ξεμυαλισμένα. Ναι, αλλά έπρεπε να πάνε στην Καρθαία.  Δεν γίνεται να έρθεις στην Κέα και να μην πας στην Καρθαία, λένε οι  οδηγοί. Οπότε;
Οπότε κατέληξαν στον δρόμο της Καρθαίας γύρω στις πεντέμισι, πάρκαραν το αμάξι και πήραν με τα πόδια τον κατήφορο. Υπέροχα!  Οι γυμνές πλαγιές πρασινοκιτρίνιζαν με την άνοιξη, μακριά  κάτι πέτρινα σπιτάκια, από αυτά τα αγροτικά του νησιού, με τον προφυλαγμένο εξώστη και χωρίς παράθυρα, έσβηναν  τον χρόνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Οδός Άνω Κάτω ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Χρύσα Φάντη, Σε θολά νερά ―προδημοσίευση

H υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων της Χρύσας Φάντη, Σε θολά νερά, από τις εκδόσεις Σμίλη, 2021

Βράδυ. Τη νιώθεις ν’ ανασαίνει δίπλα σου και σαν να κολυμπάει στο ημίφως. Ξαφνικά ένας γδούπος από το διπλανό δωμάτιο σε κάνει να υποψιαστείς ότι το γκαρσόνι που μόλις σας έφερε την παραγγελία έχει βρεθεί κάπου εκεί, και τώρα έντρομο βιάζεται να το σκάσει. Τον φαντάζεσαι να σηκώνει από το πάτωμα μια ζώνη καουμπόικη με βαριά μεταλλική αγκράφα (εξ ου και ο γδούπος) και στη συνέχεια να κουμπώνεται.

Θυμάσαι τον εαυτό σου δεκαετίες πίσω, όταν φορούσες μια τέτοια ζώνη με χαραγμένη στο κέντρο μια νεκροκεφαλή. Της το αναφέρεις κι εκείνη συνεχίζει να κοιτάει προς το παράθυρο, με το πιρούνι μετέωρο κάτω από το σαγόνι της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρύσα Φάντη, Σε θολά νερά ―προδημοσίευση»