Βάκης Λοϊζίδης, Αγκαθερά ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Εσκλάβωσες μας
με τούντον φουμισ̌ιάρικον
δεκαπεντασύλλαβον Βασίλη
που θέλεις σώνει τζ̌αι καλά
την ρωμιοσύνη
συνότζιαιρη του κόσμου
Οι μιάλες ιδέες
Εφέρασιν μονόδρομον
Όπου τζ̌αι να δικλίσεις
Εν κρεμμός Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βάκης Λοϊζίδης, Αγκαθερά ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Λεωνίδας Καζάσης, Συναντήσεις μυστικές και αγγίγματα εφήμερα κ.α.

Ο Δημήτρης μου άρεσε, όταν μαζί με τον Γρηγόρη μου πρωτομίλησαν, μιά μέρα που περπατούσα στην παραλία. Τον Γρηγόρη προτίμησα που σιγουριά με γέμιζε και όπως βλέπεις είμαι μαζί του ακόμα».
Αυτά είπε η Αμαλία σε άνδρα ευπορώτερο που τον εκαλοκοίταζε, αλλά φιλήδονο και για οικογένεια ούτε να ακούσει.
Επλάγιασε μαζί του μερικά βράδυα, μήπως τον εδελέαζε τις απόψεις του να εγκαταλείψει, από το φόρεμα της πίσω να συρθή, όμως τον άνδρα μανιωδώς η αίσθηση ενδιέφερε, και η Αμαλία στην σιγουριά της ετραβήχθη, την ευκαιρία περιμένοντας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Συναντήσεις μυστικές και αγγίγματα εφήμερα κ.α.»

Σπύρος Αραβανής, Ο φιλοθεάμων ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Κουκούτσι

Περιγραφή

«[…] κενος φιλοθεάµων κα οδαµ νεχόµενος ν τις ν τ καλν φ εναι κα δίκαιον κα τλλα οτω» γράφει ο Πλάτων σε ένα σημείο της «Πολιτείας» του (478e-) και αποτελεί την προμετωπίδα- φιλοσοφία της πέμπτης ποιητικής συλλογής του Σπύρου Αραβανή.

Το Πρώτο Μέρος εμπεριέχει είκοσι ποιήματα διαφορετικής τεχνοτροπίας και περιεχομένου έχοντας όμως συνεκτικό δεσμό εκείνον τον φιλοθέαμονα ως «μύστης του θαύματος που γεννά η πραγματικότητα / όταν όλοι ξεσκίζουν το σώμα της φαντασίας».

Το Δεύτερο Μέρος, με τον τίτλο «Nox», αποτελεί ένα εκτενές ποιητικό-θεατρικό αφήγημα, ενδοσκόπησης και όχι δράσης ως μια έκρηξη απολογισμού της τελευταίας «ευημερούς» τριακονταετίας, όταν μια παρέα «πρώην» νέων κάθεται στην παραλία, µιαν αυγουστιάτικη βραδιά, ακούγοντας τον μικρότερο της παρέας, τον «Λύγκα», να εξιστορεί: «Γεννηθήκαμε σε μια εποχή όπου οι λέξεις καμάρωναν για την ελευθερία τους / σαν το παγόβουνο που ατενίζει στητό στον ορίζοντα / ξεγελώντας τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες / για το βάθος της ραχοκοκαλιάς του»…ώσπου.. «Το απότομο ξύπνημα της πραγματικότητας / ήρθε από έναν άσχημο ύπνο και όχι από το σκούντημα μιας νέας πραγματικότητας / κι έτσι η αντιμετάθεση των γραμμάτων έλξη-λέξη / παρέμεινε ένα όραμα νεκρών». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σπύρος Αραβανής, Ο φιλοθεάμων ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Άγγελέ μου…

γγελέ μου, πάει καιρὸς ποὺ δὲν κατάφερα νὰ σκαρώσω οὔτε ἕνα τόσο δὰ στιχούργημα. Ἡ σκόλη τύλιξε τὶς φτεροῦγες της καὶ μαζεύτηκε στὴ γωνιά, στριμωγμένη ἀπὸ τὴν ἰλιγγιώδη ταχύτητα τῶν πραγμάτων κι ἔτσι δὲν προλαβαίνω τώρα νὰ δροσοσταλάξω λίγη ὀμορφιὰ πάνω στὸ κιτρινισμένο κορμὶ τοῦ χαρτιοῦ, ὅπως ἀφήνει ὁ κλῶνος τὴ δροσοσταλίδα νὰ πέσῃ πάνω στὴ γῆ μπροστὰ στὸ φέγγος τῆς πρώτης ἀχτίδας. Κατάλαβέ με, οἱ ἔγνοιες βυζαίνουν τὴ σκέψη μου διαρκῶς καὶ μὲ ὁδηγοῦν κάτω ἀπὸ τὸν θόλο ἑνὸς στέρφου ὀνείρου. Δὲν δύναμαι νὰ ὀνειρευτῶ τὸ ὄνειρό μου. Κατάντησα διαβατάρικο πουλὶ ποὺ ἀκόμα ψάχνει τὴν Ἄνοιξη γιὰ νὰ ξαποστάσῃ ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὴν ὀμπρέλα τοῦ οὐρανοῦ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Άγγελέ μου…»

Παύλος Νιρβάνας, Το φλουρί του φτωχού

Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ’πεσε –ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα– βγήκε μοιρασμένο.

Πώς έρχονται τα πράγματα καμιά φορά!

Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει να κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.

«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ’ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός». Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παύλος Νιρβάνας, Το φλουρί του φτωχού»

Καίτη Παπαδάκη, Πτώση

Τριγύρισα τον φαρδύ κορμό, πάντα από απόσταση, καθώς οι εντολές ήταν σαφείς όταν  το αφεντικό μας έδωσε τα κλειδιά. Άλλωστε  η πινακίδα στην βάση του δέντρου , προειδοποιούσε για τις συνέπειες της όποιας ανυπακοής: ΠΡΟΣΟΧΗ! ΜΗΝ ΠΛΗΣΙΑΖΕΤΕ. ΜΗΝ ΚΟΒΕΤΕ ΜΗΛΑ. ΜΗΝ ΚΑΘΕΣΤΕ ΣΤΗ ΣΚΙΑ. ΘΑ ΤΟ ΒΡΕΙΤΕ ΑΠ’ ΤΟΝ ΘΕΟ. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να γελάστηκα, η φωνή ήταν ξεκάθαρα γυναικεία, ερχόταν από εδώ. Όχι, η Εύα ήταν από ώρα στην άλλη μεριά του περβολιού κι έπλενε στο ρυάκι. Στον τρίτο κύκλο γύρω απ’ την μηλιά σιγουρεύτηκα πως δεν κρυβόταν κανένας . Κοίταξα τα κλαδιά. Μήπως ήταν κανένας παπαγάλος; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Πτώση»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Σαν έφηβος, σαν βασιλιάς

Καθήκον του χρόνου
Είναι να ξεγλιστρά

Φάρσα, όχι μεγαλύτερη από αυτήν που
Σκαρώνει ο χρόνος

Ήταν εμφανώς μεθυσμένος, με μεγάλα, βουκολικά μάτια. Έμοιαζε να΄χε χάσει μια αγάπη ή να του΄χε μια δύναμη ανώτερη, εκμυστηρευθεί τον ακριβή χρόνο του θανάτου του. Κάτι τέτοιο θα του προσέδιδε την όψη ενός άγριου μήνα. Η ορχήστρα έπαιζε ξέφρενα, τα λεπτά κυλούσαν, όλες οι γέφυρες με τον κόσμο εκεί έξω, συντρίβονταν. Οι κύριοι, τυλιγμένοι στο δέρμα ενός λονδρέζικου χελιδονιού και οι κυρίες, με προσεγμένες τουαλέτες και την πιο διακοσμητική, γιορτινή γλώσσα που φαντάστηκε κανείς. Περνούν και χάνονται μες στα δωμάτια της βίλας, λίγοι και εκλεκτοί καλεσμένοι αυτής της μαγικοδραματικής τελετής, γεμάτης ίντριγκες, χωρισμούς, πάθος και έξαλλο χορό από τα ζευγάρια που κηλιδώνουν τον ώριμο κέδρο του πατώματος με τα γυμνά των βήματα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Σαν έφηβος, σαν βασιλιάς»

Βιβλία για τις Γιορτές: Μαρία Λαϊνά, Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα

Έζησα με αναίδεια

Έζησα με αναίδεια
και μοναξιά.
Μιλάω στο πρώτο πρόσωπο.
Έζησα με παράξενες σκέψεις
σκοτεινές παρορμήσεις
και όνειρα·
σε μερικά έβγαινα σε λιμάνια
σ’, άλλα πνιγόμουνα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βιβλία για τις Γιορτές: Μαρία Λαϊνά, Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα»