Πέτρος Κυρίμης, Μνήσθιτί μου Κύριε

Αφήνω το μυαλό μου ελεύθερο, να τρέχει πάνω κάτω μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και εκείνο επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60. Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας.
    Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει ανορθόγραφα «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ που γράφει «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κατουρώ του.
    Μνήσθιτί μου Κύριε, -λέω- δοξασθήτω το όνομα σου.
  Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιός κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Και μετά, όλες οι εικόνες εξαφανίζονται και από το βάθος φαίνεται να έρχεται προς το μέρος μου μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, που καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς και μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
    Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , κάμποσοι ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω ξανά- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά, σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
    Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού. Σε διάφορα βολ πλανέ περνάνε μπροστά μου, ο Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν και παραμένουν καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν, οι εικόνες του Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
    Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι.  Κόσμος πολύς, από κάτω, φαίνεται να χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
    Λίγο πιο πίσω του η Δήμητρα Λιάνη έχει σκύψει και ισιώνει τις ζαρτιέρες της.
    Το πράσινο χρώμα παραμένει παρ ΄ όλο που είναι λίγο ξεθωριασμένο.
    Πεντοχίλιαρα, δεκαχίλιαρα πάνε κι έρχονται, ο Κoσκωτάς τα εκτοξεύει προς όλες τις κατευθύνσεις μέσα σε κουτιά από πάμπερς.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω πάλι- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
*
©Πέτρος Κυρίμης
– φωτογραφία ανωνύμου -ειδική επεξεργασία: Στάχτες – 

Πέτρος Κυρίμης, Η Ξαδέλφη

Πεντάμορφη μου φαινότανε εκείνη η ξαδέλφη μου από την Αθήνα, που κάθε καλοκαίρι ερχότανε μαζί με όλη την οικογένεια στο χωριό για διακοπές. Την είχα σίγουρα ερωτευτεί μόλις την πρωτοαντίκρισα, γιατί από εκείνη τη στιγμή ζούσα μόνο για να είμαι δίπλα της, με όλα τα τεχνάσματα, που ένα μικρό δειλό χωριατόπαιδο μπορούσε να σκαρφιστεί.
Μόλις έμπαινε το καλοκαίρι και κάναμε διακοπές από το σχολείο, εγώ περίμενα εβδομάδα με εβδομάδα το καράβι από τον Πειραιά που μέσα τους θα ήτανε τα ξαδέλφια μου. Τα ξαδέλφια μου και εκείνη.
    Από το περασμένο καλοκαίρι κρατούσα το άρωμά της και το ανέπνεα όλο τον χειμώνα. Ήταν ένας έρωτας μεγάλος και απελπισμένος, γιατί καταλάβαινα ότι δεν θα είχε ποτέ ανταπόκριση κι αυτό γιατί εγώ ήμουνα εφτά-οχτώ χρονών κι εκείνη θα κόντευε τα είκοσι. Κι επιπλέον ήτανε και ξαδέλφη μου, που ρωτώντας έντεχνα από δω κι από κει, είχα μάθει ότι ένας γάμος μεταξύ μας, ήτανε αδύνατη υπόθεση. Παρ όλα αυτά άκουγα με μεγάλη προσοχή μια ιστορία που λέγανε για δυο ξαδέλφια που κλεφτήκανε και ζήσανε όλη τους τη ζωή μαζί. Ποιος ξέρει, έλεγα και εγώ μέσα μου και κάθε καλοκαίρι με το που έκλεινε το σχολείο στηνόμουνα στο μόλο κάθε που ερχότανε το καράβι και είχα μια προσμονή, που γινότανε λύπη και μοναξιά σαν τα κλειστά παράθυρα του σπιτιού της που πάνω τους έριχνα παρακαλεστικά βλέμματα, με τη σκέψη ότι βγήκαν και εγώ δεν τους είδα. Το σπίτι τους ήτανε το τελευταίο στην άκρη της θάλασσας, πάνω στα βράχια αντίκρυ στον φάρο μια πετριά απόσταση στο στόμιο του λιμανιού. Και μη φαντασθείτε όταν λέω λιμάνι κανένα από αυτά τα λιμάνια που ξέρετε, με τα καράβια και τις μαούνες να μπαινοβγαίνουν, τις φωνές και τα βρώμικα νερά. Δυο τρεις ψαρόβαρκες αραγμένες, ή το καράβι που έριχνε άγκυρα ανοιχτά μια φορά την εβδομάδα όπως είπαμε. Τίποτε άλλο. Την ημέρα, μόνο ο ίσκιος του γκρεμού από την μια μεριά και το αντιφέγγισμα των σπιτιών πάνω στον καθρέφτη της θάλασσας από την άλλη. Μα αυτό που θέλω να περιγράψω εδώ και που είναι απόλυτα συνδεμένο με τον έρωτα μου για την ξαδέλφη μου, είναι οι νύχτες του καλοκαιριών εκείνων κι όχι τόσο οι μέρες τους.
     Αχ, να ήμουν ποιητής μεγάλος, να σας τις περιέγραφα! Τώρα, μετά από χιλιάδες χρόνια που έχουν περάσει, ξέρω ότι στάθηκα ένας πολύ τυχερός άνθρωπος που τις έζησα και πως αυτές οι νύχτες και μόνο, άξιζαν για πληρωμή στην ασήμαντη μέχρι τώρα ζωή μου.
    Ποτέ οι νύχτες εκείνων των καλοκαιριών δεν ήτανε σκοτάδι. Αργότερα πολύ αργότερα γνώρισα «σκοτεινές νύχτες» εγώ σας μιλάω για νύχτες φωτεινές, πότε με ολόγιομα φεγγάρια και πότε με εκατομμύρια άστρα.
    Νύχτες βελούδα, νύχτες νύφες πριγκίπισσες αρωματισμένες με δυόσμους βασιλικούς, λυγαριές ανθισμένες και κρίνα, ζουμπούλια και έρωτες παιδικούς και αιώνιους, που γινόντουσαν φλοίσβος και αφρός, σιγανό μελωδικό μουρμούρισμα ανάμεσα στα μικρά χαλίκια και στις μικρές ζεστές φωλιές των βράχων. Και το άρωμα της! Αχ, το άρωμα της! Ως την νύχτα εκείνη που ποτέ δεν την ξαναείδα πια κι έμελλε να κουβαλάω από τότε μια ντροπή, που έγινε αιτία να τα καταχωνιάσω όλα μέσα μου για χρόνια πολλά, όπως τα παλιά κειμήλια μέσα σε βαθιά σεντούκια, ώσπου να έρθει η ώρα τους, να τα ξαναπιάσουμε στα χέρια μας, να ξεσκονιστούν οι μνήμες και μαζί τους η ίδια η ζωή μας.
Ήτανε μια νύχτα του Αυγούστου και κάτι σαν γιορτή ή σαν πάρτι δίνανε στο μεγάλο σπίτι τους τα ξαδέλφια μου. Εγώ δεν θυμάμαι ακριβώς τι έκανα μέσα εκεί. Αυτό που θυμάμαι πολύ καλά, ήτανε ότι ένας νέος που κι αυτός είχε έρθει για διακοπές, συνομήλικος της και που έβρισκα με μεγάλη στενοχώρια μου ότι πολύ της ταίριαζε, δεν ξεκολλούσε από δίπλα της και εκείνη έδειχνε ότι πολύ της άρεσε και εγώ θυμάμαι ότι πολύ ζήλευα, θεέ μου πολύ ζήλευα και σχέδια έκανα κι ευχές να τον παρατούσε λέει και να ερχότανε να μου χαϊδέψει το κεφάλι, όπως μερικές φορές το είχε κάνει κι ο ξάδελφος μου ήρθε και βρεθήκαμε έξω στο μπαλκόνι κι από κάτω η θάλασσα και τα βράχια κι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα εγώ την έβλεπα μέσα στη σάλα να γελάει με ότι ο άλλος της έλεγε και ζήλευα, θεέ μου πόσο ζήλευα και ξαφνικά αισθάνθηκα επιτακτική την ανάγκη να κάνω την «ανάγκη μου» και πώς να περάσω τώρα να πάω στο αποχωρητήριο, που εκείνη θα το καταλάβαινε κι είχα πέσει σε μεγάλη αμηχανία κι ο ξάδελφος μου λέει «ανέβα πάνω στα κάγκελα θα σε κρατάω εγώ» και σκαρφάλωσα στα γρήγορα κι έκανα την ανάγκη μου που σαν αλεξιπτωτιστής, πήγε κι έπεσε κάτω στα μυτερά βράχια και ίσα, ίσα που πρόλαβα να συμμαζευτώ, γιατί βγήκε εκείνη μαζί με τον άλλον και το φεγγάρι ακριβώς από πάνω μας τους είχε φαίνεται μαγεμένους, γιατί αυτό κοιτούσαν μόνο και σημασία σε μένα καθόλου δεν έδωσαν και η ξαδέλφη μου έπιασε και με τα δυο χέρια τα κάγκελα και τεντώθηκε προς τα πάνω, λες και ήθελε να το φτάσει μες την ευτυχία της μα ξαφνικά άρχισε να τσιρίζει γεμάτη σιχασιά δείχνοντας τις παλάμες της που ήταν γεμάτες από τη δική μου «ανάγκη».
Ο φακός της μνήμης «πέτρωσε» πάνω στο βλέμμα που μου έριξε.
    Μετά από πάρα πολλά χρόνια που ξαναπήγα στο χωριό, πήγα κάτω από το μπαλκόνι να δω πάνω στα βράχια αν υπήρχαν ακόμα τα σημάδια μα ο χρόνος με είχε προλάβει και ίχνος δεν υπήρχε, μόνο κάτι μεγάλες παχιές και στρογγυλές πεταλίδες που με κοιτούσαν συνωμοτικά, μου γέννησαν ξαφνικά τη συμπάθεια κάνοντας τη σκέψη ότι οι καημένες αυτές με υπομονή και εγκαρτέρηση κάτι τέτοιους παιδικούς έρωτες περιμένουν για να χορτάσουν τη πείνα τους.
*
©Πέτρος Κυρίμης
photo©Angela Kelly, 2000

Πέτρος Κυρίμης, Τα τσικό

Δεν ξέρω από που προέρχεται αυτή η λέξη κι ούτε έχω σκοπό να ψάξω στα λεξικά να βρω άκρη. Θα την κρατήσω στη μνήμη με τη σημασία που είχε όταν την αναφέραμε μεταξύ μας στην ηλικία των δώδεκα – δεκατριών χρόνων, στην δεκαετία του ΄60. Τίτλος αδιαφιλονίκητης αξίας ανάμεσα μας. Όποιος κάτεχε αυτόν τον τίτλο είχε μια υπεροχή που κανένα άλλο παιδί στη γειτονιά δεν μπορούσε να αμφισβητήσει.
   Όταν ξεκινούσαν το δίτερμα σε αλάνα ή πάνω σε φαρδύ ασφάλτινο δρόμο, εκείνοι έφτιαχναν τις ομάδες κι από εκείνους ξεκίναγαν. Σε σχέση με τον Πειραιά που μεγάλωσα τα δυο μεγάλα ποδοσφαιρικά σωματεία ήταν ο Ολυμπιακός και ο Εθνικός.
Υπήρχαν και τα μικρότερα στις γύρω περιοχές, Προοδευτική, Ατρόμητος, Αργοναύτης και κάποια ακόμα σε μικρότερες κατηγορίες.
     Ο Πειραιάς!.. Όποιος δεν τον έζησε εκείνη την εποχή δεν θα μπορέσει να καταλάβει.
   Η μυρωδιά από τα λιπάσματα του Αι Γιώργη εκεί δίπλα στο λιμάνι μόνιμο πέπλο και σεντόνι καλοκαιρινό πάνω στα φτωχικά προάστια, από Κερατσίνι και Δραπετσώνα, μέχρι τα Καμίνια και το Ρέντη.
   Οι καπνοβιομηχανίες του Παπαστράτου και του Κεράνη, να διαχωρίζουν τον άλλο Πειραιά, της Καστέλας, του Πασαλιμανιού, της Φρεαττύδας, της Πειραϊκής.
   Οι δυο γραμμές των τραμ ξεκινούσαν από τον Άγιο Βασίλη πάνω από την Φρεαττύδα και η μια του Παλαμηδίου με τον αριθμό 21 κατέληγε στην Άγια Σοφία κάτω από τα Μανιάτικα και η άλλη με τον αριθμό 17 στο Νέο Φάληρο λίγο πιο δω από το γήπεδο Καραϊσκάκη. Και τα δυο ήταν συνδεμένα μέσα μου με τον Ολυμπιακό γιατί το ένα έβγαζε στο τέρμα του ακριβώς έξω από το γαλατάδικο που είχε ο πατέρας του Ηλία Υφαντή και το άλλο στην έδρα του Ολυμπιακού.
   Ο πατέρας μου προσπαθώντας εκείνα τα χρόνια να βρει κατάλληλο σπίτι που θα μας χώραγε όλους, αλλά και πιο φτηνό συνάμα, άλλαζε πολύ συχνά σπίτια και περιοχές.
   Καμίνια, Νέο Φάληρο, Πασαλιμάνι, Πειραϊκή, βάλτε και μερικές που δεν θυμάμαι τώρα μπορείτε να καταλάβετε ότι σχεδόν στα παιδικά μου χρόνια γύρισα όλες σχεδόν τις γειτονιές. Η πρώτη αλάνα που κλώτσησα μπάλα ήτανε στα Καμίνια πίσω από το μπακάλικο του Μπαταγιάνη, ένας από τους συμπαίκτες μου εκεί ήταν και ο Κώστας Μάνος. Κοντός στο ανάστημα αλλά ιδιοφυής με την μπάλα στα πόδια δεν παραξενευτήκαμε που κάποια μέρα μάθαμε ότι υπέγραψε δελτίο στον Ολυμπιακό.
Ξεκίνησε από τα τσικό και μαζί με Μπαρμπαλιά, Καπατσώρη, Καμπουρόπουλο, Πλέσσα, Χτενά και άλλους που αργότερα έπαιξαν και στην πρώτη ομάδα, έφτιαξαν με προπονητή τον Μπούκοβι την περίφημη ομάδα «των Μπέμπηδων.»
   Στο Νέο Φάληρο δεν είχαμε αλάνες, ήτανε πιο «sic» περιοχή, αλλά παίζαμε στο τσιμέντο επάνω, μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και τα καλοκαίρια με τα μαγιό κάναμε τις φιγούρες μας πάνω στην φαρδιά αμμουδιά της παραλίας.
   Εκείνη την εποχή ήταν που υπέγραψα κι εγώ δελτίο στον Εθνικό.
  Ο «τίτλος» εκείνου που έπαιζε στα τσικό του Εθνικού με ακολούθησε και στις άλλες γειτονιές και στάθηκε η αιτία να μην έχω κανένα πρόβλημα προσαρμογής ανάμεσα στα παιδιά της ηλικίας μου.
Μα αυτό που στάθηκε κάτι σαν «Ιερό Τέμενος» στην μνήμη μου από εκείνα τα χρόνια ήταν η Λέσχη του Ολυμπιακού ακριβώς κάτω από το Ναυτικό Νοσοκομείο και σχεδόν κρυμμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα των αμύητων γιατί ήταν κτισμένη πάνω στα βράχια με την σκεπή της σε ίσια γραμμή με τον δρόμο, έτσι που να σχηματίζει μια τεράστια ταράτσα, πρώτη θέση θεωρείο για μας τα παιδιά και τους περαστικούς κάθε φορά που στο ταπεινό γήπεδο με το φαγωμένο τσιμεντένιο δάπεδο, έδινε τους αγώνες μπάσκετ ή βάζοντας στη μέση ένα ρινγκ παρακολουθούσαμε με κομμένη ανάσα εκείνους τους ανεπανάληπτους αγώνες πάλης ή πυγμαχίας.
   Καρπόζηλος, Καμπαφλής, Παπαλαζάρου, Ναθαναήλ, Μαντούβαλος, ο φοβερός κι ανίκητος Γρυμπίρης και τόσοι άλλοι ακόμα ήρωες της παιδικής μας ηλικίας προτού μας «καπελώσουν» με τους διάφορους χρωματιστούς Σούπερμαν.
   Σήμερα τα «τσικό» λέγονται «Ακαδημίες ποδοσφαίρου» βαρύγδουπη ονομασία όμως οι γειτονιές δεν υπάρχουν πια για να το διαλαλούν τα παιδιά με καμάρι. Ίσως μόνο μέσα από το facebook…
*
Copyright©Πέτρος Κυρίμης

Πέτρος Κυρίμης, H Θρησκεία

Το χίλια εννιακόσα ογδόντα ο Κοσμάς ήτανε δώδεκα χρονών.

Ο πατέρας του σαράντα και ο θείος του – ο αδελφός του πατέρα του – θα πλησίαζε τα πενήντα.
Το χίλια εννιακόσα ογδόντα ο Κοσμάς πήγαινε στην έκτη δημοτικού, ο πατέρας του δούλευε την πέτρα στις οικοδομές και ο θείος του πάνω σε μια άλλη πέτρα προσπαθούσε να οικοδομήσει την εκκλησία κατά την εντολή του Θεού.
   Την προηγούμενη χρονιά ο Ολυμπιακός είχε πάρει το πέμπτο στη σειρά πρωτάθλημα και πήγαινε φουλ για το έκτο.
   Ο πατέρας του δεν είχε χάσει αγώνα. Ο Κοσμάς κυριακάτικη λειτουργία.
   Το χίλια εννιακόσα ογδόντα μια Κυριακή πρωί, όπως όλες τις Κυριακές, η μάνα του τον έντυνε με τα καλά του για να πάει στην εκκλησία του Άγιου Σπυρίδωνα, να βοηθήσει στη λειτουργία το θείο του που ήτανε παπάς εκεί.
   Ο πατέρας του βγαίνοντας από την τουαλέτα με τα σώβρακα και συνεχίζοντας να διαβάζει το «Φως των σπoρ», περνώντας δίπλα είπε σιγά, «από σήμερα εκκλησία τέρμα». Η μάνα του έμεινε με τα χέρια μετέωρα και το στόμα ανοιχτό.
   Μετά επιστρατεύοντας όλο το θάρρος της τόλμησε για δεύτερη φορά να εναντιωθεί. Η πρώτη ήταν πριν μερικά χρόνια όταν είχε μείνει πάλι έγκυος και ήθελε να κρατήσει το παιδί. Τότε είχε τολμήσει να πει το μεγάλο «Ναι» και είχε εισπράξει ένα μεγάλο «Όχι». Τώρα τόλμησε να πει εκείνη το « Όχι» και εισέπραξε ένα μεγάλο «Ναι».
   Ο πατέρας του δίνοντας στην εφημερίδα μια στράκα για να ισιώσει είπε ξανά «Ναι» και έτσι πήρανε τέλος εκείνες οι Κυριακές με τα θυμιατά και τις αγιαστούρες και αρχίσανε κάτι άλλες με κασκόλ κόκκινα του Θρύλου γύρω στο λαιμό του, καπέλα και φανέλες και γήπεδο Καραϊσκάκη και μετά τα εκτός έδρας, από Γιάννενα μέχρι Λάρισα κι από Πάτρα μέχρι Καλαμάτα.
   «Θρησκεία ήθελε η μάνα σου, θρησκεία σου έδωσα», του έλεγε κάθε φορά που στριμωγμένοι μαζί με χιλιάδες άλλους πάνω στις εξέδρες κοινωνούσαν κάποιο παιχνίδι του Θρύλου.
   Με το θείο του η τελευταία φάση έγινε ένα μεσημέρι Κυριακής μετά τη λειτουργία την ώρα που τρώγανε βιαστικά για να προφτάσουν να ανέβουν στη Λεωφόρο. Ήτανε το παιχνίδι του δεύτερου γύρου και οι Βαζέλες όλη την εβδομάδα απειλούσαν εκδίκηση του πρώτου γύρου που είχανε χάσει δυο – μηδέν.
   Ο θείος του μπήκε ξαφνικά με όλα του τα άμφια σε συναγερμό και άρχισε να κάνει κήρυγμα πάνω από το κεφάλι του πατέρα του που εκείνη την ώρα κάθε μπουκιά που έβαζε στο στόμα του ήτανε και ένα γκολ του Αναστόπουλου.
   «… τον έβγαλες από τον δρόμο του θεού και τον έβαλες στον δρόμο της αλητείας» κατέληξε.
   Ο πατέρας του σκούπισε το στόμα του με την πετσέτα και είπε σοβαρά.
   « Του πήρα έναν θεό και του έδωσα έντεκα».
   Και ίσως να είχε σταματήσει εκεί το θέμα ανάμεσα στα δυο αδέλφια, αν ο παπάς απάνω στη φούντωση από το άδικο, δε βλαστημούσε βλασφημία τρομερή.
   «Στο πυρ το εξώτερον και οι έντεκα θεοί σου…μπάλα να μη σταυρώσουν στα πόδια τους σήμερα…»
   Και η κατάρα έπιασε και οι έντεκα θεοί λίγο αργότερα μέσα στο γήπεδο είχανε γίνει μπαλαρίνες της κακιάς ώρας και μπάλα δε σταυρώσανε στα πόδια τους και έξι γκολ φάγανε κι ο πατέρας του μέχρι που φτάσανε στο σπίτι όλο «πούστη τραγόπαπα» έφτυνε και κάνανε πολλά χρόνια από τότε να μιλήσουν κι ο Κοσμάς σπούδασε πολιτικός μηχανικός, αφού πρώτα τέλειωσε το νυχτερινό Γυμνάσιο και Λύκειο κάνοντας όλες τις δουλειές που ο πατέρας του έβρισκε, μέχρι βρεγμένα αμύγδαλα πούλαγε στον ιππόδρομο και στο γήπεδο μαζί με τον πατέρα του σταμάτησε να πηγαίνει, παρά μόνο κρυφά στη Λεωφόρο πήγαινε και στον ένα θεό ξαναγύρισε, μόνο που τον λέγανε Βαζέχα και όταν πια ο πατέρας του το έμαθε, «πούστη τραγόπαπα» ξανά έφτυσε και θα τον αφήσουμε τώρα στον πόνο του, για να πάμε να δούμε τι είναι αυτή η βεράντα με θέα ξαφνικά στη ζωή του Κοσμά και τι σημασία έχει στην ιστορία μας, γιατί τα χρόνια περνάγανε κι ο Κοσμάς στον Πειραιά δεν ήθελε να πατάει το πόδι του πια, ούτε κόκκινο χρώμα δεν ήθελε να βλέπει παρά μόνο εκείνο το απαλό πράσινο, το ευγενικό, της ελπίδας και του τριφυλλιού, του κοσμοπολίτικου της Αθήνας, των ρετιρέ του περιφερειακού και του Κολωνακίου. Δεν ήθελε να θυμάται τη γούβα του Βάβουλα, τα Καρβουνιάρικα, την Πηγάδα και το Χατζηκυριάκιο. Και πάνω από όλα δεν ήθελε να τον λένε «γαύρο».
   Το δύο χιλιάδες δύο βρίσκει τον Κοσμά τριάντα τεσσάρων χρονών, ψηλό μελαχρινό κι ωραίο, με μια ελαφριά μαγκιά Πειραιώτικη απάνω του και έναν αέρα κοσμοπολίτικο ίδιο με το μπαρ που σύχναζε σχεδόν νύχτα παρά νύχτα, εκεί πίσω από το Χίλτον με τα δερμάτινα καθίσματα και τη βαριά δρύινη μπάρα. Είχε το όνομα του γνωστού μεγάλου φωτογράφου Νιούτον και στον έναν τοίχο τιμής ένεκεν πόζαραν δέκα γιγαντογραφίες με τα πιο γνωστά γυμνά μοντέλα του.
    Δέκα πανέμορφες γυμνές γυναίκες που η μόνη διαφορά τους ήταν το χνούδι της ήβης τους. Μαύρο, καστανό, ξανθό και καστανόξανθο.
   Ο Κοσμάς είχε ξεχωρίσει μία που αντί για ήβη είχε θαρρείς το ουράνιο τόξο σε μια απίστευτη μικρογραφία. Ο Μισέλ ο μπάρμαν κάθε φορά που τον έβλεπε να την κοιτάει δεν έχανε την ευκαιρία μες τη ζήλια του να του πετάει μελιστάλακτα: « Τα γνήσια, έχουν ένα χρώμα μωρό μου… αυτό είναι απλώς μπογιά.»
   Ο Κοσμάς κάθε φορά γύρναγε αργά την πλάτη στο ουράνιο τόξο και του έλεγε περιπαιχτικά ότι αφού είναι έτσι απλά τα πράγματα, βάφτο κι εσύ και ο Μισέλ τσαντιζότανε και πήγαινε επιδειχτικά στον δίπλα να ρωτήσει πώς λένε το άρωμα που φορούσε και πόσο ερεθιστικό ήτανε.
   Το μπαρ «Νιούτον» ήταν το στέκι «επιτυχημένων» ανθρώπων και κατά συνέπεια δεν άκουγες μέσα εκεί συζητήσεις ούτε για τον Μαρξ, ούτε για τον Νίτσε, ούτε καν για συγγραφείς και βιβλία και γενικά για τέχνη. Τα θέματα που τους ενδιέφεραν εκεί ήταν κατά σειρά ποδόσφαιρο, γυναίκες, επιχειρήσεις, ανέκδοτα. Και για τα τέσσερα δίνονταν μάχες κάθε φορά.
   Ο Κοσμάς μπήκε με τα τέσσερα και στα τέσσερα.
   Του άρεσε αυτή η ζωή, ήταν στην καλύτερη του φάση. Είχε φίλους πλούσιους και ασφαλείς. Του ενός ο πατέρας ήτανε υπουργός, του άλλου γνωστός δικηγόρος, του τρίτου εφοπλιστής με γραφεία κάτω στην ακτή Μιαούλη και βίλα στην Εκάλη και λίγο πολύ όλοι οι φίλοι και γνωστοί είχανε έναν πατέρα. Στην αρχή του είχε κάνει εντύπωση καθώς άκουγε να του συστήνουν κάποιον και μετά να συμπληρώνουν πως ο πατέρας του είναι ο τάδε ή ο δείνα. Ευτυχώς σε κείνον δεν χρειάστηκε, γιατί μάλλον θα το θεώρησαν αυτονόητο μιας και ο Κοσμάς έντεχνα δεν αναφερόταν σε στοιχεία της καταγωγής του.
   Είχε αγοράσει ένα μικρό ρετιρέ μερικούς δρόμους κάτω από τον περιφερειακό του Λυκαβηττού, πάνω ακριβώς από το γήπεδο της Λεωφόρου που η μια βεράντα έβλεπε «πιάτο» όλο τον αγωνιστικό χώρο και από την άλλη πλευρά μια πιο μεγάλη βεράντα που έβλεπε όλη την Αθήνα μέχρι κάτω Φάληρο και Καστέλα. Τη γειτονιά του δεν την έβλεπε γιατί ήτανε γούβα. Άλλωστε σε κείνη τη βεράντα δεν καθότανε ποτέ σχεδόν και είχε μόνο τα απαραίτητα έπιπλα.
   Την άλλη βεράντα όμως από την άλλη πλευρά την είχε διαμορφώσει σαν τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας.
   Στους τοίχους βοκαμβίλιες και αγιοκλήματα και μέσα σε περίτεχνες γλάστρες που κρέμονταν από ψηλά είχε βάλει γιασεμιά, γαριφαλιές, φυτά και λουλούδια διάφορα. Τα καθίσματα ήτανε ψηλά, έτσι που το καθένα έμοιαζε με θεωρείο. Έξι τον αριθμό. Τόσοι ήτανε και οι φίλοι που καλούσε κάθε φορά που είχε αγώνα στη Λεωφόρο.
   Στα ντέρμπι νοίκιαζε μιαν οικιακή βοηθό για όλο το απόγευμα να φτιάχνει καφέδες και ποτά έτσι που να μην χρειάζεται να μετακινούνται και να χάνουν φάσεις και κλείνανε τα κινητά τους και κάθε επαφή με τον έξω κόσμο.
   Γυναίκες άλλες απαγορευότανε να έρθουν. Το είχανε συμφωνήσει όλοι.
   Αυτές τις Κυριακές ο Κοσμάς τις χαιρότανε σαν παιδάκι, μόνο που δεν φορούσε κόκκινο κασκόλ όπως τότε με τον πατέρα του αλλά ούτε και πράσινο.
   Το σύμβολο των φιλάθλων του Παναθηναϊκού στον κύκλο του ήτανε το μπλέιζερ.
   Έτσι είχανε λοιπόν τα πράγματα και ο Βαζέχα ήτανε σαράντα δύο χρονών και πια έμπαινε στο παιχνίδι σαν αλλαγή τα τελευταία δέκα λεπτά.
   Ο θεός του Κοσμά λεγότανε «Λίμπε» τώρα.
   Ο πατέρας του εξακολουθούσε να πηγαίνει κάθε Κυριακή στον Ολυμπιακό και όπως του είχε πει τελευταία η μάνα του, είχε καταφέρει και το θείο του που είχε βγει στη σύνταξη να γίνει φανατικός οπαδός του Θρύλου. Δεν έχανε παιχνίδι. Μάλιστα πολλές φορές πριν τον αγώνα στο μεσημεριανό έκανε κάτι σαν δοξολογία υπέρ της νίκης.
   Η βεράντα με θέα είχε γίνει γνωστή στη μισή Αθήνα.
   Σάββατο βράδυ λοιπόν ο Κοσμάς ανοίγει την πόρτα του «Νιούτον». Οι φίλοι του τον περιμένανε.  Αύριο Κυριακή ο τίτλος παιζότανε στη Λεωφόρο μεταξύ του Πειραιά και της Αθήνας, χαράς ευαγγέλια στο μπαρ και ο Κοσμάς μπαίνοντας πάει όπως πάντα στον Μισέλ, που του είχε κι όλας ετοιμάσει το ποτό του.
   « Όλη η χαρά δική μου» του κάνει με σκέρτσο καθώς του βάζει στο χέρι το ποτήρι.
   Είχε ένα περίεργο χαμόγελο, όμως δεν έδωσε σημασία. «Πούστης είναι μπορεί να παίρνει ότι ύφος θέλει» σκέφτηκε.
   «Εμένα η δική μου ξέρεις πια είναι» λέει ο Κοσμάς και γυρνάει με το ποτήρι στο χέρι την πλάτη στο Μισέλ αρχίζοντας να ρεμβάζει το ουράνιο τόξο.
   «Το πραγματικό έχει άλλη χάρη όμως». Ο Κοσμάς δεν πρόλαβε να απορήσει που στο διάβολο ο Μισέλ ήξερε τη διαφορά, γιατί ένας φίλος του ήρθε κοντά και άρχισε να του λέει ότι ο τίτλος αύριο είναι δικός τους.
   Ο Κοσμάς χωρίς να πάρει τα μάτια του από τη φωτογραφία στον τοίχο, απάντησε ότι ο «θεός» θα βάλει δυο γκολάκια αύριο.
   Καθώς το είπε δεν μπόρεσε να μην κάνει τη σκέψη ότι για τον ίδιο λόγο, όμως για έναν άλλο «θεό» που είχε έρθει από την Βραζιλία στον Πειραιά, ο θείος του μαζί με τον πατέρα του αύριο πριν τον αγώνα, θα έκαναν την καθιερωμένη τους μεσημεριανή δοξολογία.
   Κι άλλοι φίλοι και γνωστοί πλησίασαν κι ο ένας έλεγε το μακρύ του κι ο άλλος το κοντό του γύρω από το αυριανό παιχνίδι και ένας τους ξάφνιασε γιατί ρώτησε αν μπορεί να φέρει στη βεράντα και τη φίλη του που το ήθελε πολύ.
   Ήτανε πλουσιόπαιδο κι ο καλαμπουρτζής της παρέας.
   Οι άλλοι τον αποπήραν με φωνές κι ο Κοσμάς του θύμισε τη συμφωνία που είχανε κάνει. Εκείνος έκανε πως θύμωσε, αλλά είπε στον Μισέλ να κεράσει όλη την παρέα και το θέμα έκλεισε εκεί. Μόνο που ο Κοσμάς είχε μια περίεργη αίσθηση σαν να παιζότανε κάποιο θέατρο και πρωταγωνιστής ήτανε ο ίδιος.
   Πήγε κάτι να προσθέσει όμως καθώς έπαιρνε αργά το βλέμμα του από τη φωτογραφία, εκείνο πήγε και συνάντησε μια γυναίκα μόνη, καθισμένη σχεδόν από κάτω, έτσι που ο Κοσμάς έκανε αμέσως τη σκέψη ότι η γυναίκα της φωτογραφίας, το μοντέλο με το ουράνιο τόξο στην ήβη, είχε πάρει σάρκα και οστά για χάρη του. Το ίδιο κόψιμο μαλλιών, το ίδιο χρώμα και καθώς συνέχιζε τις σκέψεις του πιο κάτω, φαντάστηκε μέσα από ένα μικρό αραχνοΰφαντο εσώρουχο να λαγοκοιμάται ένα απαράλλαχτο μικροσκοπικό ουράνιο τόξο.
   Μέσα στην ταραχή του γύρισε να ρωτήσει το Μισέλ και είχε ξεχάσει το αυριανό παιχνίδι – κάτι που καμιά γυναίκα μέχρι σήμερα δεν το είχε καταφέρει – και ο Μισέλ είχε ένα περίεργο ύφος και οι άλλοι φίλοι και γνωστοί σαν να είχανε αραιώσει γύρω του κι όταν γύρισε ξανά να κοιτάξει τη γυναίκα, ήρθανε πρόσωπο με πρόσωπο, γιατί εκείνη είχε σηκωθεί και είχε έρθει δίπλα του και ο Κοσμάς άκουσε να του λέει κάτι, αλλά δεν κατάλαβε με την πρώτη, γιατί ήτανε σίγουρος ότι θα άκουγε μια ξένη γλώσσα και αυτό που άκουσε ήτανε στα ελληνικά και όταν συνειδητοποίησε και την ερώτηση ξαφνιάστηκε πιο πολύ.
   «Είσαι ο Κοσμάς;»
   Η φωνή της είχε την μουσικότητα που είχανε όλες μαζί οι Σειρήνες του Οδυσσέα. Ο Κοσμάς αφέθηκε.
   «Ναι» μπόρεσε να πει.
   «Ήθελα πολύ να σε γνωρίσω».
   Ο Κοσμάς κοίταξε τη φωτογραφία και πήγε να πει «κι εγώ» αλλά συνήλθε.
   «Γιατί;» είπε μόνο.
   «Με λένε Ηλέκτρα,» είπε εκείνη «είναι απαραίτητο να στο εξηγήσω αυτή την στιγμή;»
   «Όχι,» πρόλαβε να πει ο Κοσμάς «απλώς εγώ είναι σα να σε ξέρω…»
   Εκείνη με άνεση πέρασε ανάμεσα σε δυο σκαμπό και στριμώχτηκε κοντά του.
   «Και πως αυτό;» γέλασε.
   Ο Κοσμάς της έδειξε με το βλέμμα τη φωτογραφία. Εκείνη γύρισε και το πρόσωπο της δεν έδειξε έκπληξη.
   «Δεν καταλαβαίνω» είπε.
   «Δεν πειράζει» είπε ο Κοσμάς «θα σου εξηγήσω κι εγώ αργότερα.»
   Είχε βρει πάλι τη ψυχραιμία του.
   «Τι θα πιεις;» ρώτησε καθώς ανέπνεε όλο το άρωμα της.
   «Μαρτίνι» είπε πάλι με άνεση εκείνη.
   Ο Κοσμάς έκανε νόημα στον Μισέλ που είχε στήσει αυτί τόση ώρα και μετά
κοίταξε ολόγυρα στο μπαρ. Μερικοί φίλοι και γνωστοί του φάνηκε ότι κρυφοκοίταζαν. Το απέδωσε στη ζήλια τους.
   Δίχως να το καταλάβουν είχαν κολλήσει ο ένας πάνω στον άλλον και το χέρι του Κοσμά είχε περάσει γύρω από τη μέση της.
   Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στη φωτογραφία καθώς ένιωσε τη λεκάνη της να πιέζει τη δική του και δεν μπόρεσε να μην κάνει τη σκέψη ότι σε λίγο θα έλυνε το μυστήριο του ουράνιου τόξου.
   Ήπιαν κι άλλο και μετά κι άλλο κι αυτό που έκανε τον Μισέλ να πετάξει το καρφί του με παράπονο «κι άλλοι αγαπήσανε, μα δεν έκαναν έτσι!», ήτανε τη στιγμή που ο Κοσμάς άγγιξε ελαφρά με τα χείλη του τα δικά της.
   Περασμένες τρεις έμπαιναν στο ασανσέρ με το μυαλό θολωμένο από το πιοτό και τον έρωτα. Ο Κοσμάς πάτησε το κουμπί για το ρετιρέ. Το ασανσέρ τους έβγαλε μέσα στο διαμέρισμα. Η Ηλέκτρα είχε ήδη μείνει γυμνή μέσα στα χέρια του Κοσμά. Τα ρούχα της μαύρα μετάξια στο σκούρο παρκέ.
   Η μουσική με αναστεναγμούς.
   Ο Κοσμάς άθελα του έκανε πάλι το συσχετισμό με τον Νιούτον και βρήκε ότι πάλι τον ξεπέρασε. Εκείνος μόνο τις φωτογράφιζε. Η Ηλέκτρα όρθια με τα δυο χέρια ψηλά πίσω στο σβέρκο της λικνιζότανε με τα πόδια ακούνητα.
    Ο Κοσμάς γονάτισε πίσω της γυμνός κι αυτός. Άρχισε να φιλάει αργά και απαλά τις φτέρνες της, ανέβηκε πίσω από τα γόνατα στις μικρές μυρωδάτες λακκούβες. Η Ηλέκτρα γύρισε κι ο Κοσμάς δίχως να σταματήσει να σέρνει απαλά τα χείλη του σήκωσε τα μάτια προς τα πάνω με την αγωνία να ξεδιαλύνει το μυστήριο του ουράνιου τόξου. Και είδε και θαύμασε. Όλα τα χρώματα ήταν εκεί, ήλιος και βροχή κι ουράνιο τόξο. Και όπως μετά βγαίνουν τα σαλιγκάρια, η γλώσσα του έγινε σαλιγκάρι διψασμένο και έβαλε ρώτα προς τα εκεί αργά και βασανιστικά και η Ηλέκτρα άρχισε να περνάει με μικρά βογκητά από το ένα χρώμα στο άλλο κι όταν ο Κοσμάς έφτασε στην κορυφή, εκείνη πέρασε σε ένα βαθύ κόκκινο το έβδομο χρώμα της ίριδας και από κάπου έξω ακουστήκανε σειρήνες περιπολικών ή ασθενοφόρων και έτσι σκέπασαν την κραυγή της λύτρωσης που έβγαλε η Ηλέκτρα και οι άνθρωποι δεν ξύπνησαν τρομαγμένοι ξημερώματα να αναρωτιούνται τι συμβαίνει.
   Το απόγευμα της Κυριακής τους βρήκε να κοιμούνται αγκαλιά τον ύπνο του μωρού που χόρτασε το γάλα της μάνας του.
   Τον ξύπνησε η δυνατή μυρωδιά του καφέ. Άνοιξε τα μάτια και είδε την Ηλέκτρα που φορούσε μόνο το πουκάμισο του να έρχεται κρατώντας έναν δίσκο στα χέρια της. Είδε τον καφέ του να αχνίζει. Μια γλυκιά αίσθηση τον συνεπήρε και δεν ήθελε να τελειώσει.
   «Καφές, τοστ και πορτοκαλάδα», είπε εκείνη καθώς άφηνε το δίσκο πάνω στα γόνατα του, «σου έφερα και τα τσιγάρα σου».
   Έσκυψε και τον φίλησε, μετά πήρε ένα τσιγάρο, το άναψε και ανέβηκε όρθια στο κρεβάτι. Πριν καθίσει δίπλα του οκλαδόν, ο Κοσμάς πρόλαβε να δει για άλλη μια φορά το ουράνιο τόξο της.
   «Είναι μια μόδα;» την ρώτησε καθώς έπινε μια γουλιά καφέ.
   Εκείνη δεν κατάλαβε και ο Κοσμάς της έδειξε με το βλέμμα προς τα κάτω. Εκείνη γέλασε.
   «Ήτανε μόδα στην Νέα Υόρκη πριν ένα χρόνο –είπε μετά- είμαι αεροσυνοδός και πάω κι έρχομαι συχνά, ήταν ιδέα ενός φωτογράφου νομίζω να ζωγραφίζει έτσι τα μοντέλα του…».
   «Ξέρω, του Νιούτον – είπε ο Κοσμάς- μια τέτοια φωτογραφία είναι και στο μπαρ …της μοιάζεις».
   «Ο Μισέλ είναι φίλος μου – συνέχισε εκείνη – παλιά ήτανε φροντιστής δουλεύαμε στην ίδια εταιρεία, εκείνος μου μίλησε πολύ για σένα, σε περιέγραφε έτσι που μου κίνησε την περιέργεια…μάλλον πρέπει να είναι λίγο ερωτευμένος μαζί σου» γέλασε.
   Ο Κοσμάς έσκυψε και τη φίλησε. Εκείνη κόλλησε απάνω του.
   Όπως ήτανε ξαπλωμένος ακούμπησε στα τυφλά τον δίσκο κάτω στο πάτωμα.
   Οι κλειστές κουρτίνες άφηναν να περνάει μέσα διακριτικά το φως του απογεύματος. Το γυμνό κορμί της είχε πάρει το χρώμα του χαλκού.
   «Είναι πολύ όμορφη» συλλογίστηκε. Έκανε να την σκεπάσει με το σώμα του και τότε ήταν που έφτασαν στο ρετιρέ οι πρώτες ιαχές των φιλάθλων που έφταναν στο γήπεδο. Ο Κοσμάς τινάχτηκε απάνω τη στιγμή που χτύπαγε επιτακτικά του κουδούνι της εξώπορτας.
   «Γαμώτο – βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του- ο αγώνας! ξεχάστηκα!»
   Πάτησε το κουμπί που άνοιγε την πόρτα κάτω και άρχισε να ντύνεται πυρετωδώς.
   Εκείνη τον κοίταγε κατάπληκτη. Δεν μπορούσε να καταλάβει.
   Άκουσε τον Κοσμά να ανοίγει τη πόρτα, φωνές και γέλια που έσβησαν από την άλλη μεριά του διαμερίσματος. Το κουδούνι ξανακτύπησε. Κάποιος αργοπορημένος σκέφτηκε. Σηκώθηκε κι άρχισε να μαζεύει τα ρούχα της από το πάτωμα αργά και συλλογισμένα. Ο Κοσμάς μπήκε. Είχε πάνω του μια έξαψη ίδια με εκείνη της προηγούμενης νύχτας καθώς σεργιανούσε πάνω στο σώμα της.
   «Σε ένα τέταρτο αρχίζει το παιχνίδι…» είπε και σταμάτησε καθώς την είδε ντυμένη «Μα τι κάνεις; Θα φύγεις;»
   «Τι θα ήθελες εσύ;»
   «Θα ήθελα να μείνεις. Σε δυο ώρες θα έχει τελειώσει και θα «είμαστε πάλι μαζί.»
   «Αν θέλεις να μείνουμε μαζί, τότε μείνε εδώ. Ξέχασε το ποδόσφαιρο, τουλάχιστον για σήμερα.»
   Ο Κοσμάς έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Στα αυτιά του έφταναν τα μεγάφωνα του γηπέδου, σε λίγο οι ομάδες θα έμπαιναν στο γήπεδο και κάτι που του άρεσε πάρα πολύ και δεν ήθελε να το χάνει, ήτανε αυτή η είσοδος καθώς οι δυο ομάδες σε παράταξη δίπλα-δίπλα έφταναν στη σέντρα και εκεί οι δυο αρχηγοί αντάλλαζαν αναμνηστικά σημαιάκια κι ο διαιτητής έστριβε το νόμισμα.
   Άκουγε τα σχόλια από τους φίλους της βεράντας σαν μακρινή μουσική.
   Από το μυαλό του πέρασε ο πατέρας του κι ο θείος του καθισμένοι στις θέσεις τους κάπου στις κερκίδες σίγουροι για τη νίκη της ομάδας τους. Αναρωτήθηκε τι έκανε τον πατέρα του πάνω από τριάντα χρόνια τώρα να μην χάνει παιχνίδι κάθε Κυριακή. Θυμήθηκε τα λόγια του την πρώτη φορά που τον πήρε μαζί του στο γήπεδο. «Θρησκεία ήθελε η μάνα σου, θρησκεία σου έδωσα.»
   «Όχι και θρησκεία, ρε πατέρα» σκέφτηκε «παιχνίδι είναι, κάποιοι παίζουνε και εμείς τους κοιτάμε, θεατές και μάλιστα από τη βεράντα. Το ποδόσφαιρο είναι το χόμπι μας.»
    Σήκωσε τα μάτια να πει στην Ηλέκτρα ότι ένα χόμπι είναι, μην τα μπερδεύει, αλλά η Ηλέκτρα είχε φύγει μέσα από το δωμάτιο.
   Βγήκε έξω καθώς στον αγωνιστικό χώρο έμπαιναν ο διαιτητής και οι δυο λάινσμαν. Το γήπεδο κατάμεστο από ένα πολύχρωμο πλήθος, οι φίλοι του καθισμένοι άνετα πάνω στα καθίσματα- θεωρεία κάπνιζαν και έλεγαν ανέκδοτα.
   Ο Κοσμάς θυμήθηκε πάλι τον πατέρα του που όταν του είχε μιλήσει για την βεράντα του και πως από  εκεί κάθε Κυριακή βλέπανε τον αγώνα, εκείνος είχε γελάσει και το μόνο που είχε πει ήτανε ότι, όπως υπάρχουνε καπετάνιοι του γλυκού νερού έτσι υπήρχαν και φίλαθλοι της βεράντας.
   Κοίταξε τις χιλιάδες το κόσμο μέσα στο γήπεδο. Όλοι αυτοί, σκέφτηκε, είχανε έρθει από παντού άλλος με αυτοκίνητο, άλλος με συγκοινωνία, άλλος με μηχανάκι και με τον ίδιο τρόπο θα γυρίζανε μετά. Από το πουθενά στο πουθενά. Σαν τις συναθροίσεις των χριστιανών παλιά, σα θρησκεία. Ξανακοίταξε τους φίλους του γύρω. Ένας είχε κάτι μικρά κιάλια στα χέρια του και προσπαθούσε να δει κάτι. Του θύμισε κάτι κυρίες στον ιππόδρομο.
   « Άλλο χόμπι κι άλλο θρησκεία» είπε δυνατά κι όλοι γυρίσανε με απορία.
   Μπήκε μέσα και πήρε το ασανσέρ. Πάτησε το ισόγειο και σε λίγο έξω από το γήπεδο αγόραζε ένα εισιτήριο στη «μαύρη» ανέβηκε στην εξέδρα με τα κόκκινα κασκόλ. Δε δυσκολεύτηκε να βρει τους δικούς του γιατί ο θείος του φορούσε τα παπαδίστικα. Ο πατέρας του χωρίς να τον κοιτάξει του έδωσε ένα μαξιλαράκι από αφρολέξ που λες και το κρατούσε μόνο γι αυτή την περίπτωση.
   Ο θείος του σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να φυσάει δυνατά μια χάρτινη καραμούζα.
   Ο Τζιοβάνι πήρε τη μπάλα στα πόδια του. Μια τρομπέτα έδωσε το σύνθημα «για τα «παιδιά του Πειραιά», ο Κοσμάς ένοιωσε σα να είχε πέσει με τα ρούχα στη θάλασσα και τώρα ήταν έξω στα βράχια να στεγνώνει.

*
Copyright©Πέτρος Κυρίμης

Πέτρος Κυρίμης, Δόξα τω Θεώ

Αρχείο 23/07/2012

Μια γυναίκα στην άκρη της σκηνής μιλάει στο κοινό σα να μιλάει στον εαυτό της. Έχει περασμένα τα εξήντα. Βασανισμένο πρόσωπο και χέρια σταυρωμένα μπροστά της. Δίπλα της κάτω στο πάτωμα δυο μεγάλες βαλίτσες και στο βάθος ένα μεγάλο κρεβάτι δίχως στρώματα.

ΓΥΝΑΙΚΑ: -Δεν έχουμε παράπονο, καλά είμαστε… Δόξα τω Θεό να λέμε. Γιατί εμείς τώρα βγήκαμε στη σύνταξη!.. Εξήντα πέντε χρονών για… Το σπίτι κάτω στα Τρίκαλα το τελειώσαμε… Δόξα τω Θεό τριάντα πέντε χρόνια σκληρά δουλέψαμε!.. Δεκάρα δε χαλάγαμε… Ένα παιδί κάναμε, μεγάλος είναι τώρα πια, παντρεμένος κατά το Καναδά επήγε, που και που γράμμα λαβαίνουμε, καλά μας λέει ότι είναι… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Δόξα τω Θεώ»