Πόπη Συνοδινού, Το εσωτερικό δωμάτιο της αφής

Τρώω αργά το πρόσωπο σου, είμαι ξανά στο πεινασμένο δωμάτιο, με κοιτάζεις με τα μάτια απλωμένα σε κομμάτια.
Οι ίριδες των ματιών σου μου θυμίζουν Ανατολή, τα χέρια σου με εκπαιδεύουν στην πείνα, πως να πεινάει κανείς για την αφή.
Πως να κοιτάζει κάποιος ξένα μάτια και να νιώθει στιγμές στιγμές πως είναι δικά του.

Ο έρωτας είναι ένα είδος απείθαρχης εκπαίδευσης.

Ένα λιοντάρι μπαίνει στο δωμάτιο, με κόβει σαν ξυράφι η ματιά του.
Μου μιλάει, (είσαι πολύ δυνατή πρέπει να το θυμηθείς πάλι).
Λέω, ( το θυμάμαι μέσα από εκείνον).

Μας κοιτάζει, βρυχάται.
Το δωμάτιο φοβάται, τα έπιπλα τρίζουν.
Έπειτα φεύγει, το ίδιο αθόρυβα όπως μπήκε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πόπη Συνοδινού, Το εσωτερικό δωμάτιο της αφής»

Αργύρης Κόσκορος, Τέσσερα χέρια

Το παρελθόν κρατά το ρυθμό στ’ ακροδάχτυλα. Οι απαλές γραμμές στα ζυγωματικά, τα μισόκλειστα βλέφαρα και όσα άλλα έχει ζωγραφίσει ο χρόνος πάνω του, γλιστρούν απ’ το πρόσωπο στα χέρια και από εκεί στα πλήκτρα ως μια εναλλαγή σιωπών και ήχων που επαναλαμβάνεται σπειροειδώς προς το επέκεινα. Πού και πού ρίχνει κλεφτές ματιές στο άλλο μισό του πιάνου, όπου το μέλλον παίζει τη μελωδία. Στο μέλλον αρέσει επίσης να ενσωματώνει τα φάλτσα του στην ακολουθία των ήχων αλλάζοντάς την αργά καθώς η μουσική ψηλώνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αργύρης Κόσκορος, Τέσσερα χέρια»

Λεωνίδας Καζάσης, Συναντήσεις μυστικές και αγγίγματα εφήμερα κ.α.

Ο Δημήτρης μου άρεσε, όταν μαζί με τον Γρηγόρη μου πρωτομίλησαν, μιά μέρα που περπατούσα στην παραλία. Τον Γρηγόρη προτίμησα που σιγουριά με γέμιζε και όπως βλέπεις είμαι μαζί του ακόμα».
Αυτά είπε η Αμαλία σε άνδρα ευπορώτερο που τον εκαλοκοίταζε, αλλά φιλήδονο και για οικογένεια ούτε να ακούσει.
Επλάγιασε μαζί του μερικά βράδυα, μήπως τον εδελέαζε τις απόψεις του να εγκαταλείψει, από το φόρεμα της πίσω να συρθή, όμως τον άνδρα μανιωδώς η αίσθηση ενδιέφερε, και η Αμαλία στην σιγουριά της ετραβήχθη, την ευκαιρία περιμένοντας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Συναντήσεις μυστικές και αγγίγματα εφήμερα κ.α.»

Ασημίνα Λαμπράκου, απόψε έχω ανάγκη έναν θρίαμβο

ελάτε!
φανταστείτε παρακαλώ τον εαυτό σας σαν πιανίστα στο μικρό του κάθισμα
την πλάτη τεντωμένη τα δάχτυλα απλωμένα στα πλήκτρα και το πόδι του στο πετάλ που δίνει
—–τον ρυθμό
μα, ελάτε!
τι; δεν βολεύεστε στην εικόνα;
τότε, ίσως να βοηθούσε να σας φανταστείτε νεαρό χιπχοπερά που δίνει ρυθμό με το ένα χέρι
—–σε συστροφικές του λόγου του κινήσεις

πιαστήκατε; γελάτε; κοροϊδεύετε;
ωραία! αφεθείτε στην εικόνα σας του καθρέφτη κι ελάτε… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, απόψε έχω ανάγκη έναν θρίαμβο»

Ασημίνα Λαμπράκου, να γείνο σαν κι αισάς· να μ’ αγαπάται

ίνε μαίραις που εσθάνωμε τειν ανάγκοι να σπάσο τα ψοιχαναγκαστεικά μου ώρεια κε να οιωθαιτίσο σημπαιροιφωραίς πιω αιλαίφθαιραις· να αλλάξο· να γείνο σαν κι αισάς· να σας μιάζο· να μ’ αγαπάται· ςομω στι πρωσπάθηά μου αυτεί αντοιλαμβάνωμε ςοπ ησχορό σαι άλλους διαφωραιτηκούς ψηχαναγκασμούς και τρωμάζο· αιτώπω απωφασείζο να μήνο στοις παλιαίς μου σηνύθιαις κι επηστραίφω σιγά άγισ στους ψυχαναγκασμούς μου που τους αγαπώ με φλωγερώτιτα γιατή αίχουν τειν ουσεία που μαι απωταίλαισε· και μαίσα σ’ αυτεί νιόθο αιλαίφθαιρυ· αισθάνωμαι ασφαλής και με αγαπώ μωνωμανώς όπως εσάς· μια στιγμύ μάλειστα πωυ απώ τη σηγκύνειση νοιώθο να επειστραίφο στην αρχικύ μου σκέψη μια ηδονή με πλημμυρίζει στην εικόνα σας την αμήχανη κι επανέρχομαι ωρμυτηκί ουρλιάζοντας: κουφάλες! δεν θα με αλλάξετε! και πεθαμένη, την ώρα που ένας θα με σηκώνει σκόνη να με επιστρέψει στον άνεμο που με γέννησε, εγώ θα ερωτεύομαι και θα σας νοιάζομαι· αυτός θάναι ο τρόπος μου να σας θαμπώνω.

*

©Ασημίνα Λαμπράκου, Αύγουστος του 2015

Ε. Μύρων, Τί να μου πει και ο Καρούζος για τον Καρούζο μου;

Είμαι τυχερός που έχω εσένα: αν έχεις έναν πραγματικό φίλο στη ζωή_ έχεις έναν περισσότερο απ’ όλο τον κόσμο. Ακόμα και στο μετρό (σαν καθωσπρέπει καταθλιπτικός πήρα μπόνους αγοραφοβία… με πιάνεις…) απ’ το χέρι με κρατάς: το οπισθόφυλλό σου κολλημένο στο τζιν μου και το πάνω μέρος σου χαϊδεύει, που και που, τον κώλο μιας μελαχρινής – (στα απότομα τραντάγματα τον χουφτώνει κανονικά και με το νόμο..). Σε γουστάρω γιατί είσαι πάντα τίγκα στη μαστούρα, μπαγάσα: με ξεκολλάς από κακές παρέες: όπως η ζωή. Γιατί αλλιώς θα έπασχα κι εγώ, όπως οι άνθρωποι, από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης: τους έχει απαγάγει η ζωή.. φασκελοκουκούλωστα… χωρίς σάλιο: γίνε 25, γεννοβόλα 2,5 παιδιά, επιβίωσε αλλά 20 χρονάκια ώστε να μεγαλώσουν και μετά ξεκίνα να βγάζεις ζημιές μέχρι να ψοφήσεις. Μεγάλη καργιόλα η φύση ε; συμφωνείς;… μη γελάς: το θέμα είναι να αγαπήσεις τη φυλακή σου. Να τη βρεις με τα κάγκελα – δεν έχει τίποτα απόξω. Πώς να στο πω: καπούτ. Χαρούμενος γίνεσαι όταν καταλάβεις (ως το μεδούλι) πως δε γ ί ν ε τ α ι να είναι κανείς χαρούμενος. Δεν ξέρω γιατί στα λέω όλα αυτά – μήπως πρέπει; μπα… τίποτα δεν πρέπει.

*
©Ε. Μύρων 
φωτο: Στράτος Φουντούλης

Δημήτρης Φύσσας, Οι παρενθέσεις μου στα Ελληνικά «Γράμματα»

  1. Στην πολλαπλή τρέλα των ελληνικών «Γραμμάτων»

Γαμάνε η λογοκλοπή (και να πώς γίνεσαι μεγάλος και τρανός, αφομοιώνοντας τα ξένα τα μυαλά αδήλως)

Κι η μεταφραστική αυθαιρεσία κι αχταρμάς (δυο λέξεις το πρωτότυπο, σαράντα δύο ο «μεταφραστής» απ’ την κοιλιά του, συν άπειρα «αποσιωποιητικά», θαυμαστικά και βάλε)

Κι η ροζ λογοτεχνία (or δόξα απ’ τα κραγμένα συναισθήματα: «Το Ακατέργαστόν μου» και η Στάμου όλα τα είπαν). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Οι παρενθέσεις μου στα Ελληνικά «Γράμματα»»

Ελένη Χαϊμάνη, Η Απολογία της Θάλασσας

Κύριοι, ζητήσατε να απολογηθώ – κι εφόσον
απολογούνται πάντα οι δολοφόνοι· κι αφού στους
δολοφόνους συγκαταλέγομαι κι εγώ, ότι έχω
να πω θα το πω χωρίς φόβο και πάθος.
Σας προσκαλώ να νιώσετε την απεραντοσύνη μου.
Να έχετε τον φόβο σε ότι με αφορά. Όταν αμέριμνοι
κολυμπάτε μέσα μου και ψάχνετε με την άκρη
των ποδιών σας κάτι στέρεο– και δεν το βρίσκετε,
να σας πιάνει ο πανικός γιατί, θα λείψει το κουράγιο
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Χαϊμάνη, Η Απολογία της Θάλασσας»