Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μονότονα Αγριοπούλια

Χριστόφορος Λιοντάκης

Απόψε θ’ ανταποκριθώ στις απαιτήσεις τούτης της στήλης, στο κάλεσμα του βιολιστή που παίρνει φωτιά για την χάρη του αγίου καταμεσής ενός μήνα αυτοκρατορικού. Θ΄ ανταποκριθώ με φόντο αρκαδικό στην φωτιά του μεσημεριού που κατατρώει τον σχίνο, στις έρημες λεωφόρους, -πού πήγαν όλοι και εσύ αδερφέ μου, κάτω απ’ τις συστάδες τι να προσμένεις με κομμένη την ανάσα-, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μονότονα Αγριοπούλια»

Ασημίνα Λαμπράκου, πάνω από τα κτήρια του Αυγούστου, ένας δάνειος στίχος

αν υπάρχει ένας κοινός τόπος όπου συγκεντρώνονται οι σκέψεις όσο ο χρόνος παγώνει έξω από αυτές, είναι ένα γαλακτώδες νέφος που σηκώνεται από το έδαφος, ανάμεσα στην πόλη και το βουνό που την ορίζει· ας μην είναι ορατά από τη μεριά που τα έχει τοποθετήσει το βλέμμα

φρέσκος σαν πορτοκάλι γλυκό, έχει σαρώσει τους ίσκιους, όλους, των πραγμάτων στην κεντρική λεωφόρο, έτσι πού μοιάζει ακίνητη κάτω από το φως του, μόλις εξήντα μοίρες δυτικά, πάνω από τα κτήρια του Αυγούστου ο ήλιος κι οι σκιές στους παράδρομους, φοβισμένες  κρύβονται πάλι κάτω από τα πέλματα των θαμώνων και τις στενές τέντες Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, πάνω από τα κτήρια του Αυγούστου, ένας δάνειος στίχος»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Elephant


[…Αργά την νύχτα
άμα πιστέψαμε πως τούτο το
πανηγύρι τέλειωσε και πάει
φάνηκαν τα όργανα
μέσα από τις ρεματιές,
φορούσαν ρίγανη και ανεμώνες,
φαίος ήταν ο κόσμος τους
στροφή των τραγουδιών…]

Το πιο σπάνιο είδος θηλαστικού απαντάται στην ποίηση

Ποιος είπε το δάκρυ θαλασσί. Ποιος είδε αντρειωμένους να στήνουν τον χορό μες στην πολλή νύχτα. Ποιος είπε ο φονιάς, ποιος είδε το μαύρο σου καράβι, ποιος χάθηκε στα σταυροδρόμια για πάντα εκτρέφοντας μικρές, λαμπρές αθανασίες με σώματα των κοριτσιών, θελκτικά, ποιος.

Μα ο ποιητής, ακούστηκε μια φωνή απ΄το βάθος του αμφιθέατρου. Επρόκειτο για κάποιον άγνωστο, για κάποιον επισκέπτη, από αυτούς που ταξιδεύουν στο Ντένβερ, που το εγκαταλείπουν, που πεθαίνουν στο Ντένβερ απαλά σαν φύλλα. Την φωνή του την είχαμε ξανακούσει, την όψη του δεν θα λησμονούσαμε ποτέ, τέτοια που είναι, πλάσματος προκατακλυσμιαίου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Elephant»

Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες

papa was a rolling stone…

Κάποια φορά

Χώρος: προαύλιο μονής, μέρες πριν φτάσει η άνοιξη

Η Λολό, σαφώς συντετριμμένη από την περιφρονητική αντίδραση ανδρός, ακουμπάει ελαφρά τον μαντρότοιχο στο προαύλιο της μονής. Το μάτι της αστράφτει, το φρύδι πιάνει τόξο πάνω απ’ το βλέφαρο και το στήθος κύμα κάτω απ’ τη μπλούζα.
Βάζει το χέρι στη μέση. Το αριστερό. Mε το δεξί κάνει μια κίνηση στο κενό σα ν’ ανακατεύει τον αέρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες»

Απόστολος Θηβαίος, Casina Rossa

Οι ξεναγοί σταματούν με τα λάβαρά τους έξω απ΄την κλειστή πόρτα. Το πλήθος που τους ακολουθεί ακούει με προσοχή όσες απ΄τις λέξεις γλιτώνουν τον χαμό του ανέμου. Αυτό το πλήθος που παραμένει τόσο ανυποψίαστο για τους φαύνους και τις νύμφες που γεννιούνται κάθε νύχτα στην πόρτα του ποιητή, αυτός ο ξέφρενος κόσμος που συνωστίζεται και φωτογραφίζεται και αναχωρεί και κάπου φθάνει ποτέ δεν θα πονέσει όσο ο ποιητής. Και ίσως να μην νιώσει την οδύνη μιας ζωής που καίγεται σε είκοσι πέντε μονάχα χτύπους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Casina Rossa»

Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες

[Χώρος:
Γειτονιά
Σπίτια που αναπνέουν όσο τους επιτρέπει η λιγοστή πρασιά ανάμεσά τους
Κήπος, άνθη ανοίξεως, μια πασχαλιά, μια λεμονιά στο βάθος, κοτέτσι
Μια κρεβατίνα απλώνεται για να ξεκουράσει το κλήμα
Το κλήμα φερμένο από το χωριό, καρπερός, βιαστικός ροδίτης
Ο μικρός διάδρομος της εισόδου στον κήπο
Ένα τραπεζάκι στον ίσκιο της κληματαριάς, φορμάικα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες»

Δημήτρης Σούκουλης, Κανίβαλος

Ο αναγνώστης είναι ένας αχόρταγος κανίβαλος.
Σας το λέω πρώτος κι εμένα πολύ να με συμπαθάτε και να αδιαφορείτε, βεβαίως – δικαίωμά σας – αν φτύνω δόγματα στα πεζοδρόμια σας και κάπως σας χαλνώ τη διάθεση.
Στεγνώνουν όμως εύκολα κάτω από τον ήλιο και με την υγρασία του πρωινού λύνεται στο τσιμέντο, στο μάρμαρο, στη πέτρα Καρύστου, η συντακτική τους δομή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Σούκουλης, Κανίβαλος»

Ασημίνα Λαμπράκου, γόνιμες καμπύλες χρόνου

Κάποτε θα λάβουμε εκδίκηση από τα γιασεμιά
Οι γλάστρες θα επαναστατήσουν
κι οι ρίζες θα δώσουν φρέσκο ήλιο
τομάτα και ρίγανη
Το νάιλον θα βουβαθεί προς νέους αιώνες
κι η έλξη θα αναστραφεί

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, γόνιμες καμπύλες χρόνου»