Μαρσέλ Προυστ (1871 – 18 Νοεμβρίου, 1922)

Σήμερα, 18 Νοεμβρίου, συμπληρώνονται 100 χρόνια από τον θάνατο ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς παγκοσμίως: Ο Βαλαντέν Λουί Ζωρζ Εζέν Μαρσέλ Προυστ (1871/18 Νοεμβρίου 1922) ήταν Γάλλος συγγραφέας, δοκιμιογράφος και κριτικός. Το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» θεωρείται το πιο τέλειο, μέχρι στιγμής, αυτοβιογραφικό κείμενο. Αντί άλλου σχολίου θα μεταφέρω εδώ ένα μικρό απόσπασμα από ανέκδοτο άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στο τρέχον ΔΕΝΤΡΟ (Νο 236-237):

Ο θάνατος των καθεδρικών

(Το σπάνιο αυτό κείμενο «La mort des cathedrals» γράφτηκε με αφορμή το «Σχέδιο νόμου Μπριάν» (1904), το οποίο αναγνώριζε ισοτιμία μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας. Δημοσιεύτηκε αρχικά στη «Φιγκαρό», στις 16 Αυγούστου 1904, και συμπεριελήφθη από τον Προυστ το 1919 στη συλλογή «Pastiches et melanges») Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρσέλ Προυστ (1871 – 18 Νοεμβρίου, 1922)»

Ίταλο Καλβίνο, Η νύχτα με απέρριπτε

«[…]Έφτασα στο λιμάνι. Η θάλασσα δεν έλαμπε, την καταλάβαινες μονάχα από το θόρυβο που έκανε χτυπώντας στο γλιστερό τοίχωμα του μόλου, και από την αρχαία μυρωδιά της. Ένα αργό κύμα είχε πιάσει δουλειά στους βράχους. Μπροστά στη φυλακή περπατούσαν οι δεσμοφύλακες. Κάθισα στο μόλο, σ’ ένα σημείο προφυλαγμένο από τον άνεμο. Μπροστά μου ήταν η πόλη με τα αβέβαια φώτα της. Ήμουν νυσταγμένος και αποθαρρημένος. Η νύχτα με απέρριπτε. Και δεν περίμενα τίποτα από τη μέρα. Τι έπρεπε να κάνω; Θα ήθελα να χαθώ μέσα στη νύχτα, να αφοσιωθώ ψυχή τε και σώματι σ’ αυτήν, στο σκοτάδι της, στην εξέγερσή της, αλλά καταλάβαινα ότι αυτό που με έλκυε σ’ αυτήν ήταν μια μουγκή, απελπισμένη άρνηση της μέρας. Τώρα πια ούτε η Λουπέσκου του στενοσόκακου με τραβούσε πλέον: ήταν μια τριχωτή και κοκαλιάρα γυναίκα, και το σπίτι της βρωμούσε. Θα ήθελα από κείνα τα σπίτια, από εκείνες τις σκεπές, από εκείνη τη βουβή φυλακή, να ζυμωθεί κάτι και να σηκωθεί, να ξυπνήσει, να ξεκινήσει μια διαφορετική μέρα. «Μονάχα οι μεγάλες μέρες», σκέφτηκα, «μπορούν να έχουν μεγάλες νύχτες[…]»

*

[Από την Είσοδο στον πόλεμο του Ίταλο Καλβίνο (1923-1985) ―εκδ. Καστανιώτης-2005, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης

[Επιλογή του φίλου Μανώλη Γιούργου στο  fcbk]

Ingrid Jonker, ποιήματα ―μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου

Απόδραση

Από αυτό το Valkenburg έχω δραπετεύσει
μεσ’ απο τις σκέψεις μου στον Κόλπο Gordon έχω επιστρέψει
Με γυρίνους παίζω κολυμπώντας σ’ ελευθερία
σε κόκκινα δέντρα Krantz σβάστικες χαράζω

Είμαι το σκυλί που ένοχα κινείται από παραλία σε παραλία
κόντρα στης νύχτας τη δροσιά γαβγίζει άλαλα μονάχο

Είμαι ο γλάρος σε πτήσεις πεινασμένες
γεύματα για να σερβίρει από ανιαρές νύχτες πεθαμένες
Ο θεός που από άνεμο σ’ έπλασε και δροσιά
για νάβρει μέσα σου εκπλήρωση η δική μου ανθρωπιά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ingrid Jonker, ποιήματα ―μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου»

Βιρτζίνια Γουλφ, αυτή η μάσκα που κρυφοκοιτάζει

[…] Θε μου, τι απαίσια είναι η ζωή ! Τι βρώμικα παιιχνίδια μας παιζει -τη μια στιγμή είσαι ελεύθερος , την άλλη είσαι τούτο. Να ‘ μαστε πάλι ανάμεσα στα ψίχουλα και στις λερωμένες πετσέτες. Το λίπος στο μαχαίρι πάγωσε κιόλας. Αταξία , προστυχιά και σήψη μας περιβάλλουν. Βάλαμε στο στόμα μας τα σώματα νεκρων πουλιών. Μ΄αυτά τα ψιχουλα βουτηγμένα στο λίπος, τις λερωμένε πετσέτες και τα πτώματα των μικρων πουλιων πρέπει να πορευτούμε. Και πάλι απ΄την αρχή. Πάντα υπάρχει ο εχθρος. Μάτια πέφτουν στα μάτια μας · δάχτυλα σφίγγουν τα δάχτυλά μας. Ξανά η προσπάθεια. Φωναξε το γκαρσόνι. Πλήρωσε το λογαριασμό. Πρέπει να σηκωθούμε. Να βρούμε τα παλτα μας . Να φύγουμε. Πρέπει, πρέπει, πρέπει -φριχτή λέξη. Γι΄άλλη μια φορά, εγώ πού νόμιζα τον εαυτό μου άτρωτο, εγώ που είχα πει « Τώρα ξεμπέρδεψα μ΄όλα αυτά΄» ανακαλύπτω πως το κύμα μ΄έφερε τούμπα, σκόρπισε τα πράγματά μου και πρέπει τώρα να τα μαζέψω , να τα συγκεντρώσω, να επιστρατεύσω τις δυνάμεις μου, να σηκωθώ και ν΄αντιμετωπίσω τον εχθρό.

» Τι περίεργο -εμείς που υποφέραμε τόσο, να προκαλούμε τόσο πόνο στους άλλους. Τι περίεργο που το πρόσωπο κάποιου που μου είναι σχεδόν άγνωστος (κάποιος που ίσως συναντηθήκαμε κάποτε σ΄ένα πλοίο για την Αφρική- ένα πρόχειρο σκίτσο, μάτια, ρουθούνια, μάγουλα) θα είχε τη δύναμη έτσι να με προσβάλει. … Κι ωστόσο αυτή η σκιά που κάθισε μαζί σου μια-δυο ώρες , αυτή η μάσκα που κρυφοκοιτάζει μέσα από δυο τρύπες, έχει τη δύναμη να με ρίξει πίσω, να με καθηλώσει ανάμεσα σ΄όλα εκείνα τα άλλα πρόσωπα, να με κλειδώσει σ΄ένα σφυκτικό δωμάτιο, να με κάνει να φτερουγίζω σαν την πεταλούδα από κερί σε κερί…[…] ( σ. 212)

____________
Απόσπασμα τυχαίo, επιλογής της συγγραφέως Αλεξάνδρας Δεληγιώργη από «Τα κύματα» της Βιρτζίνια Γουλφ, εκδόσεις Κρύσταλλο, μτφρ:, Άρης Μπερλής, 1986.

Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Κατασκευάζοντας τον λευκό ως αποδιοπομπαίο τράγο, από τις Εκδόσεις Πατάκη – Λογοτεχνικά δοκίμια. Μετάφραση: Ανδρέας Παππάς.

Η εξύμνηση μιας φυλής και η συνακόλουθη ταπείνωση μιας άλλης ή πολλών άλλων ήταν και θα είναι πάντα συνταγή για φόνο […]. Όποιος εξευτελίζει τους άλλους εξευτελίζεται ο ίδιος.
James Baldwin, The Fire Next Time

Ο κατεξοχήν εγκληματίας

Η Δύση έχει όλα τα προσόντα προκειμένου να αποτελέσει τον ιδανικό ένοχο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ίδρυσε ένα νέο έθνος βασισμένο στον αφανισμό των Ινδιάνων, στη δουλεία των Αφρικανών και στις διακρίσεις κατά των μαύρων. Όσο για την Ευρώπη, χρεώνεται το βάρος τεσσάρων αιώνων αποικιοκρατίας, ιμπεριαλισμού και δουλείας, μολονότι σε ευρωπαϊκές χώρες τέθηκε πρώτη φορά το ζήτημα της κατάργησης όλων αυτών των «κακών». Αυτό που καθιστά τον Δυτικό κόσμο το κατεξοχήν εξιλαστήριο θύμα είναι καταρχάς ότι αναγνωρίζει τα εγκλήματά του, με τη φωνή των πιο καθαρών συνειδήσεών του, από τον Βαρθολομαίο ντε λας Κάζας έως τον Αντρέ Ζιντ και τον Αιμέ Σεζαίρ, χωρίς να ξεχνάμε τον Μονταίν, τον Βολταίρο και τον Κλεμανσό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Max Jacobs, σύντομα ποιήματα 5 ―μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής

ΣΥΝΤΟΜΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 5

Λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νεκρῶν τὸν παράδεισο τὸν φαντάζομαι σὰν μιὰ κάποια μέρα τῆς Σαρακοστῆς στὸ Παρίσι, τὴ δὲ κόλαση σὰν τρελαμένο πλῆθος οίκογενειῶν μιὰ μέρα μὲ καταιγίδα σὲ κάποιο λιμάνι.

*

Τοῦτο ᾽δῶ εἶναι ἕνα κλαδὶ μὲ τρία ἄνθη: τὸ κλαδὶ ἔχει τὸ χρῶμα τοῦ χιονιοῦ, τὰ ἄνθη ὁμοίως: τὰ ἄνθη ἔχουν τὸ κεφάλι κατεβασμένο, τὸ κλαδὶ ὁμοίως, καὶ ὅλα τους ἐκεῖ εἶναι ἀπὸ μαργαριτάρια καὶ τίποτα δὲν στηρίζεται πουθενά. Κι ὅμως, κι ὅμως! ὑπάρχει μιὰ κορδέλα ἀπ᾽ αὐτὲς ποὺ τυλίγουμε γύρω ἀπ᾽ τὸ μέτωπο, ἐπάνω στὴν ὁποία στηρίζονται τὰ πάντα — εἶναι λευκὴ καὶ ὅλο χαμόγελα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Max Jacobs, σύντομα ποιήματα 5 ―μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής»

Michel de Montaigne, Δοκίμια ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

(Τόμοι Α’, Β’, Γ’ σε κασετίνα) Μετάφραση: Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής ―Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Περιγραφή
O Γάλλος στοχαστής Μισέλ ντε Μονταίνι (1533 –1592), όταν αποτραβήχτηκε στον πύργο του εγκαταλείποντας την θέση του στο Κοινοβούλιο του Μπορντώ, παραμένοντας όμως δημόσιο πρόσωπο, απειλούμενο αλλά και σεβαστό στους Θρησκευτικούς Πολέμους που συντάραζαν επί δεκαετίες τη Γαλλία, αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο «καλής πίστης», αφιερωμένο «στην προσωπική ωφέλεια των συγγενών και φίλων». Εμπλουτίζοντας και επεκτείνοντας το κείμενό του κατά τα τελευταία είκοσι δύο χρόνια της ζωής του με θέματα που δημιουργεί η ροή του βίου, ερωτήματα καθημερινά πλάι σε ουσιώδη, πρόσθεσε στην παγκόσμια γραμματεία το «δοκίμιο», δηλαδή τις διαδοχικές προσπάθειες να δοθούν απαντήσεις, ενώ δεν λείπουν οι αμφιβολίες. Σε κάθε περίπτωση, η απορία «Τι ξέρω;» (ώστε να ξέρω τι απαντώ) παρέμεινε παρούσα, ένα παιχνίδι που δεν έχει πάψει να αναζητεί τους παίκτες του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Michel de Montaigne, Δοκίμια ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Pascal Bruckner, Όταν η Ιστορία προειδοποιεί

«Όπου αυξάνει ο κίνδυνος, αυξάνει και η δύναμη αυτού που σώζει»
Χέλντερλιν

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, στη Νέα Υόρκη, στη Μαδρίτη, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στη Βοστόνη, στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο, ο δυτικός κόσμος βγήκε «από τη χρυσή εποχή της ασφάλειας» (Στέφαν Τσβάιχ). Η συμμαχία που είχαν υποσχεθεί μετά το 1989 οι νεόκοποι προφήτες, ανάμεσα στη δικαιοσύνη, την αγορά και τη δημοκρατία, κλονίστηκε μαζί με τους Δίδυμους Πύργους. H ιστορία δεν άρεσε πια στην Ευρώπη· πίστευε πως είχε αφήσει πίσω της τον εφιάλτη, για πρώτη φορά το 1945, για δεύτερη φορά μετά τη πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Έχοντας μια νοσηρή αλλεργία στην αντιπαράθεση, προστάτευε τον εαυτό της από το δηλητήριο με προδιαγραφές, κανόνες, διαδικασίες, περιχαρής που δεν την άγγιζαν οι καταιγίδες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Pascal Bruckner, Όταν η Ιστορία προειδοποιεί»