Μαίρη Φιλιππίδου Κατσανίδου, Φανταστική μουσική πόλη

Mουσική και μουσικοί, συμφωνίες ασύμφωνες. Ήχοι και απόηχοι. Κρουστά, πνευστά, έγχορδα, όλα μαζί προσπαθούν να εναρμονιστούν. Ηλεκτρονικά πλήκτρα, που  από μόνα τους πλασάρονται στην πόλη που μόνο ήσυχη δεν  είναι. Μια πόλη ιδιαίτερη, σπάνια, μοναδική.

Περπατούν οι κάτοικοι στο έδαφος και με αυτό τον τρόπο πληκτρολογούν την καλημέρα.  Ακουμπούν  κάπου και ηχούν κρουστά,  λέγοντας  την καληνύχτα  έτσι.  Είναι   οι  άνθρωπομουσικοί. Τι όμορφη λέξη!

Η  κάθε τους μέρα είναι ξεχωριστή. Άμεσα  κάποιοι, ή όλοι μαζί, ενορχηστρώνουν   συναυλία σε λίγα μόλις λεπτά.  Μικροί μεγάλοι  αμίλητοι, χωρίς λέξεις, μόνο μουσικές χροιές ρέουν από τα χείλη τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαίρη Φιλιππίδου Κατσανίδου, Φανταστική μουσική πόλη»

Πάνος Ιωαννίδης, Ο καιρός των ρόδων ―Προδημοσίευση (δευτέρου μέρους)

Πάνος Ιωαννίδης, Ο καιρός των ρόδων ―Εκδόσεις Κέδρος 2021

Το πρώτο μέρος »»

Αυτή την ώρα τής λείπει ο Κύρος. Και ας τα βλέπει όλα με κριτικό βλέμμα. Και ας μην έχουν τις ίδιες απόψεις για το κίνημα και τους αγώνες. Και ας έχει αφήσει τον εαυτό του να πιαστεί από τη μέγκενη της βιοποριστικής καθημερινότητας. Είναι ο άντρας που αγαπάει και σήμερα θα τον ήθελε εδώ κο- ντά της. Για να νιώσει πιο δυνατή απ’ όσο ήδη είναι, απ’ όσο μπορεί να γίνει.

Όταν ακούει τα πρώτα λόγια από το «Renegades of Funk»* νιώθει ότι η μέθεξή της γίνεται μανία. Αρχίζει και φωνάζει δυνατά τους στίχους χοροπηδώντας, ενώ από την οθόνη της μνήμης της περνάνε διάσημες φιγούρες της αριστερής μυθολογίας μαζί με τα αγαπημένα της πρόσωπα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πάνος Ιωαννίδης, Ο καιρός των ρόδων ―Προδημοσίευση (δευτέρου μέρους)»

Μάουρα Ρομπέσκου, Οι γειτόνισσες

Όταν η Μέλπω, είδε για πρώτη φορά την Στέλλα, κρεμασμένη στο μπράτσο του μονάκριβου κανακάρη της, κατάλαβε πως είχε μπροστά της μια πολύ δυνατή αντίπαλο. Αποφάσισε να παίξει από την αρχή τα πιο δυνατά χαρτιά της. Φόρεσε εκείνο το ύφος που είχε τρομοκρατήσει τόσα και τόσα κοριτσάκια που θέλησαν να αρπάξουν τον γιόκα της από εκείνη και έκοψε αργά την νέα από πάνω μέχρι κάτω.

Η Στέλλα ούτε που ερυθρίασε. Άπλωσε ένα γλυκό χαμόγελο, στο πρόσωπό της που δεν έφτασε ως τα μεγάλα μάτια της και μέτρησε κι εκείνη, την Μέλπω. Ο πόλεμος είχε ήδη κηρυχτεί, πριν καν κάποια από τις δύο γυναίκες ανοίξει το στόμα της και δίχως κανείς από τους άντρες που βρίσκονταν δίπλα τους να καταλάβει τίποτα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάουρα Ρομπέσκου, Οι γειτόνισσες»

Τασούλα Γεωργιάδου, Αληθινές παλιάς κοπής, μιας άλλης εποχής ―Γράφει ο Παύλος Λεμοντζής

Τασούλα Γεωργιάδου, Αληθινές παλιάς κοπής, μιας άλλης εποχής, εκδ. Παρέμβαση, Κοζάνη 2021

Ο παλιάς κοπής άνθρωπος έχει μοχθήσει, έχει δημιουργήσει, έχει κατασκευάσει, έχει απογοητευτεί, έχει τσακιστεί, έχει ανανήψει, έχει αγωνιστεί. Δηλαδή, έχει γνωρίσει τη ζωή στην ασχήμια της, στον πόνο της, στις μικρές χαρές της κι έχει γίνει κουβάρι μαζί της.

Παλιάς κοπής άνθρωπος και δη γυναίκα, θα πει τσαγανό, πείσμα, υπομονή και γενναιοδωρία, επιμονή, συμβιβασμός, αλλά και μεγαλοψυχία.

Ιστορίες με αλήθειες, σημαντικά γεγονότα, ιδιαίτερα ανθρώπινα πορτρέτα, στα εννιά σπαράγματα -διηγήματα της Τασούλας Γεωργιάδου. Όλα τρέχουν στα μάτια μας και η ψυχή μας γίνεται κοινωνός ιστορικών καταστάσεων, συναισθηματικών παλινδρομήσεων και, αίφνης, χωνεύουμε τις σελίδες και μπαίνουμε μέσα στη δράση. Η αφήγηση μάς αφορά, ο χρόνος μεταλλάσσεται σε ενεστώτα, ζούμε τη ζωή που δε ζήσαμε. Το κέρδος, από ένα τέτοιο αληθιστόρημα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τασούλα Γεωργιάδου, Αληθινές παλιάς κοπής, μιας άλλης εποχής ―Γράφει ο Παύλος Λεμοντζής»

Πάνος Ιωαννίδης, Ο καιρός των ρόδων ―Προδημοσίευση (πρώτου μέρους)

Πάνος Ιωαννίδης, Ο καιρός των ρόδων ―Εκδόσεις Κέδρος 2021

Ημέρα 1η

Το γαϊτανάκι

Νιώθει ότι έχει μεθύσει και ας μην έχει πιει στάλα αλκοόλ. Όλα και όλοι γυρίζουν γύρω της. Άνθρωποι χορεύουν πάνω στο κατειλημμένο οδόστρωμα, πουλιά φτερουγίζουν πάνω από τα σύρματα, λέξεις που έχουν ειπωθεί άπειρες φορές ζητούν επιτακτικά να γίνουν πράξη.

Μια μαγευτική αίσθηση έχει κατακλύσει την Ιφιγένεια. Η μελωδία που ακούγεται από τα τεράστια μεγάφωνα είναι σαν να βγαίνει από τα σπλάχνα των ανθρώπων που χορεύουν ολόγυρα και να ανεβαίνει προς τον ουρανό σχηματίζοντας ένα πολύχρωμο σύννεφο, για να ξεκινήσει επιτέλους μια καινούργια βροχή που θα ξεπλύνει τα πάντα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πάνος Ιωαννίδης, Ο καιρός των ρόδων ―Προδημοσίευση (πρώτου μέρους)»

Σταυρούλα Δεμέναγα, Αναχωρήσεις…

Κόβει ξύλα για το κρύο λέει.. Γυμνός από τη μέση και επάνω , ζεστός ο Απρίλης και ο επόμενος χειμώνας  αργεί.  Ενας προνοητικός   μεσήλικας μπροστά από την παράγκα του, συγκεντωμένος στο τακτικό του χτύπημα.  Από κάτω η ρεματιά, από πάνω ο δρόμος. Εκείνος ανάμεσα. Ο ήλιος ανάμεσα κι αυτός καθότι διστακτικός  σήμερα μεταξύ παρουσίας και απουσίας.

Κόβει ξύλα για το κρύο. Από πότε; Δυσκολεύεται να απαντήσει. Η Μάργα, με τα μαργιόλικα μάτια, εξ ου και το όνομα της, τον παρακολουθεί κουλουριασμένη στο χώμα δίπλα του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σταυρούλα Δεμέναγα, Αναχωρήσεις…»

Ειρήνη Θυμιατζή, Ρωγμές

Άνοιξε το παράθυρο να μπει φρέσκος αέρας. Χρώματα μαβιά και σύννεφα ήταν σκόρπια εκεί έξω. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Σε λίγες μέρες είχαν επέτειο γάμου. Άραγε θα τη θυμόταν εκείνος; Σα να ήταν χτες που αντηχούσαν στ’ αυτιά της τα λόγια της προξενήτρας, της συγχωρεμένης της Φώφης: «Πολλές θα ζηλέψουν την τύχη σου». Αν ήταν τώρα εν ζωή, θα ήθελε να της τα ψάλλει. Άσε που θα της ζητούσε πίσω και το καπιτονέ παλτό που της είχε αγοράσει ως αντάλλαγμα για τις «υπηρεσίες» της. Αυτές κι άλλες σκέψεις φλυαρούσαν στο κεφάλι της σαν κουτσομπόλες της γειτονιάς. «Ελάτε να δείτε πόσο όμορφα περνώ…» Αν μπορούσε θα τις προσκαλούσε, να δουν τις πολυτέλειες του σπιτιού, να θαμπωθούν. Είναι αμφίβολο, όμως, αν θα καταλάβαιναν τίποτα άλλο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Ρωγμές»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Από τις σκουριές

Υπήρξε και κάτι καλό στον κοροναϊκό εγκλεισμό. Μάθαμε, όσοι τυχεροί δεν μένουμε σε πυκνοκατοικημένα κέντρα, τα ρυάκια της περιοχής μας, τις αλάνες, τα οικόπεδα με τις μαργαρίτες. Μικρο-τοπία. Με τη μάσκα και τον φόβο κάνεις τη βόλτα και βλέπεις την αλλαγή των εποχών στα πλατάνια στο ρέμα και στα λουλούδια των άδειων οικόπεδων. Η διαδρομή είναι σχεδόν δεδομένη, ίδια, ασφαλής αφού επιλέγεται ώστε να παρακάμπτει ουρές μπροστά από καφέ και σουβλατζίδικα και τράπεζες, ξεκούραστη, αφού τριγυρίζει αποφεύγοντας τις ανηφοριές, ευχάριστη, αφού επιλέγονται οι δρόμοι με τα ωραία σπίτια και την αρύτερη κίνηση. Αλλά, κατάντησε κάπως βαρετή… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Από τις σκουριές»