Ασημίνα Λαμπράκου, Sylvia’s blues


Sylvia’s mother says Sylvia’s tryin’ to start a new life of her own
Sylvia’s mother says Sylvia’s happy so why don’t you leave her alone

Το κορίτσι του Nick Ut μπροστά μου

Mε λυγισμένο το γόνατο και τα χέρια στους αγκώνες σαν οστά από φτερά μικρού πουλιού, το κορίτσι εμπρός μου θα έμοιαζε με εκείνο που έτρεχε γυμνό στη φωτογραφία του Nick Ut

Αυτή όμως στεκόταν όρθια και στητή μέσα στην τσίγκινη σκάφη όπου την έπλενε η μάνα της

Την πατάτα σου, τρίψε μωρή την πατάτα σου!, της πέταξε η μάνα της κι έβγαινε ένα κόκκινο διαταγής μέσα από τα μάτια κι η φωνή της παχιά και σαλιωμένη από τα στρογγυλά της μάγουλα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Sylvia’s blues»

Αργύρης Κόσκορος, Ipse dixit κ.α.

Ipse dixit

Δεν ήταν λάθος ούτε της Ουρανίας που έγραψε τη μουσική της πλάσης στον σκοτεινό αιθέρα ούτε και του σοφού Πτολεμαίου που κατέγραψε νότα προς νότα όσα τού έδινε ο αστρολάβος και οι ακριβείς μετρήσεις του. Όλη η αρμονία της παρτιτούρας τ’ ουρανού κρυβόταν στη σκοτεινή ύλη των αυτοσχεδιασμών και των αρπισμάτων, μιας μελάνης αόρατης που τα πρωτόγονα όργανα εκείνης της εποχής ήταν αδύνατον ν’ αποκαλύψουν. Σημασία έχει βέβαια πως και το κοινό τόσο άμαθο ακόμα ήταν στην αρμονία του σύμπαντος, που διόλου δεν αντιλήφθηκε τα κραυγαλέα φάλτσα, παρά ζητωκραύγασε τον σοφό μαέστρο, όντας σίγουρο ότι μες στους αιώνες ποτέ κανείς δεν πρόκειται να τον ξεπεράσει.

Patres patriae

Οι περισσότεροι προτιμούν τους μίμους, τις κωμωδίες, τους μονομάχους. Έτσι, όσοι επιλέγουν να παίζουν τραγωδίες, μένουν χωρίς κοινό· μα συνεχίζουν το ρόλο τους προσμένοντας το χειροκρότημα των στοιχειωμένων κερκίδων. Όποτε δυσκολεύονται, υπάρχουν κρυμμένοι υπόγεια οι υποβολείς που τους θυμίζουν το κείμενο· κι όταν ο ρόλος τους τελειώνει, σε κάποιο νεκροκρέβατο ή στο πεδίο της μάχης, αποσύρονται για πάντα απ’ τη σκηνή· και κατεβαίνουνε κάτω απ’ τη γη παίρνοντας με τη σειρά τους τη θέση των υποβολέων.

Το φάντασμα

Δεν είχε νέα, εδώ και αιώνες, το ιερατείο της Ρώμης σχετικά με τον αρχαίο θεό Falacer. Μη έχοντας δώσει σημεία ζωής, θα έπρεπε κανονικά να τον είχαν κηρύξει αγνοούμενο. Καθώς όμως ένας τέτοιος χαρακτηρισμός θα έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο το κύρος των θεών αλλά και το ίδιο το καταστατικό τους, κανείς δεν ήθελε ν’ αμφισβητήσει τις ιερές διατάξεις. Έτσι λοιπόν, προκειμένου ν’ αποφύγουν τη μικρή αυτή ρωγμή που θα μπορούσε να επιφέρει κατάρρευση, κράτησαν τον ιερέα στη θέση του· έστω και αν, δίχως καμιά περιγραφή, κανένα μύθο, καμιά εικόνα και εν τέλει χωρίς κανέναν πιστό, ο αρχαίος θεός, ασώματος πια, έμενε μονάχα ένα όνομα.

*

©Αργύρης Κόσκορος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μονότονα Αγριοπούλια

Χριστόφορος Λιοντάκης

Απόψε θ’ ανταποκριθώ στις απαιτήσεις τούτης της στήλης, στο κάλεσμα του βιολιστή που παίρνει φωτιά για την χάρη του αγίου καταμεσής ενός μήνα αυτοκρατορικού. Θ΄ ανταποκριθώ με φόντο αρκαδικό στην φωτιά του μεσημεριού που κατατρώει τον σχίνο, στις έρημες λεωφόρους, -πού πήγαν όλοι και εσύ αδερφέ μου, κάτω απ’ τις συστάδες τι να προσμένεις με κομμένη την ανάσα-, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μονότονα Αγριοπούλια»

Ασημίνα Λαμπράκου, πάνω από τα κτήρια του Αυγούστου, ένας δάνειος στίχος

αν υπάρχει ένας κοινός τόπος όπου συγκεντρώνονται οι σκέψεις όσο ο χρόνος παγώνει έξω από αυτές, είναι ένα γαλακτώδες νέφος που σηκώνεται από το έδαφος, ανάμεσα στην πόλη και το βουνό που την ορίζει· ας μην είναι ορατά από τη μεριά που τα έχει τοποθετήσει το βλέμμα

φρέσκος σαν πορτοκάλι γλυκό, έχει σαρώσει τους ίσκιους, όλους, των πραγμάτων στην κεντρική λεωφόρο, έτσι πού μοιάζει ακίνητη κάτω από το φως του, μόλις εξήντα μοίρες δυτικά, πάνω από τα κτήρια του Αυγούστου ο ήλιος κι οι σκιές στους παράδρομους, φοβισμένες  κρύβονται πάλι κάτω από τα πέλματα των θαμώνων και τις στενές τέντες Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, πάνω από τα κτήρια του Αυγούστου, ένας δάνειος στίχος»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Elephant


[…Αργά την νύχτα
άμα πιστέψαμε πως τούτο το
πανηγύρι τέλειωσε και πάει
φάνηκαν τα όργανα
μέσα από τις ρεματιές,
φορούσαν ρίγανη και ανεμώνες,
φαίος ήταν ο κόσμος τους
στροφή των τραγουδιών…]

Το πιο σπάνιο είδος θηλαστικού απαντάται στην ποίηση

Ποιος είπε το δάκρυ θαλασσί. Ποιος είδε αντρειωμένους να στήνουν τον χορό μες στην πολλή νύχτα. Ποιος είπε ο φονιάς, ποιος είδε το μαύρο σου καράβι, ποιος χάθηκε στα σταυροδρόμια για πάντα εκτρέφοντας μικρές, λαμπρές αθανασίες με σώματα των κοριτσιών, θελκτικά, ποιος.

Μα ο ποιητής, ακούστηκε μια φωνή απ΄το βάθος του αμφιθέατρου. Επρόκειτο για κάποιον άγνωστο, για κάποιον επισκέπτη, από αυτούς που ταξιδεύουν στο Ντένβερ, που το εγκαταλείπουν, που πεθαίνουν στο Ντένβερ απαλά σαν φύλλα. Την φωνή του την είχαμε ξανακούσει, την όψη του δεν θα λησμονούσαμε ποτέ, τέτοια που είναι, πλάσματος προκατακλυσμιαίου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Elephant»

Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες

papa was a rolling stone…

Κάποια φορά

Χώρος: προαύλιο μονής, μέρες πριν φτάσει η άνοιξη

Η Λολό, σαφώς συντετριμμένη από την περιφρονητική αντίδραση ανδρός, ακουμπάει ελαφρά τον μαντρότοιχο στο προαύλιο της μονής. Το μάτι της αστράφτει, το φρύδι πιάνει τόξο πάνω απ’ το βλέφαρο και το στήθος κύμα κάτω απ’ τη μπλούζα.
Βάζει το χέρι στη μέση. Το αριστερό. Mε το δεξί κάνει μια κίνηση στο κενό σα ν’ ανακατεύει τον αέρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες»

Απόστολος Θηβαίος, Casina Rossa

Οι ξεναγοί σταματούν με τα λάβαρά τους έξω απ΄την κλειστή πόρτα. Το πλήθος που τους ακολουθεί ακούει με προσοχή όσες απ΄τις λέξεις γλιτώνουν τον χαμό του ανέμου. Αυτό το πλήθος που παραμένει τόσο ανυποψίαστο για τους φαύνους και τις νύμφες που γεννιούνται κάθε νύχτα στην πόρτα του ποιητή, αυτός ο ξέφρενος κόσμος που συνωστίζεται και φωτογραφίζεται και αναχωρεί και κάπου φθάνει ποτέ δεν θα πονέσει όσο ο ποιητής. Και ίσως να μην νιώσει την οδύνη μιας ζωής που καίγεται σε είκοσι πέντε μονάχα χτύπους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Casina Rossa»

Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες

[Χώρος:
Γειτονιά
Σπίτια που αναπνέουν όσο τους επιτρέπει η λιγοστή πρασιά ανάμεσά τους
Κήπος, άνθη ανοίξεως, μια πασχαλιά, μια λεμονιά στο βάθος, κοτέτσι
Μια κρεβατίνα απλώνεται για να ξεκουράσει το κλήμα
Το κλήμα φερμένο από το χωριό, καρπερός, βιαστικός ροδίτης
Ο μικρός διάδρομος της εισόδου στον κήπο
Ένα τραπεζάκι στον ίσκιο της κληματαριάς, φορμάικα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Γυναίκες»