Πάνος Νιαβής, Δέκα πόντους μαύρο χιόνι ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Αρμός

Σαν βγήκα στα «Κεδρωτά» στο ίσιωμα, αλλοφρόνησα κι  έβαλα τα σκουξίματα. Ποιος  να μ’ ακούσει μες την ερημιά. Στα «Ρόγκια» βέλαξε μια γίδα, αλλά πού εγώ μυαλά να  μαυλίσω ξανά.

Μπροστά μου ένα κορίτσι δεκαοκτώ, άντε το πολύ είκοσι χρονών, κείτονταν χωρίς  κεφάλι. Τα βυζιά του χαραγμένα με  μαχαίρι με το σχήμα σταυρού, με ανοιγμένη την κοιλιά από ανθρώπινο χέρι, «που να του το ξεράνεις από τη ρίζα, Θεούλη μου», σκέφτηκα. Ανοιγμένη κι από κάτω με τόσο μίσος  που  δεν φαίνονταν  παρά μια  μεγάλη  τρύπα μέσα σε ξεραμένα αίματα.

Παραμέρισα με μανία τις πουρναρότουφες ψάχνοντας να  βρω το κομμένο κεφάλι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πάνος Νιαβής, Δέκα πόντους μαύρο χιόνι ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Μίκης  Αναστασίου, Ο λογιστής ―απόσπασμα

Μίκης  Αναστασίου, Ο λογιστής ―Μυθιστόρημα, εκδόσεις Ενύπνιο, σελ. 286.

Περιγραφή

Ο Θανάσης, ένας σαραντάχρονος αλκοολικός λογιστής χωρίς φιλοδοξίες, ζει µια µίζερη, µοναχική ζωή, µεταλαµβάνοντας καθηµερινά την ιδέα της αποτυχίας του και της φθοράς που επιφέρει ο χρόνος στο πρόσωπό του. Απολυµένος από τη δουλειά του, εγκαταλελειµµένος από τη συµβία του, µπλέκει σε µια ερωτική περιπέτεια µε µια παράξενη γειτόνισσα, τη Μαρία, που, παρότι δεν είναι πεπεισµένος για την αγαθή της προαίρεση, κοντά της νιώθει ότι βρίσκει ένα γιατρικό για την απελπισία του και ότι γίνεται ο άλλος που πάντα ήθελε να είναι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μίκης  Αναστασίου, Ο λογιστής ―απόσπασμα»

Μαριάννα Παπουτσοπούλου, Νίνα ένα κορίτσι της κατοχής ―από την Έφη Φρυδά

Μαριάννα Παπουτσοπούλου, Νίνα ένα κορίτσι της κατοχής, Εύμαρος, 2022

Μια κριτική παρουσίαση της Έφης Φρυδά, μεταφράστριας-συγγραφέως

Το βιβλίο, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος, έχει ως κεντρικό χαρακτήρα τη Νίνα, μητέρα της αφηγήτριας. Μέσα από τον χαρακτήρα της Νίνας, μέσα από τη ζωή της, περνάει η ιστορία της Ελλάδας. Ελλειπτικά, με μια τεχνική συμπύκνωσης χωρίς ίχνος απεραντολογίας, χωρίς να θέτει σε δοκιμασία τα όρια της μνήμης μας, αλλά και ταυτόχρονα αναλυτικά όπου πρέπει. Η συγγραφέας ξέρει τι θέλει να κρατήσει και τι να πετάξει. Ξέρει τι μετράει στο γραπτό της. Με μια λέξη, εκείνη τη σωστή που επιλέγει, σκιαγραφεί έναν χαρακτήρα, ένα γεγονός, κάποιο σημείο της πόλης, ένα ιστορικό συμβάν. Δεν φαίνεται να δυσκολεύεται καθόλου σ’ αυτό. Με το λογογραφικό της χάρισμα, κομψά και παραστατικά, αναμιγνύει τα ιστορικά στοιχεία με την προσωπική συγκίνηση.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαριάννα Παπουτσοπούλου, Νίνα ένα κορίτσι της κατοχής ―από την Έφη Φρυδά»

Ασημίνα Λαμπράκου, μέρες του Απρίλη

Αγαπημένη, Ελοίζ

μονάκριβή μου,

η άνοιξή μου το δικό σου φθινόπωρο
Στέκομαι στο άνοιγμα του ποταμού όπως οι επιθυμίες που δεν εκπληρώθηκαν: φεύγοντας εξακολουθητικά
Όπως το κύμα στο πλάι της όχθης: πότε άγριο να ξεσπά, πότε ήρεμο να παρακαλεί, πότε ανύπαρκτο από συνειδητότητα και κάποτε από κούραση

Η ζωή όλη, ένα παιχνίδι του θήτα της επιθυμίας, Ελοίζ
Δεν υπάρχει είναι, υπάρχει θέλω
Αλλοίμονο τη δύναμη της λέξης που αλλάζει τη μορφή του κόσμου όλου!

Θέλω να σε ανταμώσω· να δω τα σκέπαστρα των ματιών σου, τις κόγχες, το κάτω το πάνω τόξο τους, το φόρεμά σου να λερώνεται στην άμμο, τα δάχτυλά σου να το κρατούν πάνω από τους αστραγάλους· θέλω να σε βλέπω Ελοίζ
είσαι η Άνοιξη Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, μέρες του Απρίλη»

Λεωνίδας Καζάσης, Ο μητράδελφος

«Να κοιτάς την δουλειά σου και τίποτε άλλο», είπε ο πατέρας στον δεκαπεντάχρονο. «Να υπομένεις την εχθρότητα», ο ιερέας εμύνησε. «Απέκτησε γνώση όση μπορείς, η γνώση ακριβά πουλιέται», ο καθηγητής εκήρυττε, και όλοι μαζί:

«μακριά η σκέψη σου από τις κοπέλες, μην αυνανίζεσαι, πρώτα τα μαθήματα και η σταδιοδρομία». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Ο μητράδελφος»

Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα πτώματα δεν πληρώνουν ―προδημοσίευση

[ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΥΡΙΟ 1η ΙΟΥΝΙΟΥ] Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα πτώματα δεν πληρώνουν, ―Αστυνομικό μυθιστόρημα― εκδόσεις Κέδρος

Περιγραφή:

Μια υπόθεση του ντετέκτιβ Νετούνο
Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Νετούνο είναι ένας άνθρωπος διαφορετικός από τους άλλους. Από τη μνήμη του έχουν σβήσει περίοδοι ολόκληρες, βλέπει εικόνες από το μέλλον και κατέχει ένα ιδιαίτερο και μοναδικό χάρισμα.
Ζει στην Αθήνα, σ’ ένα υπόγειο μπούνκερ κυκλωμένος από τη μοναξιά, παρέα με τα βιβλία, τα κόμικς και τους δίσκους του.
Όταν η Σάντι, ένας παλιός του έρωτας, τον καλεί να βρει το μικρό παιδί της που απήγαγαν κάποιοι, ο Νετούνο θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον Μπιλ και τον Χίκοκ, ένα δίδυμο αδίστακτων πληρωμένων δολοφόνων.
Για δύο μέρες θα ζήσει ένα ξέφρενο κυνηγητό γεμάτο αίμα και θάνατο.

Το χρήμα το λατρεύουν όλοι εκτός από τα πτώματα.

✳︎

Απόσπασμα
(οι πρώτες 14 σελίδες)

1

Χριστούγεννα 2018
Κοντινό παρελθόν

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα ο Μαρκ, ή αλλιώς ο «Γάλλος», έκοψε ταχύτητα και βγήκε από την Αττική Οδό στην έξοδο για την Παλλήνη. Έκανε ένα διαολεμένο κρύο και ψιλόβρεχε. Παρόλο που ήταν γιορτινές μέρες, σ’ αυτή την άκρη της πρωτεύουσας δεν υπήρχε ψυχή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα πτώματα δεν πληρώνουν ―προδημοσίευση»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Η έκθεση των πενήντα δολαρίων

Εκείνο που λογαριάζεις
Για μέρες τεμπέλικες
Είναι στα αλήθεια
Στάχτες
Στα μαλλιά της

«Κυρίες και κύριοι, η εβδομαδιαία ανταπόκριση από την διεθνή έκθεση πρωτοποριών.

Η εβδομάδα που μεσολάβησε αφθονούσε σε νεωτερισμούς και πρωτοπορίες. Ο κύριος διευθυντής σε άπταιστα γαλλικά σχολίασε θετικά την ανταπόκριση του κοινού. Την πρώτη μέρα φανερώθηκαν όλα τα επιχειρήματα που συνηγορούν πως η μηχανή της εσωτερικής καύσεως που βελτιώνεται διαρκώς με στοχευμένες παρεμβάσεις πρόκειται να συνταράξει τον κόσμο. Την δεύτερη και την Τρίτη μέρα οι εταιρίες λιπασμάτων και αγροτικών μηχανημάτων είχαν την τιμητική τους. Κλείστηκαν συμφωνίες ιδιαιτέρως κερδοφόρες και ο αρμόδιος υφυπουργός τοποθετήθηκε θετικά στην έκβαση του όλου εγχειρήματος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Η έκθεση των πενήντα δολαρίων»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ἡ κακιὰ μητριὰ

Στὶς παρυφὲς τῆς Κ…, μίας παραθαλάσσιας πολίχνης, ἦταν χτισμένη ἡ συνοικία Σαμπιοναρού. Ἡ ἀνατολικὴ πλευρά της κοίταζε στὴ θάλασσα ἀπ’ τὴν ὁποία ἀπεῖχε μόνον μερικὰ μέτρα καὶ τὴν χώριζε ἀπ’ αὐτὴν ἕνας χωμάτινος δρόμος. Στὸ τέλος τοῦ δρόμου, καὶ μὲ κατεύθυνση πρὸς τὸν βορρᾶ, ὑπῆρχε ἕνας ἔρημος καὶ μὲ ἐλάχιστη βλάστηση γήλοφος ποὺ κατέληγε σὲ γκρεμό, ἐνῶ ἀπὸ κάτω κυμάτιζε ἄγρυπνη ἡ θάλασσα. Στὴν ἀρχὴ τοῦ δρόμου αὐτοῦ, πρὸς τὸ νότο, ὑψωνόταν μία φαρδιὰ κάμαρα ποὺ ἀκουμποῦσε στὰ παλαιὰ τείχη τῆς πολίχνης, μὰ μὲ τὰ χρόνια καὶ τοὺς πολέμους μισογκρεμίστηκε καὶ τώρα ἔβλεπε κανεὶς μόνον τὸ πλαϊνό της τμῆμα. Γιὰ νὰ φτάσουν στὸ κέντρο τῆς Κ…, ποὺ ἀπεῖχε κοντὰ στὸ μισὸ μίλι ἀπ’ τὴ Σαμπιοναρού, κάτοικοι κι ἐπισκέπτες ἔπρεπε νὰ περάσουν ἀπ’ αὐτὴ τὴν πύλη κι ἔπειτα ν’ ἀνηφορίσουν ἕναν ἄλλο χωματόδρομο, ἐφαπτόμενο στὴν νότια πλευρὰ τῆς συνοικίας, μὲ προσανατολισμὸ βορειοδυτικό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ἡ κακιὰ μητριὰ»