«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο

Καμιά φορά, όταν τα πράγματα στενεύουν γύρω μου και ο φόβος, πάει να γίνει σχεδόν πανικός, όπως τώρα στις μέρες μας, με ανεργίες, πλειστηριασμούς και ειδήσεις για μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, με τίποτα να μην αναγνωρίζω πια και τον πρωθυπουργό στο Πεκίνο να κλείνει συμφωνίες για το καλό μας, εγώ πίσω από τα τζάμια του παραθύρου μου, κοιτώντας εκατομμύρια επιθετικές νιφάδες χιονιού να μου ψιθυρίζουν «κάτσε μέσα, κάτσε μέσα» εντελώς διαφορετικές από εκείνες που αναθυμάμαι παιδί να μου χαμογελάνε και να μου γνέφουν «έλα έξω, έλα έξω να παίξουμε» στέλνω το μυαλό μου όπως ένα παιδί για θελήματα, να μου φέρει εικόνες που μου είναι γνώριμες. Που τις ξέρω και με ξέρουν. Κλείνω τα μάτια κι αναθυμάμαι.

   Εκείνο τρέχει πάνω κάτω, μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60.
    Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας. Μια μεγάλη σειρά ανθρώπων φαίνεται, σα να κάνει παρέλαση.
     Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ με το «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις, παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κάτουρο του.
   Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς ενώ μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
     Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , δυο τρεις ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά – σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
   Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού.   Σε διάφορα βολ πλανέ ξεπροβάλλουν, ο Γιώργος Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν (καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν) οι εικόνες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
  Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι. Ο κόσμος από κάτω, χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
   Σε μια άλλη μικρότερη εικόνα, η Δήμητρα Λιάνη ισιώνει τις ζαρτιέρες της κοιτώντας πίσω, πάνω από τον ώμο της.
  «Μνησθητί μου Κύριε, καλό κι ευλογημένο» είπα ανοίγοντας τα μάτια, νομίζοντας πως ήτανε όνειρο.

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Μια Κυριακή χωρίς μπάλα

Κυριακή πρωί ήτανε και ήμασταν καμιά δεκαριά παιδιά μαζεμένα να θέλουμε να παίξουμε μπάλα και μπάλα να μην έχουμε, τι μπάλα δηλαδή, ούτε καν ένα λαστιχένιο τόπι όπως τις πιο πολλές φορές. Καθισμένοι όλοι στη σειρά κάτω στο πεζοδρόμιο, σκασμένοι που θα πήγαινε η Κυριακή τσάμπα, δίχως ποδόσφαιρο.

  Και ξαφνικά από το απέναντι μπαλκόνι, να σου ο Βασιλάκης ο μυταράς με το κοντό του παντελονάκι και τα δερμάτινα παπούτσια και στα χέρια του κρατούσε μια μπάλα, μα τι μπάλα! Ούτε στα όνειρα μας δεν είχαμε δει.
  Και τι έκανε το κωλόπαιδο, την κράταγε ψηλά και μας την έδειχνε για να μας καψουρέψει. Μετά την πέταγε στον τοίχο και την ξανάπιανε, όπως παίζουνε τα κοριτσάκια.
 Ξαφνικά σηκώθηκε ο Αντώνης ο Τσίχλας πάει κάτω από το μπαλκόνι κι αρχίζει να τον παρακαλάει να μας πετάξει τη μπάλα.
 Ο Βασιλάκης ο μυταράς (που έγινε αργότερα εισαγγελέας) μας έδειχνε με το δάχτυλο έναν, έναν και έλεγε ποιόν δεν ήθελε να παίξει με τη μπάλα του.
 Ο Τσίχλας του έλεγε να κατέβει κάτω και θα παίζανε οι δυο τους και ο μυταράς του λέει «καλά, έλα από κάτω να την πιάσεις» και πάει όλο χαρά ο Τσίχλας από κάτω από το μπαλκόνι κι ο Βασιλάκης ο μυταράς του αμολάει μια ροχάλα ίσα πάνω στα μούτρα και το σκάει μέσα στο σπίτι.
 Τότε χωρίς να το πολυσκεφτώ, πάω και χτυπάω το κουδούνι και λέω «κυρά Πηνελόπη άνοιξε, του Βασιλάκη του έπεσε η μπάλα» εκείνη ανοίγει και εγώ ανεβαίνω τις σκάλες και τον βλέπω να τρέχει τρομαγμένος και να φωνάζει τη μάνα του, τον προλαβαίνω κι εκείνος για να γλυτώσει, κάνει έτσι και μου απλώνει με τα δυο χέρια τη μπάλα που κράταγε και εγώ την αρπάζω, βγαίνω έξω στο μπαλκόνι και την πετάω κάτω στους άλλους.
 Ούτε να τον φτύσω δεν άξιζε ο πούστης, αλλά τον έφτυσα και μάλιστα δυο φορές και η μάνα του τσίριζε και εγώ τους άφησα έτσι και κατέβηκα τις σκάλες και βγήκα πάλι έξω στο δρόμο και βρήκα τους άλλους στη Ζανή να χωρίζονται σε διπλό κι αρχίσαμε να παίζουμε χαρούμενοι κι εγώ είχα ξεχάσει τον Βασιλάκη όχι γιατί με είχε απορροφήσει το παιχνίδι, αλλά είχα στο μυαλό μου τη μάνα μου που ήτανε στο σπίτι άρρωστη, τον πατέρα μου δεν τον γνώριζα «στα καράβια» λέγαμε αόριστα άμα μας ρωτούσαν. Εκείνα τα χρόνια ολονών οι πατεράδες που είχαν εξαφανιστεί ή στα καράβια ήτανε ή πεθαμένοι. Κανένας δεν είχε παρατήσει το σπίτι του, γιατί στη γειτονιά ήτανε ντροπή τέτοιο συμβάν για τη γυναίκα και τα παιδιά που έμεναν πίσω.
 Εγώ από τότε που άρχισα να σκέφτομαι, ήθελα να γίνω καπετάνιος στα καράβια.
 «Μάνα – της έλεγα- θα σε παίρνω και σένα μαζί. Όπως ο καπετάν Μανόλης παίρνει τη γυναίκα του, εγώ θα παίρνω εσένα. Εσύ θα είσαι η καπετάνισσα πάνω στο καράβι, εσύ θα μου λες ποια λιμάνια θες να δουν τα μάτια σου κι εγώ θα σε πηγαίνω. Της άρεσε να της μιλάω έτσι κι όλο έλεγε καθώς σκούπιζε κρυφά τα μάτια της, πως την τρόμαζε η θάλασσα, αλλά με μένα καπετάνιο δεν θα ΄ χε φόβο πια κι όλο σκούπιζε τα μάτια της και εγώ δεν έμαθα ποτέ, αν έκλαιγε από χαρά ή από λύπη, σαν να ήξερε πως καπετάνιος δεν θα γινόμουνα ποτέ.
©Πέτρος Κυρίμης
φωτογραφία: Creative commons, ειδικά «προσαρμοσμένη»

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Τα σκυλιά του δρόμου

Η μέρα του Πολυτεχνείου κι ο Ουρανός ή γιατί πενθούσε για τα θύματα εκείνης της μακρινής ημέρας ή γιατί ο ίδιος είχε τα σεκλέτια του για δικούς του λόγους από το πρωί ήτανε κατάμαυρος σαν καλιακούδα. Μεσημέρι λοιπόν που έμοιαζε σαν μεσάνυχτα εγώ πήρα ένα ταξί από την Αλεξάνδρας για να πάω Σύνταγμα. Μόλις άρχιζε να ψιχαλίζει κι όταν ανηφορίζαμε την Ακαδημίας άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα και τότε διαπιστώνουμε ότι οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τα κάτω ήτανε όλοι κλεισμένοι γιατί σε λίγο θα άρχιζε η πορεία. Τελικά με αφήνει τέρμα Ακαδημίας την ώρα που ο Ουρανός έβγαζε για καλά το άχτι του. Αστραπές και βροντές έτσι όπως φανταζόμουν την Αποκάλυψη του Ιωάννη.

  Μούσκεμα σαν να είχα πέσει με τα ρούχα στη θάλασσα τρύπωσα κάτω από το υπόστεγο ενός περίπτερου και προσπαθούσα να πάρω κουράγιο και ελπίδα ότι τελικά δεν ήτανε η συντέλεια του κόσμου από δυο ηλικιωμένες Γερμανίδες δίπλα μου που συνηθισμένες από τέτοια ατάραχες έλεγε η μια στην άλλη πως είχε περάσει το καλοκαίρι της. Εγώ πεπεισμένος ότι πια ο ήλιος θα έκανε χρόνια για να ξαναφανεί σαν εκείνον τον άλλονε του ΠΑΣΟΚ έκανα μια τελευταία προσπάθεια κι ανάμεσα σε ποτάμια νησίδες και πλακάκια που μόλις τα πατούσα γινόντουσαν σιντριβάνια βρώμικα και αιμοβόρα έφτασα στην πόρτα του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια και εκεί ανάμεσα σε θυρωρούς με λιβρέες γαλόνια και κασκέτα σα να ηρέμησα κάπως. Έκανα κι όλας τη σκέψη πως Μεγάλη Βρετάνια ήτανε αυτή. Είχανε δει και είχανε δει τα μάτια της. Αφού είχε αντέξει ακόμα και τον Μακάριο πάνω σε ένα μπαλκόνι της να φωνάζει έξω οι Εγγλέζοι από την Κύπρο.
  Όλοι την ιστορία της νεότερης Ελλάδας μπροστά της και δεν είχε κλατάρει. Σαν να ησύχασα κάπως και την στιγμή που αναρωτιόμουνα αν θα γίνει η πορεία ακούω κάτι χαλαρά ασυντόνιστα συνθήματα και από την γωνία της Σταδίου φάνηκαν δυο αδέσποτα σκυλιά που έχοντας πάρει σοβαρά την αποστολή τους σαν προπομποί σταμάταγαν κάθε τόσο και κοιτούσαν πίσω να δουν αν τους ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα.
  Και πράγματι καμιά δεκαπενταριά νέα παιδιά φάνηκαν κρατώντας τα καθιερωμένα πανώ και όλοι μαζί πέρασαν μπροστά μας μέσα στην καταρρακτώδη βροχή και εγώ πάλι δεν ήξερα αν αυτό όλο ήτανε κάτι ηρωικό ή αξιοθρήνητο αλλά και πάλι δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω τα συναισθήματα μου γιατί πίσω τους ξεμπουκάρισε πάνοπλη μια διμοιρία των Ματ και μέσα μου αισθάνθηκα μια αφόρητη ανησυχία για τα δυο αδέσποτα σκυλιά που ανύποπτα μες την τρελή χαρά δεν οσμιζόντουσαν τον κίνδυνο.
  Μεγάλη Βρετανία μου εσύ που τόσα έχουνε δει τα μάτια σου κι άλλα τόσα ο κώλος σου συμπεριέλαβε τους κι αυτούς μέσα στη νεότερη ιστορία μας. Αδικία.

©Πέτρος Κυρίμης 
«Λουκάνικος, ο σκύλος της χρονιάς 2011» © PHOTO -ARIS MESSINIS / AFP / GETTY IMAGES –TIME MAGAZINE 

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Διά πυρός και αγάπης

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα προς έκδοση 

ε

ίναι τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που μας βοήθησαν να μεγαλώσουμε!.. Ξεχασμένοι τώρα πολύ βαθιά στη μνήμη μας, έρχονται και φεύγουν σαν δέντρα που τα κοιτάς μέσα από το τρένο καθώς τρέχει.
  Ο χρόνος σαν ένας θεόρατος τροχός γυρνάει ακατάπαυστα. Κάνει το ίδιο δρομολόγιο πάντα από καταβολής κόσμου. Αδιάφορος σαν τον Χάροντα και συμπονετικός σαν τον Θεό και το ίδιο αμίλητος μας παίρνει απάνω του τη στιγμή που γεννιόμαστε κι αφού μας κάνει ένα μικρό σεργιάνι, μας αφήνει μετά να πέσουμε στο σκοτάδι και στη λησμονιά.
   Αν έχω ένα πράγμα στη ζωή μου που μίσησα πιο πολύ, είναι ο χρόνος.
  Από τότε που ήμουν μικρός αισθανόμουν εχθρικά απέναντι του. Όταν μας ανάγκαζε να κόβουμε ξαφνικά το παιχνίδι γιατί η ώρα πέρασε. Όταν αργότερα έβγαινα ραντεβού με το κορίτσι μου και εκείνη κοιτούσε διαρκώς το ρολόι να μην αργήσει στο σπίτι και ο χρόνος έτρεχε απελπιστικά γρήγορα. Ακόμα και οι πολλοί οδυνηροί αποχωρισμοί που είχα στη ζωή μου και που πολύ θα ήθελα τότε να επιβραδύνω τον χρόνο. Και τώρα που μεγαλώνω ο χρόνος είναι ο μοναδικός μου ανίκητος αντίπαλος. Ένας αγώνας άνισος που η έκβαση του είναι να παραδοθείς άνευ όρων, καταδικασμένος να πεθάνεις έναν δειλό ταπεινωτικό θάνατο μέσα στα γερατειά και στην ανημποριά. Ο Νίτσε λέει ότι γερατειά είναι όταν πια κανείς δεν σε παρατηρεί, κανείς δεν σε προσέχει. Θυμάμαι τη γιαγιά μου που κάθε απόγευμα καλοκαιριού έβγαζε τη καρέκλα της έξω από την αυλή να κάθεται πολλές φορές απρόσεκτα και όταν της έλεγα «γιαγιά μαζέψου λίγο» εκείνη έλεγε σχεδόν με παράπονο «ποιος θα με παρατηρήσει παιδάκι μου;»
  Θα ήμουνα δεν θα ήμουνα δεκαοχτώ χρονών τότε και το μόνο που αγαπούσα πραγματικά ήτανε το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο και το διάβασμα. Θυμάμαι έγραφα κι όλας. Δηλαδή τι έγραφα. Παρ όλα αυτά όταν είχε προκηρυχθεί ένας Πανελλήνιος σχολικός διαγωνισμός ποίησης, είχα πάρει το δεύτερο βραβείο. Ήμουνα τότε στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Τίποτα το σπουδαίο κι ούτε είχα δώσει και πολύ σημασία, μόνο που αυτό ήτανε χωρίς να το ξέρω η «μαγιά» μέσα μου για αυτό που μου επιφύλασσε η μοίρα μου. Να γνωρίσω τον άνθρωπο που χωρίς να το επιδιώξει μου έδειξε το δρόμο που θα ακολουθούσα. Έναν δρόμο που όταν τον ξεκινήσεις δεν έχει σταυροδρόμια να μπερδευτείς. Περίπτωση να χαθείς δεν υπάρχει. Ούτε γυρισμού και να θέλεις. Ένας δρόμος απέραντος, κατασκότεινος με θεριά, τρομαχτικά να σε καλούν να παλέψεις μαζί τους σε κάθε βήμα σου, βρικόλακες να σου πιουν το αίμα, να σε εμποδίσουν να περάσεις, ξέροντας ότι αν τους ξεφύγεις τέλειωσε. Σώθηκες. Στο τέρμα αυτού του δρόμου μια ανθρώπινη φιγούρα βγαίνει από τη σκιά. Το ίδιο πρόσωπο με το δικό σου. Το ίδιο βάδισμα και το χαμόγελο που σε καλωσορίζει ίδιο κι απαράλλακτο με το δικό σου. «Γεια σου» λέει και εσύ ακούς τη φωνή σου γνώριμη και φιλική. Σαν καταφύγιο, σίγουρο κι απόρθητο μπαίνεις μέσα σου, σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια του Έζρα Πάουντ «…για να γνωρίσεις τον εαυτό σου, πρέπει πρώτα να φτάσεις στο Αμήν…»
  Στην πλατεία Βικτωρίας του ΄65 δεν είχα ξαναπάει. Πειραιώτης φανατικός τα στέκια μου ήτανε στο Πασαλιμάνι και συγκεκριμένα στο καφέ «Φοντάνα» πάνω στη πλατεία και δίπλα από το μικρό ξενοδοχείο του φίλου μου του Φάνη Σπανουδάκη που τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του άφησαν ιστορία στο μπάσκετ με την ομάδα του Ολυμπιακού. Μαζευόμασταν καθημερινά και οι ώρες μας περνούσαν με συζητήσεις συνήθως γύρω από το ποδόσφαιρο και τα κορίτσια. Οι πιο πολλοί από εμάς παίζαμε μπάλα (είχαμε δηλαδή δελτίο) ή στον Ολυμπιακό ή στον Εθνικό. Τότε κανείς από εμάς δεν ονειρευότανε να κερδίσει λεφτά και μεγαλεία από το ποδόσφαιρο. Αν κάποιος έφτανε να γίνει διεθνής ίσως να τον έβαζαν να δουλεύει στη ΔΕΗ ή να τον έβαζαν φωτογραφία μέσα σε τσιχλόφουσκες να παίζουν τα παιδιά. Μερικά χρόνια αργότερα λέγαμε για τον Γιώργο Σιδέρη που ερχότανε στο γήπεδο με μια βέσπα «πως αυτός τα κονόμησε.» Έτσι λοιπόν ή κάπως έτσι πέρναγε η ζωή μου ώσπου ένα βράδυ που είχα ανέβει στην Αθήνα να αγοράσω ένα παντελόνι ή κάτι τέτοιο, η πωλήτρια ένα όμορφο μελαχρινό κορίτσι που τώρα ούτε που θυμάμαι το όνομα της, μου έδωσε ραντεβού την άλλη μέρα το βράδυ στην πλατεία Βικτωρίας.
  Εγώ πήγα, εκείνη δεν ήρθε. Οι μοίρες που έλεγα, στη θέση της έστειλαν τον άνθρωπο που άλλαξε τη ζωή μου. Προς το καλύτερο. Ακόμα και σήμερα μετά από τόσα χρόνια κι από τόσα που έχω τραβήξει μπορώ να το πω.
  Καθώς περίμενα όρθιος στην έξοδο του ηλεκτρικού κι εκείνη δεν φαινότανε, παρατήρησα έναν άντρα λίγο πιο πέρα που κάθε τόσο με κοίταζε.
  Ήταν ψηλός μελαχρινός, καλοντυμένος. Όμορφος άντρας και δεν έμοιαζε με αυτό που το μυαλό μου πήγε αμέσως. Από εκείνους, τους άλλους.
  Μετά από λίγο άλλαξα γνώμη. Άκουσα τη φωνή του δίπλα μου, σιγανή καλλιεργημένη να με ρωτάει αν περίμενα κάποιον. «Κάποια» απάντησα εγώ κι αμέσως έδεσε μες το μυαλό μου ότι ο τύπος ήτανε από τους άλλους. Μάλλον ο τρόπος που του απάντησα του έκοψε τη φόρα. Έφυγε λίγα μέτρα πιο πέρα και ένοιωθα να με κρυφοκοιτάζει. Εκείνα τα χρόνια το να σου κολλήσει ένας ομοφυλόφιλος ήτανε κάτι πολύ συνηθισμένο. Και σήμερα βέβαια το ίδιο γίνεται μόνο που τότε ήμασταν λίγοι και φαινότανε ενώ σήμερα πολλοί και δεν φαίνεται. Μάλιστα με τους ξένους τώρα έχουν διαταραχθεί και οι ισορροπίες. Είναι πιο μεγάλη η προσφορά από τη ζήτηση.
  Το κορίτσι δεν ερχότανε, η ώρα είχε περάσει κι εγώ ετοιμάστηκα να κατέβω τις σκάλες να πάρω τον ηλεκτρικό για τον Πειραιά. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να πλησιάζει κι εκνευρισμένος όπως ήμουνα προσπάθησα να φέρω στο στόμα μου ότι χειρότερη βρισιά ήξερα. Και ήξερα πολλές.
  «Δεν ήρθε ε;»
  «Όχι» είπα εγώ κάνοντας μια προσπάθεια να μη βρίσω ακόμη.
  «Εκείνη έχασε» έκανε πάλι σχεδόν χαρούμενα.
  Τον κοίταξα και δεν μπόρεσα να θυμώσω. Παρ όλο το «κόλλημα» δεν έδειχνε θρασείς. Είχε σχεδόν τα διπλάσια χρόνια από μένα όμως κάτι απάνω του ήτανε παιδικό και αθώο συνάμα.
  «Άκουσε –του λέω- χάνεις την ώρα σου μαζί μου…
  Εκείνος με μπέρδεψε.
  «Και που το ξέρεις;» είπε χαμογελώντας. Στα μάτια του είχε μια περιπαιχτική έκφραση σαν τα μικρά παιδιά που νομίζουν πως ξεγελάνε τους μεγάλους.
  «Σιχαίνομαι τις σχέσεις μεταξύ αντρών…
  «Δηλαδή δεν έχεις φίλους;»
  Άρχισα να τσαντίζομαι.
  «Έχω, –είπα ειρωνικά – μήπως θες να γίνουμε φίλοι;»
  «Ναι»
  Είχε μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Εγώ κατέβηκα ένα σκαλάκι.
  «Ας πιούμε έναν καφέ αν δεν βιάζεσαι… εδώ στη γωνία έχει ένα ήσυχο καφενείο.»
  Κάτι απάνω του με έκανε να ξανανέβω τη σκάλα. Κάτι με έσπρωξε να τον ακολουθήσω στο καφέ. Σε λίγο καθισμένος απέναντι του ένοιωθα σαν παγιδευμένος. Κοιτούσα γύρω μου και νόμιζα πως όλοι εκεί μέσα ήξεραν. Τον κοίταξα πιο προσεχτικά και λίγο ησύχασα γιατί τίποτα επάνω του δεν φανέρωνε την ομοφυλοφιλία του. Σχεδόν ήτανε ένας όμορφος αρρενωπός κομψός άντρας. Μάλιστα νόμισα σε κάποια στιγμή ότι η απέναντι κοπέλα του έριχνε βλέμματα με ενδιαφέρον.
  Στη μια ώρα που έκατσα μαζί του είχα εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που κρατούσε τη συζήτηση. Με ρωτούσε για μένα με πραγματικό ενδιαφέρον. Έστρεψε την κουβέντα στα βιβλία και με εντυπωσίασε πόσα πολλά ήξερε.
  Δεν έδειξε περιπαιχτική διάθεση όταν διαπίστωσε ότι εγώ δεν είχα ιδέα για τόσους συγγραφείς που ανέφερε καθώς και βιβλία. Κάναμε δυο συμφωνίες στο τέλος. Η μία ότι ποτέ δεν θα μου έκανε πρόταση που θα ξέφευγε από τα όρια της φιλίας και η άλλη πως θα με προμήθευε εκείνος βιβλία που εγώ θα διάβαζα. Βγήκαμε έξω και καθώς περνούσαμε από το περίπτερο της πλατείας εκείνος κοντοστάθηκε και αφού πλήρωσε μου έδωσε το περιοδικό που αγόρασε. Ήτανε το περιοδικό «ΕΠΟΧΕΣ» που αργότερα έμαθα πως μαζί με την «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ» ήτανε τα δυο πιο έγκυρα περιοδικά λογοτεχνίας και τέχνης εκείνα τα χρόνια.
  Μου έδειξε στο εξώφυλλο ένα διήγημα που υπήρχε μέσα και μου είπε απλά πως «αυτό είναι δικό μου.»
  Το όνομα του συγγραφέα από κάτω, ήταν Μένης Κουμανταρέας.
  Η φιλία μου με τον Μένη Κουμανταρέα κρατάει μέχρι σήμερα και δεν μετάνιωσα ποτέ που τον γνώρισα. Ίσα, ίσα που με έκανε υπερήφανο.
  Στα χρόνια που ακολούθησαν στάθηκε η αιτία να ριχτώ με τα μούτρα στο διάβασμα, μα το καλύτερο από όλα ήταν ότι με έβαλε σε έναν κύκλο που ποτέ μόνος μου δεν θα μπορούσα να μπω. Στον κύκλο της διανόησης εκείνης της εποχής. Κάθε βράδυ σχεδόν πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, κάποιος θα διάβαζε τα ποιήματα του ή τα πεζά πριν να τα δώσει στον εκδότη. Ακολουθούσε συζήτηση πάνω στα κείμενα, ανάλυση, γνώμες. Ο πρώτος συγγραφέας που διάβασε και ήμουνα κι εγώ εκεί ήτανε ο Βασίλης Βασιλικός είχε φέρει τα χειρόγραφα από την τριλογία του «Το πηγάδι, το φύλο και το αγγέλιασμα.» Στην παρέα αυτή θυμάμαι ακόμη εκτός από τον Μένη Κουμανταρέα, τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον ζωγράφο Βασίλη Κυπραίο, τους αδελφούς Ψυχοπαίδη, την Αθηνά Σχοινά, τον ηθοποιό αργότερα Χρήστο Βαλαβανίδη, τον μεγάλο σήμερα θεατράνθρωπο Λευτέρη Βογιατζή, τον Κρίτωνα Χουρμουζιάδη διανοούμενο δάσκαλο Αγγλικών, τον Βασίλη Διοσκουρίδη σήμερα εκδότη και πολλούς άλλους που τώρα δεν μου έρχονται στο νου.
  Ας είναι καλά όλοι και τους ευχαριστώ από καρδιάς που με δέχτηκαν, με έκαναν φίλο κι αναπόσπαστο μέλος της παρέας τους έστω κι αν εγώ τότε δεν είχα στόμα να μιλάω παρά μόνο αυτιά ορθάνοιχτα να ακούω.
  Και θυμάμαι με συγκίνηση όταν μετά από αρκετά χρόνια κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο «Η καρδιά του Κότσυφα» και το διάβασε, που μπήκαμε μαζί σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο στη Φωκίωνος Νέγρη που τον γνώριζαν και που στο κέντρο της βιτρίνας φιγουράριζε το δικό του καινούργιο μυθιστόρημα και απαίτησε να μπει δίπλα στο δικό του και το δικό μου. Δεν θα το έκανε ποτέ για λόγους φιλίας, ούτε για κανέναν άλλο λόγο. Με αυτή του την κίνηση, με αυτόν τον απλό τρόπο με έχριζε συγγραφέα.
©Πέτρος Κυρίμης
φωτογραφία χωρίς δικαιώματα -ειδική επεξεργασία Στάχτες.

Πέτρος Κυρίμης,Το όνειρο του Ζήση

Άμα δεις Έλληνα μετανάστη της Γερμανίας, κρύψου. Ο χαρακτήρας του είναι ίδιος με του Προκρούστη. Μέσα στο μυαλό του κουβαλάει το κρεβάτι του. Νοερά σε τοποθετεί απάνω. Σε ταιριάζει στα μέτρα του κρεβατιού. Στα μέτρα τα δικά του. Αν του φανείς μακρύς σου κόβει τα πόδια. Αν του φανείς κοντός σε τραβάει να μακρύνεις.

 

   Ακατέργαστη φωνή. Βάναυση. Ακόμη και σιγανά να έρθει στα αυτιά σου.
   «Έλληνας είσαι πατριώτη;»
   «Όχι, Αλβανός, Γιουγκοσλάβος, Ρουμάνος, Τούρκος, Αυγανιστανός, πήγαινε πιο πέρα…»
   «Χα, πλάκα με κάνεις πατριώτη, αφού ελληνικά μιλάς…»
   «Ότι θέλω μιλάω, παράτα με…»
   «Καλά ρε πατριώτη, δεν σε είπαμε και… καμπούρη…»
   «Όχι, δεν με είπες, αλλά καμπούρη θες να με κάνεις…»
   «Εγώ, ρε πατριώτη; Εγώ είπα μπας και είσαι από τα μέρη μου… εδώ που τα λέμε από πού είσαι;
   Τον πρώτο καιρό που είχα έρθει στη Γερμανία μόλις τους έλεγα ότι είμαι από την Αθήνα με κοιτούσαν σαν να έβλεπαν διαστημάνθρωπο ή στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορα. Σήκωναν τους ώμους σα να λέγανε «Τι να σου κάνουμε αφού δεν είσαι ούτε από τα Τρίκαλα, ούτε από τη Δράμα, ούτε από τα μέρη του Εύρου… εσύ φταις» και έφευγαν.
   Και πέρασα μαζί τους είκοσι χρόνια. Τα καλύτερα του ανθρώπου και τα χειρότερα της ζωής μου.
   Άμα δεις Έλληνα μετανάστη της Γερμανίας, κρύψου.
   Έρχονται πάντα δώρα φέροντες. Στην αρχή. Γιατί μετά στα ζητάνε πίσω. Με τόκο.
  Κουτοπόνηροι και καχύποπτοι. Ζαγάρια. Κατευθείαν από το σκοτάδι της ελληνικής επαρχίας του ΄60.
   Την ημέρα που γνώρισα τον Ζήση, ήταν μια Κυριακή του 2001. Ο Ζήσης ήτανε από την Καλαμπάκα. Μόνο αυτό ξέρανε όλοι στο Ντίσελντορφ και κανείς δεν είχε ρωτήσει πότε είχε έρθει, πια χρονιά και πως. Έδινε την εντύπωση παρ όλο ότι μίλαγε πολύ λίγα Γερμανικά ότι προϋπήρχε όλων. Ακόμα και της ίδιας της Γερμανίας. Είχε εμφανιστεί από το πουθενά. Ψηλός και γεροδεμένος, λίγο μετά τα σαράντα, πάντα σχεδόν ευδιάθετος αλλά ταυτόχρονα και μοναχικός.
    Το αγαπημένο του αστείο που το επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία ήτανε «Αν θες να επιζήσεις – κάτσε να σε γαμήσει ο Ζήσης.» Εμφανιζότανε ξαφνικά και το ίδιο ξαφνικά έφευγε. Κανείς δεν ήξερε που έμενε. Αν τον ρωτούσαν στις αρχές έδειχνε κατά κάπου με το κεφάλι κι αυτό ήτανε όλο. Υπήρχε όμως μια φήμη που τον ήθελε να έχει σχέση με μια Γερμανίδα που την λέγανε Πέτρα.
   Κι αυτό πρέπει να είχε μια αλήθεια γιατί έτσι καθαρό και καλοζωισμένο μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να τον φροντίσει έτσι. Και μάλιστα μια Γερμανίδα. Γιατί οι Ελληνίδες γυρεύουνε κάποιον να φροντίζει αυτές.
   Τώρα θα μου πείτε τι σχέση έχει ο Ζήσης με τα πάθη μου που περιγράφω εδώ μέσα σαν εξομολόγηση εκ βαθέων. Έχει και παραέχει. Κι ο Θωμάς ο ψυχοθεραπευτής. Κι ο Τάκης ο ραδιοφωνιάς και ο Μήτσος ο Τρικαλινός με τη ταβέρνα που ήθελε να γίνει εκδότης, η Νικολέτα η καθηγήτρια που έκανε πάρτι κάθε πανσέληνο και ντυνότανε Σελήνη, ο Τζουνάκος ο νταβατζής, ο Λουκάς ο χαρτοπαίχτης, ο Στέφανος με τα δερμάτινα, ο Θανάσης με τα καζίνο που έγινε συγγραφέας και αρκετοί άλλοι που ίσως κάποτε γράψω γι αυτούς. Πέρασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα. Όλοι τους αθώοι. Απαλλασσόμενοι από κάθε ενοχή λόγο ανύπαρκτου προτέρου βίου.
Το Ζήση τον γνώρισα ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι σε ένα καφέ από αυτά με τα τραπεζάκια έξω. Είχα πάρει μια αθλητική εφημερίδα που βρισκότανε πάνω στο διπλανό τραπέζι και διάβαζα ανόρεχτα όταν ένοιωσα κάποιον να κάθεται βαριά στην διπλανή καρέκλα ακριβώς δίπλα μου. Σήκωσα το κεφάλι και είδα όλα τα τραπεζάκια ελεύθερα. Δεν πρόλαβα να απορήσω όταν άκουσα μια βραχνή αντιπαθητική φωνή από την άλλη πλευρά να μου λέει «Φίλε, σκάσαμε δυόμιση μάρκα για να την πάρουμε, άμα θες να διαβάσεις να πας στο σταθμό να αγοράσεις…»
    Γύρισα και είδα έναν κοντό μουστακαλή να το παίζει αγριεμένος.
  Εγώ ξέροντας ότι ο Ολυμπιακός ήτανε η πιο γνωστή ομάδα στην Ελλάδα πήγα να το παίξω ομοϊδεάτης για να τον καλμάρω και τα έκανα χειρότερα.
   «Ήθελα μόνο να δω κάτι για τον Ολυμπιακό…
   Σαν να τον πάτησα στον κάλο. Γυρνάει προς τα μέσα του μαγαζιού.
  «Ρε Φάνη πιάσε ρε έναν σκέτο… θα τρελαθώ πρωί, πρωί… μου μαγάρισες την εφημερίδα ρε… άκου Ολυμπιακός!.. Μία είναι η ομάδα ρε, ΠΑΟΚΑΡΑ!..
   Εμένα δεν με ένοιαζε ούτε ο Ολυμπιακός, ούτε η ΠΑΟΚΑΡΑ. Με είχε πειράξει όμως το ρε. Πολύ με είχε πειράξει. Δεν πρόλαβα όμως να σηκωθώ από την καρέκλα γιατί άκουσα από δίπλα μου μια φωνή σε πολύ ήσυχο τόνο, σχεδόν σα να μονολογούσε.
   «Στέλιο, πάρε τον καφέ σου και πήγαινε να τον πιείς πιο πέρα… για καλύτερα πήγαινε κει κάτω στο ακριανό…
   Και τότε ήτανε που πρωτάκουσα το όνομα του.
   «Ρε Ζήση, με μένα τα βάζεις; Αυτός πήρε την εφημ…
   «Άλλαξα γνώμη. Πήγαινε να πιείς τον καφέ σου σε άλλο καφενείο… άντε δε θέλω πολλά λόγια…
  Τα έλεγε όσα έλεγε και δεν είχε σηκώσει κεφάλι. Κοιτούσε όλη την ώρα με προσήλωση τα παπούτσια του, λες και μιλούσε με κείνα. Ο άλλος έφυγε μουρμουρίζοντας πέφτοντας πάνω στο γκαρσόν που κρατούσε το δίσκο με τον καφέ.
   «Ο καφές σου κυρ Στέλιο…
  Ο άλλος ούτε που απάντησε. Σίγουρα με τη φαντασία του με είχε μέσα στη Τούμπα ξεμοναχιασμένο κι αυτός μαζί με άλλους τραμπούκους οπαδούς προσπαθούσαν να με βάλουνε γκολ από την εξέδρα.
Η σιωπή που έπεσε για λίγο μου φάνηκε δύσκολη. Μπορεί να απαλλάχτηκα από τον ηλίθιο αλλά έμπλεξα με τον διπλανό μου που το μόνο που ήξερα γι αυτόν ήτανε πως τον λέγανε Ζήση και πως κατά κάποιο τρόπο προκαλούσε τον σεβασμό ή τον φόβο. Σαν ένα είδος Ντον Κορλεόνε.
   Έκλεινα μισό χρόνο στο Ντίσελντορφ. Εκτός από τους ανθρώπους του ραδιοφώνου δεν ήξερα κανέναν άλλο. Προσπαθούσα να ισορροπήσω μέσα μου τον πόνο για το χάσιμο της γυναίκας μου, τους φόβους για τα παιδιά, τα οικονομικά που δεν φτάνανε, τη μοναξιά μου. Είχα ένα μικρό δωμάτιο που μαζευόμουνα νωρίς τα βράδια και πότε γράφοντας, πότε με ένα βιβλίο στο χέρι περίμενα να νυστάξω να με πάρει ο ύπνος στη ζεστή αγκαλιά του και ανέπαφο να με βγάλει στην άλλη μέρα. Μέχρι τότε δεν μου είχε κάνει το χατίρι. Κάθε πρωί ξύπναγα αλλοπαρμένος από τους εφιάλτες. Το μόνο καλό ήτανε πως ενώ τα μάτια μου κάθε πρωί ήτανε κόκκινα και πρησμένα δεν είχα την αίσθηση ότι όλη τη νύχτα έκλαιγα.
   Τίποτα άλλο σημαντικό στην γνωριμία μου με τον Ζήση δεν συνέβη. Δεν ξέρω από τη μεριά του τους λόγους που τον έκαναν να θέλει να κάνουμε παρέα. Ποτέ δεν μου είπε. Πάντως τις φορές που συναντιόμασταν – συνήθως σε κάποιο από τα ελληνικά καφέ – ήτανε διακριτικός και λιγόλογος και ίσως να μην τον ανέφερα στην ιστορία μου καθόλου αν δεν είχε συμβεί αυτό με το όνειρο που είχε δει ένα βράδυ. Με είχε πάρει τηλέφωνο να συναντηθούμε και ήρθε ευδιάθετος. «Είδα ένα όνειρο χτες και ήθελα να στο πω» μου λέει.
   «Και τι είμαι εγώ, ονειροκρίτης;
   «Όχι, αλλά είδα εσένα…
   Εγώ δεν πίστευα σε όνειρα και τέτοια, εδώ που τα λέμε δεν πίστευα σε τίποτα πια.
   «Για λέγε» του λέω αδιάφορα.
   «Κοίτα – λέει – εσύ δεν γελάς ποτέ…
   «Δεν βρίσκω τους λόγους που πρέπει να γελάσω» λέω εγώ.
   «Ε! αυτό ακριβώς… σε είδα να γελάς… να ξεκαρδίζεσαι…
   «Για πες και το λόγο που γέλαγα»
   «Θα σου πω… γέλαγες δυνατά… χαρούμενα… και μια γυναίκα που δεν φαινότανε το πρόσωπο της ερχότανε προς το μέρος σου… εγώ σου μίλαγα, ήθελα κάτι δεν θυμάμαι τώρα, αλλά εσύ δεν με άκουγες… κοιτούσες τη γυναίκα που πλησίαζε και γέλαγες ένα γέλιο χαρούμενο και… και… πως το λένε… ξέγνοιαστο… ναι, ξέγνοιαστο… σαν παιδί…
   «Καλό ακούγεται, αλλά εγώ δεν περιμένω καμιά γυναίκα και ούτε πρόκειται να ξαναγίνω παιδί…
   Ο Ζήσης τσαντίστηκε. Είχε φαίνεται βαρεθεί να με βλέπει πάντα κατσούφη και μες στη στενοχώρια.
   «Αφού είναι φως φανάρι. Η ζωή σου θα αλλάξει… θα γίνει καλύτερη… μια γυναίκα νέα και όμορφη έρχεται κατά πάνω σου…
   «Α, είναι νέα κι όμορφη κι όλας… ρε Ζήση ξεχνάς ότι κλείνω τα πενήντα τέσσερα εφέτος; Με δυο παιδιά και δυο χιλιάδες προβλήματα;
   «Ούτε για σαράντα δεν φαίνεσαι… τέλος πάντων, εγώ το όνειρο ήθελα να σου πω…
   Τα πίστευε αυτά που έλεγε κι εγώ δεν ήθελα να τον κακοκαρδίσω.
   «Και μέχρι πότε θα ξέρω αν θα μου βγει το όνειρο;»
   «Μέσα σε τρεις μήνες λένε… ή σε τρία χρόνια.»
   Δεν χρειάστηκε να περάσουν τρεις μήνες, ούτε τρία χρόνια. Πάνω σε δυο βδομάδες πήρα μια πρόσκληση από ένα σχολείο μιας κοντινής πόλης, να διαβάσω στα παιδιά. Θα πήγαινα με το τρένο και εκεί θα με περίμενε κάποιος να με οδηγήσει στο σχολείο. Ήτανε κάτι που το έκανα συχνά εκείνη την εποχή γιατί ήτανε και μια ευκαιρία πουλώντας μερικά βιβλία μου να αυξάνω το πάντα ανεπαρκές μου εισόδημα.
   Είχα να δώσω οποιασδήποτε μορφής ραντεβού με γυναίκα πάρα πολύ καιρό, γι αυτό ένοιωσα παράξενα όταν μια γυναικεία φωνή στο τηλέφωνο μου είπε πως θα με περιμένει στο σταθμό στις πέντε το απόγευμα να με μεταφέρει στο σχολείο. Η φωνή της είχε μια ευχάριστη ζεστή χροιά.
   Όταν βγήκα από την κεντρική είσοδο του σταθμού, ακριβώς απέναντι μέσα από ένα σκούρο τζιπ ένα μελαχρινό πρόσωπο μου χαμογελούσε. Τα μαλλιά της μαύρα μακριά πλαισίωναν δυο μεγάλα καστανά μάτια. Σκέφτηκα πόσο ανόητες σκέψεις έκανα καθώς κατευθύνθηκα στο αυτοκίνητο.
   Εξ άλλου ούτε που ήξερα αν ήταν παντρεμένη, αν είχε οικογένεια ή δεσμό. Από την άλλη η μοναξιά φίδι κολοβό στον κόρφο μου.
   Άνοιξα την πόρτα και κάθισα δίπλα της.
   «Γεια σας» είπε μόνο και έβαλε εμπρός.
   Την κοίταζα κρυφά από το πλάι. Δεν ήταν ψηλή. Μέτριο ανάστημα, γύρω στα τριάντα πέντε. Το ντύσιμο της προσεγμένο. Μου άρεσε.
   «Λες να βγει το όνειρο του Ζήση;» αναρωτήθηκα καθώς παρατηρούσα τα λεπτά δάχτυλα της πάνω στο τιμόνι. Οδηγούσε με άνεση και δεν μιλούσε παρά μόνο αν την ρωτούσα κάτι εγώ. Ήταν τόσο τυπικά ευγενική που σε λίγο ήμουνα σίγουρος ότι το όνειρο του Ζήση κάποια άλλη εξήγηση θα είχε.
   Φτάσαμε στο σχολείο και καθώς διάβαζα την έβλεπα στα πίσω καθίσματα να παρακολουθεί με ενδιαφέρον. Είχα ένα ένστικτο σα να υπήρχε μια μυστική επικοινωνία μεταξύ μας. Αυτή η μυστική επικοινωνία κράτησε και σε όλο το διάστημα του φαγητού μετά, καθώς και στην ώρα που την αποχαιρετούσα στο σταθμό.
   «Αντίο – είπε και μου έδωσε το χέρι της – ευχαριστούμε που ήλθατε κοντά μας, τα παιδιά το χάρηκαν…
   «Εσείς; Το χαρήκατε;» ριψοκινδύνεψα εγώ.
   Το μελαχρινό της χρώμα έκρυψε το κόκκινο από τα μαγουλά της.
   Ο χαρακτήρας της – που αργότερα ανακάλυψα- έκρυψε τις σκέψεις της.
   Χαμογέλασε. «Ναι, ωραία ήτανε» είπε αόριστα.
  Έφυγα και την κράτησα αρκετές μέρες στο μυαλό μου όμως οι ελπίδες μου λιγόστεψαν πολύ, ώσπου ακόμα κι ο Ζήσης που είχε δει το όνειρο αυτοπροσώπως παραδέχτηκε ότι μάλλον δεν επρόκειτο για την γυναίκα του ονείρου. Για την γυναίκα που θα άλλαζε προς το καλύτερο τη ζωή μου.
   «Αφού μου λες πως είχε μέτριο ανάστημα… ξέρω γω; Εμένα σαν ψηλή μου είχε φανεί…
   Πέρασαν τρεις εβδομάδες, πέρασε μήνας κι εκεί που άρχιζαν να ξεθωριάζουν όλα μέσα μου, χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο και ήταν εκείνη.
    «Θέλω να σας στείλω τις φωτογραφίες που βγάλαμε… αν έχετε ένα email…
    «Θα ήσαστε και εσείς μέσα στις φωτογραφίες;
    «Νομίζω σε κάνα δυο…»
    «Τότε στείλτε μου μόνο αυτές τις δυο»
    Γέλασε. Και αντί να μου στείλει τις φωτογραφίες ήρθε η ίδια μετά από μερικές μέρες και μετά ήρθε και ξαναήρθε μέχρι που κι ο Ζήσης όταν την είδε είπε πως δεν ήτανε σίγουρος, αλλά η γυναίκα στο όνειρο μάλλον είχε το ίδιο χρώμα μαλλιά με τα δικά της και σε μια ώρα που έκατσε μαζί μας, φεύγοντας μου είπε σιγά ότι ήτανε σίγουρος πια πως ήτανε αυτή στο όνειρο.
*
©Πέτρος Κυρίμης
Φωτογραφία: Στράτος Φουντούλης, Αμβέρσα, Βέλγιο 2009

Πέτρος Κυρίμης, Το Χταπόδι

Έκανα το συνηθισμένο μου δρομολόγιο. Εγώ από τα βράχια επάνω κρατώντας τον σπάγκο. Και το τενεκεδένιο καράβι μου μέσα από τη θάλασσα φορτωμένο πολύχρωμα φύκια. Ήτανε μια θάλασσα λάδι. Έμπαινα στα φυσικά λιμανάκια όπως θα έμπαινε ένα κανονικό καράβι. Αυτή η μανούβρα μου έτρωγε πολύ χρόνο γιατί έκανα ακριβώς τις κινήσεις που θα έκανε ένας κανονικός καπετάνιος. Έπαιρνα τη στροφή ανοιχτά για να μην πέσω στα βράχια, έκανα «κράτει» στην υποθετική μηχανή κι έβλεπα με το μυαλό μου και με τη φαντασία μου την προπέλα πίσω στη πρύμνη να βγάζει αφρούς και να θολώνει τα νερά ολόγυρα. Τραβούσα το μοχλό από το πιλοτήριο και με το στόμα έκανα ακριβώς τον ήχο της μπουρούς. Τούυυυυυυυ- τούυυυυυυυ κι αυτό για να ειδοποιήσω τον κόσμο στη παραλία ότι το καράβι έφτανε. Ξεφόρτωνα και φόρτωνα και τραβούσα για άλλα λιμάνια κι αυτό το ταξίδι κρατούσε ώρες πολλές και μπορώ να πω ότι κρατάει ακόμα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Το Χταπόδι»

Πέτρος Κυρίμης, Μνήσθιτί μου Κύριε

Αφήνω το μυαλό μου ελεύθερο, να τρέχει πάνω κάτω μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και εκείνο επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60. Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας.
    Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει ανορθόγραφα «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ που γράφει «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κατουρώ του.
    Μνήσθιτί μου Κύριε, -λέω- δοξασθήτω το όνομα σου.
  Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιός κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Και μετά, όλες οι εικόνες εξαφανίζονται και από το βάθος φαίνεται να έρχεται προς το μέρος μου μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, που καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς και μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
    Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , κάμποσοι ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω ξανά- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά, σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
    Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού. Σε διάφορα βολ πλανέ περνάνε μπροστά μου, ο Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν και παραμένουν καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν, οι εικόνες του Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
    Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι.  Κόσμος πολύς, από κάτω, φαίνεται να χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
    Λίγο πιο πίσω του η Δήμητρα Λιάνη έχει σκύψει και ισιώνει τις ζαρτιέρες της.
    Το πράσινο χρώμα παραμένει παρ ΄ όλο που είναι λίγο ξεθωριασμένο.
    Πεντοχίλιαρα, δεκαχίλιαρα πάνε κι έρχονται, ο Κoσκωτάς τα εκτοξεύει προς όλες τις κατευθύνσεις μέσα σε κουτιά από πάμπερς.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω πάλι- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
*
©Πέτρος Κυρίμης
– φωτογραφία ανωνύμου -ειδική επεξεργασία: Στάχτες – 

Πέτρος Κυρίμης, Η Ξαδέλφη

Πεντάμορφη μου φαινότανε εκείνη η ξαδέλφη μου από την Αθήνα, που κάθε καλοκαίρι ερχότανε μαζί με όλη την οικογένεια στο χωριό για διακοπές. Την είχα σίγουρα ερωτευτεί μόλις την πρωτοαντίκρισα, γιατί από εκείνη τη στιγμή ζούσα μόνο για να είμαι δίπλα της, με όλα τα τεχνάσματα, που ένα μικρό δειλό χωριατόπαιδο μπορούσε να σκαρφιστεί.
Μόλις έμπαινε το καλοκαίρι και κάναμε διακοπές από το σχολείο, εγώ περίμενα εβδομάδα με εβδομάδα το καράβι από τον Πειραιά που μέσα τους θα ήτανε τα ξαδέλφια μου. Τα ξαδέλφια μου και εκείνη.
    Από το περασμένο καλοκαίρι κρατούσα το άρωμά της και το ανέπνεα όλο τον χειμώνα. Ήταν ένας έρωτας μεγάλος και απελπισμένος, γιατί καταλάβαινα ότι δεν θα είχε ποτέ ανταπόκριση κι αυτό γιατί εγώ ήμουνα εφτά-οχτώ χρονών κι εκείνη θα κόντευε τα είκοσι. Κι επιπλέον ήτανε και ξαδέλφη μου, που ρωτώντας έντεχνα από δω κι από κει, είχα μάθει ότι ένας γάμος μεταξύ μας, ήτανε αδύνατη υπόθεση. Παρ όλα αυτά άκουγα με μεγάλη προσοχή μια ιστορία που λέγανε για δυο ξαδέλφια που κλεφτήκανε και ζήσανε όλη τους τη ζωή μαζί. Ποιος ξέρει, έλεγα και εγώ μέσα μου και κάθε καλοκαίρι με το που έκλεινε το σχολείο στηνόμουνα στο μόλο κάθε που ερχότανε το καράβι και είχα μια προσμονή, που γινότανε λύπη και μοναξιά σαν τα κλειστά παράθυρα του σπιτιού της που πάνω τους έριχνα παρακαλεστικά βλέμματα, με τη σκέψη ότι βγήκαν και εγώ δεν τους είδα. Το σπίτι τους ήτανε το τελευταίο στην άκρη της θάλασσας, πάνω στα βράχια αντίκρυ στον φάρο μια πετριά απόσταση στο στόμιο του λιμανιού. Και μη φαντασθείτε όταν λέω λιμάνι κανένα από αυτά τα λιμάνια που ξέρετε, με τα καράβια και τις μαούνες να μπαινοβγαίνουν, τις φωνές και τα βρώμικα νερά. Δυο τρεις ψαρόβαρκες αραγμένες, ή το καράβι που έριχνε άγκυρα ανοιχτά μια φορά την εβδομάδα όπως είπαμε. Τίποτε άλλο. Την ημέρα, μόνο ο ίσκιος του γκρεμού από την μια μεριά και το αντιφέγγισμα των σπιτιών πάνω στον καθρέφτη της θάλασσας από την άλλη. Μα αυτό που θέλω να περιγράψω εδώ και που είναι απόλυτα συνδεμένο με τον έρωτα μου για την ξαδέλφη μου, είναι οι νύχτες του καλοκαιριών εκείνων κι όχι τόσο οι μέρες τους.
     Αχ, να ήμουν ποιητής μεγάλος, να σας τις περιέγραφα! Τώρα, μετά από χιλιάδες χρόνια που έχουν περάσει, ξέρω ότι στάθηκα ένας πολύ τυχερός άνθρωπος που τις έζησα και πως αυτές οι νύχτες και μόνο, άξιζαν για πληρωμή στην ασήμαντη μέχρι τώρα ζωή μου.
    Ποτέ οι νύχτες εκείνων των καλοκαιριών δεν ήτανε σκοτάδι. Αργότερα πολύ αργότερα γνώρισα «σκοτεινές νύχτες» εγώ σας μιλάω για νύχτες φωτεινές, πότε με ολόγιομα φεγγάρια και πότε με εκατομμύρια άστρα.
    Νύχτες βελούδα, νύχτες νύφες πριγκίπισσες αρωματισμένες με δυόσμους βασιλικούς, λυγαριές ανθισμένες και κρίνα, ζουμπούλια και έρωτες παιδικούς και αιώνιους, που γινόντουσαν φλοίσβος και αφρός, σιγανό μελωδικό μουρμούρισμα ανάμεσα στα μικρά χαλίκια και στις μικρές ζεστές φωλιές των βράχων. Και το άρωμα της! Αχ, το άρωμα της! Ως την νύχτα εκείνη που ποτέ δεν την ξαναείδα πια κι έμελλε να κουβαλάω από τότε μια ντροπή, που έγινε αιτία να τα καταχωνιάσω όλα μέσα μου για χρόνια πολλά, όπως τα παλιά κειμήλια μέσα σε βαθιά σεντούκια, ώσπου να έρθει η ώρα τους, να τα ξαναπιάσουμε στα χέρια μας, να ξεσκονιστούν οι μνήμες και μαζί τους η ίδια η ζωή μας.
Ήτανε μια νύχτα του Αυγούστου και κάτι σαν γιορτή ή σαν πάρτι δίνανε στο μεγάλο σπίτι τους τα ξαδέλφια μου. Εγώ δεν θυμάμαι ακριβώς τι έκανα μέσα εκεί. Αυτό που θυμάμαι πολύ καλά, ήτανε ότι ένας νέος που κι αυτός είχε έρθει για διακοπές, συνομήλικος της και που έβρισκα με μεγάλη στενοχώρια μου ότι πολύ της ταίριαζε, δεν ξεκολλούσε από δίπλα της και εκείνη έδειχνε ότι πολύ της άρεσε και εγώ θυμάμαι ότι πολύ ζήλευα, θεέ μου πολύ ζήλευα και σχέδια έκανα κι ευχές να τον παρατούσε λέει και να ερχότανε να μου χαϊδέψει το κεφάλι, όπως μερικές φορές το είχε κάνει κι ο ξάδελφος μου ήρθε και βρεθήκαμε έξω στο μπαλκόνι κι από κάτω η θάλασσα και τα βράχια κι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα εγώ την έβλεπα μέσα στη σάλα να γελάει με ότι ο άλλος της έλεγε και ζήλευα, θεέ μου πόσο ζήλευα και ξαφνικά αισθάνθηκα επιτακτική την ανάγκη να κάνω την «ανάγκη μου» και πώς να περάσω τώρα να πάω στο αποχωρητήριο, που εκείνη θα το καταλάβαινε κι είχα πέσει σε μεγάλη αμηχανία κι ο ξάδελφος μου λέει «ανέβα πάνω στα κάγκελα θα σε κρατάω εγώ» και σκαρφάλωσα στα γρήγορα κι έκανα την ανάγκη μου που σαν αλεξιπτωτιστής, πήγε κι έπεσε κάτω στα μυτερά βράχια και ίσα, ίσα που πρόλαβα να συμμαζευτώ, γιατί βγήκε εκείνη μαζί με τον άλλον και το φεγγάρι ακριβώς από πάνω μας τους είχε φαίνεται μαγεμένους, γιατί αυτό κοιτούσαν μόνο και σημασία σε μένα καθόλου δεν έδωσαν και η ξαδέλφη μου έπιασε και με τα δυο χέρια τα κάγκελα και τεντώθηκε προς τα πάνω, λες και ήθελε να το φτάσει μες την ευτυχία της μα ξαφνικά άρχισε να τσιρίζει γεμάτη σιχασιά δείχνοντας τις παλάμες της που ήταν γεμάτες από τη δική μου «ανάγκη».
Ο φακός της μνήμης «πέτρωσε» πάνω στο βλέμμα που μου έριξε.
    Μετά από πάρα πολλά χρόνια που ξαναπήγα στο χωριό, πήγα κάτω από το μπαλκόνι να δω πάνω στα βράχια αν υπήρχαν ακόμα τα σημάδια μα ο χρόνος με είχε προλάβει και ίχνος δεν υπήρχε, μόνο κάτι μεγάλες παχιές και στρογγυλές πεταλίδες που με κοιτούσαν συνωμοτικά, μου γέννησαν ξαφνικά τη συμπάθεια κάνοντας τη σκέψη ότι οι καημένες αυτές με υπομονή και εγκαρτέρηση κάτι τέτοιους παιδικούς έρωτες περιμένουν για να χορτάσουν τη πείνα τους.
*
©Πέτρος Κυρίμης
photo©Angela Kelly, 2000