Αικατερίνη Κουμαριανού, Ξαναδιαβάζοντας Θανάση Βαλτινό

Αρχείο Θανάση Βαλτινού. ©Isolde Ohlbaum

Το κείμενο αυτό είναι το τελευταίο που έγραψε η αείμνηστη Αικατερίνη Κουμαριανού (1919-2012), και μας το έδωσε δύο μέρες πριν από τον θάνατό της. Δημοσιεύθηκε στο τεύχος αρ. 32 (Σεπτέμβριος 2012) της Athens Review of Books το οποίο ήταν αφιερωμένο στον Θανάση Βαλτινό.

Ξαναδιαβάζω Θανάση Βαλτινό. Με αμέριστο ενδιαφέρον, μεγάλη περιέργεια και, τελικά, απόλαυση. Σκέφτομαι συνεχώς αυτά τα συναρπαστικά κείμενα, όπου θαυμάζω την πρόσμιξη ιστορίας – συλλογικής μνήμης – και μυθοπλασίας με πολλά άλλα καίρια στοιχεία μιας απόλυτα επιτυχούς ροής. Κείμενα που τα διακρίνει εμβέλεια, προδίδουν ευαισθησία και γνώση, αφήνοντας εντέλει έκθαμβο τον αναγνώστη.

Το ατομικό μετασχηματίζεται σε συλλογικό, σ’ ένα πεδίο όπου το αμφίβολο, οδυνηρό παρόν συνυπάρχει με ένα« δυσπρόσιτο και αδιάγνωστο μέλλον, πηγαίνοντας εκ παραλλήλου εις βάθος χρόνου, για να ανακαλέσει τα δράματα και τις συγκρουσιακές καταστάσεις ή συμπεριφορές του παρελθόντος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αικατερίνη Κουμαριανού, Ξαναδιαβάζοντας Θανάση Βαλτινό»

Καίτη Παυλή, Συνάντηση

Ανταμώνουν πάλι στο γνωστό Καφέ

-Καλημέρα! Πόσος καιρός…

-Καλώς ανταμωθήκαμε λοιπόν

-Χαθήκαμε

-Χάθηκα…

-Τώρα όμως είσαι εδώ. Σαν λίγο αδύνατος, σαν τεφρός μου φαίνεσαι…

Τον παρατηρεί αμφιβάλλοντας. Αν κι έπιασαν  ψύχρες, φορά ακόμα τη βερμούδα  και τις σαγιονάρες του. Φορά όμως και το καφέ δερμάτινο σουέτ μπουφάν. Το παρατηρεί εξεταστικά.

-Ήταν της μάνας μου…

Ο τόνος της φωνής του χαμηλός και μελαγχολικός. Τον ενθαρρύνει.

– Είναι καλό, καινούριο ακόμα. Έχω ένα παρόμοιο μαύρο σουέτ. Είναι καλά αυτά, αντέχουνε στο χρόνο. Το φορώ κι εγώ κάποιες φορές, όταν με πιάνει η νοσταλγία. Θαρρώ πως φορώ τον αδερφό μου, νιώθω την ανάσα του, είμαστε πάλι μαζί.

 

Εμφανίζεται ο σερβιτόρος σοβαρός περιμένοντας  την παραγγελία της.

-Ένα διπλό καπουτσίνο χωρίς ζάχαρη και με πολύ γάλα, κυρίως γάλα…

Παραγγέλνει αφηρημένα.

-Όπως τον έπινε εκείνος, παρατηρεί ο σερβιτόρος  και κουνά το χέρι του να διώξει την πεταλούδα απ’ το ποτήρι με το νερό που μόλις ακούμπησε στο τραπέζι.

-Μηηη!

Τον αποτρέπει εκείνη, αλλά ήδη η πεταλούδα πέταξε αφήνοντας πίσω της ένα χνούδι σαν στάχτη στον αέρα.

-Εις το επανιδείν… της φάνηκε πως άκουσε.

*

©Καίτη Παυλή

φωτο: Στράτος Φουντούλης

 

 

Συνομιλίες: Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος συζητά με τον Απόστολο Θηβαίο για τον Γιάννη Χρήστου

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Για τον Γιάννη Χρήστου -Από τις εκδόσεις Οδός Πανός

Συζητώντας «Για τον Γιάννη Χρήστου»

Η αναφορά και μόνο του ονόματος του Γιάννη Χρήστου, του ιδιοφυούς εκείνου συνθέτη-φιλόσοφου που σκοτώθηκε πολύ νέος το 1970, προκαλεί πάντα ένα μαγνητισμό· ακόμα και σ’ ανθρώπους που δεν γνωρίζουν καλά το έργο του, ούτε πολύ περισσότερο τη ζωή του. Και δικαίως· μιας κι ο απλός αναγνώστης δεν μπορεί να έχει μια πλήρη εικόνα από πουθενά.

Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει επιτέλους ένα ιδιαίτερα επιμελημένο βιβλίο στις ‘Εκδόσεις Οδός Πανός’.  Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Αδαμόπουλος -που η μοίρα με τα διάφορα παιχνίδια που παίζει τον έφερε πολύ κοντά στον συνθέτη κι έζησε πολλά χρόνια μέσα στον κόσμο του- παρουσιάζει από πρώτο χέρι, ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο για τον καθένα· καθόλου εξειδικευμένο, σοβαρό όμως και απόλυτα τεκμηριωμένο με εντελώς άγνωστα ως τώρα ντοκουμέντα. Ένα μοναδικό ‘σπονδυλωτό χρονικό’ όπως το λέει ο ίδιος, γραμμένο με τρόπο γλαφυρό και τόσο έξυπνα στημένο, που κρατά τον αναγνώστη κοντά του απ’  την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Συνομιλίες: Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος συζητά με τον Απόστολο Θηβαίο για τον Γιάννη Χρήστου»

Nadia Yala Kisukidi, Ο διαχωρισμός ―κυκλοφορεί

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου, εκδόσεις Πόλις

Ποια τύχη μπορεί να έχει μια γυναίκα ορφανή και από τους δύο γονείς, μαύρη και νάνος, που μεγαλώνει με την εργάτρια γιαγιά της σε μια φτωχογειτονιά της επαρχίας; Στα δεκαπέντε της χρόνια, η ηρωίδα ?που δεν θα μάθουμε ποτέ το όνομά της? αφήνει τη γειτονιά που μεγάλωσε και τους ανοχύρωτους ανθρώπους της, «εκείνους που ο κόσμος θα ήθελε να εξαφανίσει», για να αναζητήσει την οικογένεια της καρδιάς της, να βρει την ταυτότητά της, να γνωρίσει τον κόσμο. Είναι εφοδιασμένη με το χάρισμα του διαχωρισμού: η σκέψη της, παντοδύναμη, μπορεί να αποδεσμεύεται από το αδύναμο σώμα της και να ορθώνεται, ανίκητη, στις δυσκολίες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Nadia Yala Kisukidi, Ο διαχωρισμός ―κυκλοφορεί»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έι, Άι

Εργάκι κάτω από
τεχνητό φωτισμό

κηνικό λαμπερού πολυκαταστήματος. Μια ατέλειωτη φάλαγγα από τηλεοράσεις με πλήθος συνωστισμένο τριγύρω σαν τις μορφές του Βακαλόπουλου. Ο δικός του ορίζοντας χάθηκε και πάει μα η σκηνή μας κάνει, μας κάνει. Βραστήρες, ιονιστές, ραδιόφωνα, στεγνωτήρια, πύργοι ηλεκτρονικών υπολογιστών δίχως βασίλισσα καμιά, λαμπτήρες αργής φθοράς, καφετιέρες, Θεέ μου πόσες καφετιέρες. Και στο βάθος το θαυμαστό της εποχής μας. Συσκευές τεχνητής νοημοσύνης, μικρές πλατφόρμες για να εγκατασταθούν στα σπίτια του ‘ 72 και να κάνουν τούτα τα παλιομοδίτικα έπιπλα να μοιάσουν λίγο ομορφότερα. Ο κύριος  Αλεξάνδρου είναι κάποιας ηλικίας, λιγνός και ψηλός και μάλλον δείχνει νεαρότερος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έι, Άι»

Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν [προδημοσίευση]

Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις Εκδόσεις Μονόκλ

Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν

Ο κύριος Σέριμαν ξύπνησε όπως κάθε πρωί στις εφτά ακριβώς. Σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο, έκανε την ανάγκη του και βούρτσισε επιμελώς τα δόντια του. Ξυρίστηκε με προσοχή, ουσιαστικά όμως χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στο παχύ και πλαδαρό πρόσωπό του. Έπειτα πήρε το πρωινό του: χυμό πορτοκάλι, καφέ φίλτρου και δυο φέτες ψημένο ψωμί. Στη συνέχεια ντύθηκε με ακριβείς, μηχανικές κινήσεις φορώντας ένα από τα εφτά κοστούμια του και μία από τις είκοσι οχτώ γραβάτες του.

Ο κύριος Σέριμαν ήταν κοντός, αρκετά παχύς και σχεδόν εντελώς καραφλός. Στο κεφάλι του υπήρχαν μόνο τρεις τρίχες, ακριβώς πάνω από το μέτωπό του, που άγνωστο γιατί, δεν ήθελε να κόψει. Ευτυχώς ήταν ξανθές και δεν πετούσαν, παρά κάθονταν υπάκουα πάνω στο ροδαλό κρανίο του κι έτσι λίγοι τις πρόσεχαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μαμαλούκας, Τα παράξενα Χριστούγεννα του κυρίου Σέριμαν [προδημοσίευση]»

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Αλάνια ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή

Η υποβαθμισμένη και «σκοτεινή» πλευρά της Ρώμης, κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, φωτίζεται σε ένα νέο βιβλίο υπό την ιδιαίτερη ματιά του Πιερ Πάολο Παζολίνι (1922-1975) με τον τίτλο «Αλάνια«.

Ο συγγραφέας και κορυφαίος σκηνοθέτης καταγράφει τις περιπέτειες του μικρού Σγουρομάλλη και ζωντανεύει έναν κόσμο που ο ίδιος γνώριζε καλά, αλλά η εξουσία άργησε πολύ ν’ αντιμετωπίσει τα προβλήματα του. Τα αλάνια, οι φτωχοί πιτσιρικάδες που τριγυρνούν σε μικρές ομάδες ή και συμμορίες στα περίχωρα της Ρώμης, παίζοντας, μεταπωλώντας ευτελή αντικείμενα ή διαπράττοντας διάφορες παρανομίες.

Το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1955 και προκάλεσε την αντίδραση ολόκληρου του πολιτικού κόσμου της Ιταλίας για το θέμα και την τολμηρή του γλώσσα. Αρχικά κατασχέθηκε με κυβερνητική εντολή, λίγο αργότερα αποτέλεσε την πρώτη συγγραφική επιτυχία του Παζολίνι.

Απόσπασμα:

[…]« ῎Ε, Μαρτσέ, πρόσεχε, ρὲ Μαρτσέ, πρόσεχε!»

῏Ηταν ἐκεῖνος ὁ πουτανόσπορος ὁ σγουρομάλλης μαζὶ μὲ τοὺς ϕίλους του.Κι ἔτσι ἔσμιξε κι αὐτὸς ἀντάμα μὲ τὴν παρέα τους. Μπῆκαν μαζὶ στὴν ἀποθηκούλα καὶ πῆραν κάμποσα κουτιὰ μὲ γράσο, ἱμάντες τόρνων καὶ κάτι παλιοσίδερα. ῾Ο Μαρτσέλο κουβάλησε σπίτι του κοντὰ ἕνα πενηντόκιλο καὶ πέταξε ὅ,τι εἶχε ϕέρει σὲ μιὰν αὐλίτσα, μὴν τὸ δεῖ μὲ τὴ μία ἡ μάνα του. σπίτι εἶχε νὰ ϕανεῖ ἀπ ᾽τὰ χαράματα, κι ἡ μάνα του τοῦ τὶς ἔβρεξε ἄγρια.

«Ποῦ ἀλήτευες ὅλη μέρα, ρὲ κάθαρμα;» τοῦ φώναζε καθὼς τὸν κοπάναγε.

«Μπάνιο εἶχα πάει νὰ κάνω, μπάνιο», ἔλεγε ὁ Μαρτσέλο, ποὺ ἦταν κομμάτι στραβοχυμένος καὶ ἀδύνατος σὰν ἀκρίδα, κοιτώντας πῶς ν᾽ἀποϕύγει τὰ χτυπήματα. ῎Επειτα ἦρθε ὁ μεγαλύτερος ἀδερϕός του καὶ εἶδε αὐτὰ ποὺ εἶχε ἀϕήσει στὴν αὐλίτσα. «Ρὲ τὸν ἀρχικόπανο», ϕώναξε, «τὰ πράματα πάει τὸ κωλόπαιδο καὶ τὰ βουτάει».

Κι ἔτσι ὁ Μαρτσέλο ξανακατέβηκε στὸ Φερομπεντὸ μὲ τὸν ἀδερϕό του, καὶ τούτη τὴ ϕορὰ σηκώσανε ἀπό ᾽να βαγόνι καλύμματα ἀπὸ καθίσματα αὐτοκινήτου. Κι ἂν ἔπεϕτε σιγὰ σιγὰ τὸ σούρουπο, ὁ ἥλιος ἔκαιγε τώρα περισσότερο, τὸ δὲ Φερομπεντὸ εἶχε κόσμο περισσότερο καὶ ἀπὸ λαϊκὴ γιορτή, ποὺ καλὰ καλὰ δὲν μποροῦσες νὰ κινηθεῖς μισὸ πόντο, ποὺ καλὰ καλὰ δὲν μποροῦσες νὰ κινηθεῖς μισὸ πόντο. Κάθε τόσο ἄκουγες κάποιον νὰ ϕωνάζει «Δρόμο, δρόμο, οἱ Γερμανοί!» γιὰ νὰ τὸ βάλουν ὅλοι οἱ ἄλλοι στὰ πόδια καὶ νὰ τὰ βουτήξει ὅλα μόνος του.

Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ σγουρομάλλης κι ὁ Μαρτσέλο, ποὺ τοὺς καλάρεσε ἡ μπάζα, κατέβηκαν μαζὶ στὴν Κατσάρα, στὴν Κεντρικὴ ᾽αγορά, ποὺ ἦταν κλειστή. ᾽Εκεῖ ὁλόγυρα γυρνοβολοῦσε πλῆθος κόσμου, κι οἱ Γερμανοὶ βολτάριζαν πάνω κάτω πυροβολώντας στὸν ἀέρα.Μὰ πιὸ πολὺ κι ἀπ ᾽τοὺς Γερμανοὺς ἐκεῖνοι ποὺ σ ᾽ἐμπόδιζαν νὰ μπεῖς καὶ ποὺ σοῦ ᾽σπαζαν τ ᾽ἀρχίδια ἦταν οἱ ᾽απάι. 6 Τὸ πλῆθος, ἐντούτοις, ὁλοένα ἀβγάταινε, στριμωχνόταν στὶς καγκελόπορτες, ἀλύχταε, οὔρλιαζε, βλαστημοῦσε. ῞Οταν ξεκίνησε τὸ ντού, ἀκόμα κιἐκεῖνοι οἱ γουρουνιάρηδες ᾽Ιταλοὶ μεμιᾶς ἐξαϕανίστηκαν.Οἱ δρόμοι γύρω ἀπὸ τὴν ᾽αγορὰ ἦταν πήχτρα στὸν κόσμο, ἐνῶ ἡ ᾽αγορά, ἄδεια σὰν νεκροταϕεῖο, βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο ποὺ τὴν ἔκανε κομμάτια καὶ θρύψαλα. Μὲ τὸ ποὺ ἄνοιξαν οἱ καγκελόπορτες, ἡ ᾽αγορὰ γέμισε μονομιᾶς[…]