Στέλλα Τενεκετζή, Λάθος [1]

Μία στις τρεις γυναίκες το παθαίνει.

Μέχρι να σταματήσει να ρίχνει όλη την ευθύνη πάνω της
και να ζητήσει βοήθεια περνάνε, κατά μέσο όρο, γύρω στα δέκα χρόνια.

Συμβαίνει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε κάθε μορφωτικό επίπεδο,
κάθε εθνικότητα.

Κοίταξε τον ουρανό, τον δικό της ουρανό, που άρχιζε και τέλειωνε στο ταβάνι. Το μάτι της στο ταβάνι, το μυαλό της στο πουλί. Απ’ το πρωί, με το που βγήκε ο Μάρκος απ’ το σπίτι, δεν έχασε λεπτό. Πήγε μπροστά στο κλουβί, του μίλησε, του έβαλε φρέσκο νερό, τροφή, καθάρισε τις κουτσουλιές κι αμέσως εκείνο της γλυκοκελάηδησε. Το καναρίνι της ήταν σπάνιο. Της το είχε φέρει δώρο μετά από ένα επεισόδιο μεταξύ τους, έχουν περάσει χρόνια από τότε. Της είπε ότι συμβολίζει ένα ευτυχισμένο σπίτι και ότι, από εδώ και πέρα, ευτυχισμένοι θα είναι και αυτοί στο σπίτι τους. Την εποχή εκείνη, όταν της έδωσε το πουλί, ήταν λες και μόλις πρωτογνωριστήκανε. Κάτι μέρες αργότερα, βρέθηκε με την φίλη της στο καφέ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στέλλα Τενεκετζή, Λάθος [1]»

Χρήστος Παππάς, Ο παλιατζής

Κάποια στιγμή έπρεπε να ξεκολλήσει απο το παράθυρο· στέκονταν εκεί ίσα με μισή ώρα. Ο δρόμος κάτω ήταν άδειος και τα παντζούρια όλων απέναντι ήταν κλειστά. Όπως κάθε Κυριακή. Τον είχε σηκώσει απο τον καναπέ που κοιμόταν, η γνώριμη φωνή του παλιατζή. Είχε περάσει κάμποσος καιρός που δεν τον είχε ακούσει και πίστευε πως είχε σταματήσει. Αλλά και πάλι, πως θα μπορούσε να το ξέρει καθώς τις τελευταίες εβδομάδες, πάντα τέτοια μέρα έλειπε.
Στην αρχή λείπανε μαζί. Ξαφνικά εκείνη, κουράστηκε απο τις μακρινές εκδρομές. Μετά απο ενα μεγάλο διάστημα εκείνος, πνίγηκε απο την συνεχόμενη κλεισούρα του σπιτιού. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρήστος Παππάς, Ο παλιατζής»

Ασημίνα Λαμπράκου, Λούσιος (*)

Η ωραιοτάτη 

Σαν άφηνε την παιδική του ηλικία πίσω, στους λεπτούς ακόμη ώμους του, κουβάλαγε τρία σακιά μνήμες.

Στο ένα χώραγε η μάνα κι ο πατέρας του. Βαθιά σκαμμένα πρόσωπα, αυστηρά, σαν σε απόσταση μεταξύ τους κι ας αγκαλιάζονταν τα βράδια να ξαποστάσουν και να μεριάσουν τις ευθύνες τους. Κι οι προσμονές χαραγμένες κι αυτές στα πρόσωπα, οριζόντια, πλάγια και κάθετα στις παρυφές τους που το γέλιο είχαν ξεχασμένο. Τόση η ανέχεια και η προσπάθεια για το καθημερινό. Τέτοιες οι καταβολές που χάραζαν τον δρόμο τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Λούσιος (*)»

Λεωνίδας Καζάσης, Προμήτορος νουθεσίαι

Σας καταλαβαίνω!

Είστε απασχολημένοι με τις οικογένειές σας!

Γι’ αυτό μοιράζετε λευκές επιταγές στους ειδήμονες: τους ολίγους και τους άριστους! Για να ασχολούνται με τα κοινά και να αποφασίζουν ερήμην σας˙ και αυτοί οι αθεόφοβοι συνωμοτούν εις βάρος σας, κλέβοντας χρήματα, θεσπίζοντας σκληρούς, άδικους νόμους˙ όμως για να πούμε και του στραβού το δίκιο, παραφορτώνετε τους άρχοντες με ευθύνες, ώστε να μην προλαβαίνουν να παρακολουθήσουν τα τούρκικα σήριαλς από την τηλεόραση, ενώ εσείς τα παρακολουθείτε, διευρύνοντας το γνωστικό πεδίο σας, οξύνοντας την κριτική διάθεσή σας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Προμήτορος νουθεσίαι»

Τασούλα Γεωργιάδου, Αληθινές παλαιάς κοπής, μιας άλλης εποχής ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Διηγήματα, από τις εκδόσεις Παρέμβαση

Περιγραφή
Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο «ΑΛΗΘΙΝΕΣ Παλαιάς κοπής, μιας άλλης εποχής» της Τασούλας Γεωργιάδου από τις Εκδόσεις Παρέμβαση. Πρόκειται για διηγήματα ιδιαίτερης αισθητικής και ξεχωριστής γραφής… Ιστορίες Αληθινών γυναικών μιας άλλης εποχής, γεννημένες στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Γυναίκες παλαιάς κοπής, με όνειρα σε παροπλισμό και περιορισμένες επιλογές, θεωρούν υποχρέωσή τους να μη δυσαρεστήσουν γονείς κι αδέλφια που αποφασίζουν για το δικό τους καλό. Βάζουν σε προτεραιότητα τα κοινωνικά πρέπει, το «τι θα πει ο κόσμος», καταχωνιάζουν τα θέλω τους και ο γάμος είναι μονόδρομος προορισμός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τασούλα Γεωργιάδου, Αληθινές παλαιάς κοπής, μιας άλλης εποχής ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Φωτεινή Τέντη, Καθρέφτη καθρεφτάκι μου

Η μάνα είχε τον κόρφο της κλειδωμένο.

Δεν χάριζε αγκαλιές.

Είχε κρύο.

Έκανα την κουβέρτα αγκαλιά, ήταν ζεστά, εκεί κατοικούσα, εγώ, στις παιδικές φωτογραφίες γελάω, η μάνα γελάει, ο πατέρας γελάει, ποιοι είναι αυτοί; Δεν τους γνωρίζω, καθρέφτη καθρεφτάκι μου, ποιοι είναι οι πιο ευτυχισμένοι;

Τυλιγμένη στην κουβέρτα, πλέκω-ξεμπλέκω κόμπους στον λαιμό, είμαι πολλοί στο όνειρο, που βλέπω με μάτια ανοιχτά κάθε βράδυ, είμαστε πολλοί, εγώ, στην κουβέρτα εγώ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Φωτεινή Τέντη, Καθρέφτη καθρεφτάκι μου»

Ελένη Χωρεάνθη, Αγορασμένη Ζωή

Από τις εκδόσεις 24 γράμματα

Γράφει ο Δημήτρης Βαρβαρήγος

Ελένη Χωρεάνθη, μια από τις σημαντικότερες δημιουργούς της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, μας προσφέρει μία εκπληκτική σειρά διηγημάτων. Ήρωες που ομορφαίνουν την καθημερινότητα, ήρωες που δεν κάνουν τον πόνο τους στεφάνι δόξας (Μπόρχες), ήρωες που ταυτίζονται με τον καθένα μας. Ένα βιβλίο -σημείο αναφοράς στην σύγχρονη λογοτεχνία από τις εκδόσεις 24 γράμματα

Ένα βιβλίο με 42 διηγήματα, γραμμένα με προσεκτικά άρτιο τρόπο αποδίδοντας στα μέγιστα την καθαρότητα της λογοτεχνικής γραφής που χαρακτηρίζει την δομή ενός διηγήματος. Οι μικρές συνοπτικές ιστορίες των διηγημάτων της Χωρεάνθη, αποκαλύπτουν έναν πλούτο ιδεών και χαρακτήρων πλασμένων μέσα στις ανθρώπινες αναζητήσεις με δράσεις, ανατροπές, μεταλλάξεις, ελπίδες και όνειρα. Και στις 42 ιστορίες της αναγνωρίζεται –ξεπροβάλλει- το κύριο συστατικό ύφους της κατανοητής γραφής με αρχή μέση και τέλος που δεν δυσκολεύει τον αναγνώστη να ταυτιστεί και να συμπορευτεί με τις επιδιώξεις των ηρώων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Χωρεάνθη, Αγορασμένη Ζωή»

Αργύρης Κόσκορος, Τέσσερα χέρια

Το παρελθόν κρατά το ρυθμό στ’ ακροδάχτυλα. Οι απαλές γραμμές στα ζυγωματικά, τα μισόκλειστα βλέφαρα και όσα άλλα έχει ζωγραφίσει ο χρόνος πάνω του, γλιστρούν απ’ το πρόσωπο στα χέρια και από εκεί στα πλήκτρα ως μια εναλλαγή σιωπών και ήχων που επαναλαμβάνεται σπειροειδώς προς το επέκεινα. Πού και πού ρίχνει κλεφτές ματιές στο άλλο μισό του πιάνου, όπου το μέλλον παίζει τη μελωδία. Στο μέλλον αρέσει επίσης να ενσωματώνει τα φάλτσα του στην ακολουθία των ήχων αλλάζοντάς την αργά καθώς η μουσική ψηλώνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αργύρης Κόσκορος, Τέσσερα χέρια»