Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Οι τρεις ταφές του Ιωάννη Παρασχάκη

Κλείνοντας τα δεκαοχτώ του, ο Γιάννης κοιτάχτηκε στον καθρέφτη νιώθοντας ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ευφορίας. Δεν ήταν ότι είχε περάσει από τους πρώτους στο Πολυτεχνείο, ούτε ότι μόλις είχε οδηγήσει τη γυαλιστερή Yamaha που του έκανε δώρο ο μπαμπάς του, δεν ήταν καν η ξανθιά χαίτη του που παρέσυρε σχεδόν νομοτελειακά τις πρώην συμμαθήτριες του στα ανατομικά στρώματα ξενοδοχείων ημιδιαμονής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Οι τρεις ταφές του Ιωάννη Παρασχάκη»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το άρωμα η Κατερίνα

βασισμένο επάνω
στην δημώδη παράδοση
της Λέρου,
σε ένα τραγουδάκι

Πριν τον χαμό υπήρξαν κορνίζες, μπαλκόνια και διακοσμήσεις. Και ωραία παιδιά με φλογισμένες, ευέξαπτες καρδιές. Η επίθεση όλα τα πάγωσε. Ο άγγελος καθοδηγεί την ψυχή αυτού του τόπου. Μια ιστορία από τις πολλές που εκτυλίχθηκαν εκείνες τις νύχτες σώζεται σε τούτο το σημείωμα. Και αν νομίζει κανείς πως την αφήγηση που ακολουθεί την έχει κάπου συναντήσει, μάθετε πως το καλύτερο και ομορφότερο στοιχείο της είναι η Κατερίνα  που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα ως τους καιρούς μας, κάτω από τις ανταύγειες του ηλεκτρικού και την άρρυθμη, την παράξενη βοή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το άρωμα η Κατερίνα»

Σοφία Γουργουλιάνη, Ο νεκροθάφτης

Άντρας 55 ετών σε γραφείο κάποιας υπηρεσίας.

Εγώ, ξέρετε, είμαι ένας βέρος, ένας πραγματικός, επαναστάτης. Προέρχομαι απ’ αυτή τη σπάνια στόφα ανθρώπων που είναι συνεπείς στην ιδέα της αναγκαιότητας της αλλαγής του κόσμου.

Είμαι 55 χρονών και ακόμα πηγαίνω σε πορείες. Δεν έχω βαρεθεί ποτέ να πλύνω ούτε ένα κεσεδάκι από γιαούρτι για να το βάλω στην ανακύκλωση. Στις διακοπές μου, κάνω πάντα κάμπινγκ. Ενώ, ακόμα και στις βραδινές μου εξόδους για φαγητό κουβαλάω πάντα ένα σακίδιο το οποίο φροντίζω επιμελώς να δείχνει γεμάτο. Επίσης, έχω υιοθετήσει δύο σκύλους, ο ένας εκ των οποίων κουτσός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφία Γουργουλιάνη, Ο νεκροθάφτης»

Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος, Black Jack – 21 παράξενα διηγήματα [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Πηγή

Εκεί που η Αλήθεια συναντά τη Φαντασία και Μαζί, γεννούν το Παράξενο, το Παρελθόν προσκαλεί σ’ ένα Δείπνο στο Μέτωπο.
Δυστυχήματα Βackwards και γύρω να βρέχει ανθρώπους (Ιt’s raining men), ενώ η εργασία εξακολουθεί να απελευθερώνει (Αrbeit macht frei).
Η πουτάνα η Ζωή ονειρεύεται το νεαρό εαυτό της να φωνάζει «Mπαμπά;». Ένα μικρό Μπονσάι κι ένας Σκύλος, σ’ ένα Πρώτο Φιλί με το Ποτέ και το Πάντα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος, Black Jack – 21 παράξενα διηγήματα [απόσπασμα]»

Μαρία Σκαμπαρδώνη, Το κορίτσι με το φανάρι…

Mία φορά και έναν καιρό, ένα κορίτσι περπατούσε μόνο του μέσα στο δάσος. Έψαχνε να βρει ένα καταφύγιο να ξαπλώσει το κουρασμένο της κορμί μέσα στο κρύο και τον αέρα. Είχε ορφανέψει από μικρή και δεν είχε κανέναν άλλο στον κόσμο εκτός από την ίδια. Μόνη της περιουσία ένα μικρό φαναράκι που κρατούσε για να μπορούσε να διακρίνει τις κακοτοπιές και τα άγρια ζώα.

Και έτσι, ολομόναχη, πορευόταν για ακόμα μία μέρα στο σκοτάδι προσπαθώντας να βρει ένα ασφαλές μέρος να κοιμηθεί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Σκαμπαρδώνη, Το κορίτσι με το φανάρι…»

Άννα Μπουτσουρίδου, Μια λέξη μου χτυπάει επίμονα την πόρτα


Ημέρα πρώτη
Μια λέξη μου χτυπάει επίμονα την πόρτα. Χτυπάει σαν το τικ του ρολογιού -σηκώνομαι- Στο τακ προλαβαίνω ξανά να μαρμαρώσω.  Μένω αγκυλωμένος σαν παρένθεση που κρέμεται.  Ο μισός εδώ, ο υπόλοιπος ούτε και ξέρω. Το χτύπημα μου αναδεύει διάφορα. Σκύβω με περιέργεια μέσα μου να τα δω. Και μόλις αρχίζω να βλέπω αποκοιμιέμαι.  Ποτέ κανείς δεν μου έχει προκαλέσει τόσο γρήγορα ανία.

Ημέρα δεύτερη
Μια λέξη μου χτυπάει την πόρτα.  Μην είναι ωρολογιακή βόμβα; Μπα, όχι. Ηχεί σαν νότα από κάποιο όργανο ο χτύπος αυτός. Σαν άρπα που την κρατάει άγγελος μοιάζει.   Αλλά απ τον έβδομο χτύπο και μετά αλλάζει.  Σαν να κουβαλήθηκε μαζί του κάτι απ τα υπόγεια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άννα Μπουτσουρίδου, Μια λέξη μου χτυπάει επίμονα την πόρτα»

Ασημίνα Λαμπράκου, Sylvia’s blues


Sylvia’s mother says Sylvia’s tryin’ to start a new life of her own
Sylvia’s mother says Sylvia’s happy so why don’t you leave her alone

Το κορίτσι του Nick Ut μπροστά μου

Mε λυγισμένο το γόνατο και τα χέρια στους αγκώνες σαν οστά από φτερά μικρού πουλιού, το κορίτσι εμπρός μου θα έμοιαζε με εκείνο που έτρεχε γυμνό στη φωτογραφία του Nick Ut

Αυτή όμως στεκόταν όρθια και στητή μέσα στην τσίγκινη σκάφη όπου την έπλενε η μάνα της

Την πατάτα σου, τρίψε μωρή την πατάτα σου!, της πέταξε η μάνα της κι έβγαινε ένα κόκκινο διαταγής μέσα από τα μάτια κι η φωνή της παχιά και σαλιωμένη από τα στρογγυλά της μάγουλα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Sylvia’s blues»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μαβιές νύχτες

Blueberry nights που θα πει δικές μας, απόλυτες νύχτες
Με την φωνή της Νόρα Τζόουνς

από την σειρά των σινεμασκόπ

[… Η Νόρα τραγουδά απόψε στους εκατόν δώδεκα δρόμους. Όλα τα καλά παιδιά που σέβονται τον εαυτό τους θα φθάσουν απόψε εδώ. Θα πάρουν την οδό Φράνκλιν και έπειται θα παλέψουν με τα κατακόκκινα κορίτσια, όχι, όχι από ντροπή, μα ξέρετε, κύριε. Κάποτε αυτά τα κορίτσια έσπασαν και έτσι ζουν από τότε. Ξέρετε, κύριε;

Η Νόρα διαθέτει μια αγγελική φωνή. Ένα μικρό δράμα παίζεται στον λαιμό της, οι νότες της χαρακτηρίζονται από μια απροσδιόριστη πίκρα και λίγο ηρωισμό. Αποκαλεί τους βετεράνους αγόρια της, με κανά δυο από αυτούς πίνει και ένα ποτό. Μα τίποτε περισσότερο, όλα της τα μυστικά ανήκουν στον εαυτό της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μαβιές νύχτες»