Αντώνης Νικολής, Διονυσία ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Διονυσία, Το Ροδακιό, 2012

Η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας
Φαινομενολογία του ανέκφραστου στη Διονυσία του Αντώνη Νικολή

«When beggars die there are no comets seen.
The heavens themselves blaze forth the death of princes.»

«Όταν πεθαίνουν οι ζητιάνοι, κανένας κομήτης δεν εμφανίζεται.
Οι ίδιοι οι ουρανοί φλέγονται προμηνύοντας τον θάνατο των πριγκίπων.»

William Shakespeare, Julius Caesar, II, 2, 30–31

Εισαγωγή
Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα ασκούν κάποτε μια μεθοδική σκληρότητα, οδηγώντας το βλέμμα προς εκείνες τις όψεις της ανθρώπινης και κοινωνικής εμπειρίας που η συνείδηση προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι. Η Διονυσία ανήκει σε εκείνα τα κείμενα όπου η αφήγηση μετατρέπεται σε καθρέφτη μιας πραγματικότητας δύσκολης στην αναγνώρισή της, καθώς μέσα της η σύγχρονη κοινωνία διακρίνει, με μια δυσφορία που μόλις κατορθώνει να συγκαλύψει, το ίδιο της το πρόσωπο.

Η Διονυσία του Αντώνη Νικολή τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης μια ανθρώπινη ύπαρξη από εκείνες που η κοινωνική πραγματικότητα απορροφά σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα στις λειτουργίες της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Διονυσία ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη»

Κώστας Λενής, στο βάθρο της άφθιτης ευτυχίας

Ελευθερία

Δεν ξέρω τι περιμένει από μένα ο εαυτός μου.
Κουράστηκα να τον ευχαριστώ να τον καλοπιάνω αιώνες τώρα.
Έφτασε η ώρα να γλιστρήσω έξω.

*

Ελευθερία ΙΙ

Μα τι όμορφα λάμπει ο ήλιος μέσα από το διάφανο σώμα σου Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κώστας Λενής, στο βάθρο της άφθιτης ευτυχίας»

Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, δύο ποιήματα

Καστράτοι Άγγελοι

Οι ιδρυματοποιημένοι είναι παιδιά:
έτσι τους λέμε.
Τους πρήζουμε στο φαγητό─
τους ευνουχίζουμε.
Κάνουμε πως δεν βλέπουμε
τη λίμπιντο─
αγύμναστους, χοντρούς
ευνουχισμένους τούς κρατάμε• Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, δύο ποιήματα»

Νίκος Ι. Τζώρτζης, δύο αυτοψίες

I

Αυτοψία έκτη. Στη θέση Λιβάδα Κριτσάς (ο νεαρός αγροφύλακας σημειώνει):

Ο ΒΑΤΟΣ ΚΙ ΕΚΕΙΝΗ

Η τελευταία της σειράς, ψηλά στην άκρη,
πάνω απ’ το ρυάκι, κι από κάτω αυτός
να σκαλώνει κοντά και πιο κοντά της
– όλες οι ελιές στα χαμηλά κλαδιά της

μπλέκονται με τ’ άνθη και τ’ αγκάθια του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, δύο αυτοψίες»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Καίσαρ στολισμένος μ’αγάπη

μικρό θεατρικό

ραίο σπιτάκι στην άκρη του γιαλού. Λευκοί οι τοίχοι, νησιώτικοι και μπλε τα ξύλα των παραθυριών. Το παρασέρνει ο άνεμος, δώθε από το όνειρο, κείθε από τον κόσμο τον αληθινό. Ένας άνδρας στέκει στοχαστικός στη βεράντα. Κοιτάζει το πέλαγο, το βλέμμα του κάπου ταξιδεύει. Πίσω του μια γυναίκα φροντίζει το μικρό αμπέλι. Ο άνδρας μιλά. Είναι τέλος καλοκαιριού και ο καιρός διστάζει πια. Τα ονόματά τους Οδυσσέας και Καλυψώ, όπως στις ραψωδίες. Όπως στις ραψωδίες.) 

Οδυσσέας: Πρέπει να φύγω λοιπόν;

Καλυψώ: Έτσι είπαν οι θεοί (αμήχανα, δίχως να τον κοιτάζει) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Καίσαρ στολισμένος μ’αγάπη»

Μάκης Τσίτας, Τσίχλες ταξιδίου ―από την Αλεξία Βλάρα

Μάκης Τσίτας, Τσίχλες ταξιδίουΕκδόσεις Μεταίχμιο

Το βιβλίο Τσίχλες ταξιδιού του Μάκη Τσίτα συγκροτεί ένα πολυφωνικό και βαθιά ανθρώπινο σύμπαν, όπου η καθημερινότητα αποκτά δραματικό βάθος και η φαινομενική απλότητα μετατρέπεται σε πεδίο υπαρξιακής αναμέτρησης. Μέσα από δεκαεννέα σύντομα διηγήματα, ο συγγραφέας σκιαγραφεί χαρακτήρες που παλεύουν να σταθούν όρθιοι απέναντι σε έναν κόσμο που διαρκώς τους δοκιμάζει, κουβαλώντας τις μικρές και μεγάλες τους πληγές με μια σιωπηλή αξιοπρέπεια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάκης Τσίτας, Τσίχλες ταξιδίου ―από την Αλεξία Βλάρα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Σουρούπωσε Γιαννάκη [1]

 

Ενθύμιο
Γιάννη Βαρβέρη

Ξέρω, δεν είναι της παρούσης. Μα τι πικρά και αληθινά ήσαν τα λόγια που είπε εκείνος ο πατέρας. Μια αλήθεια βαθιά, μια στέρνα να’ρθείς να πιεις του κόσμου το νεράκι και να μάθεις τι πράγμα άπιαστο είναι της ψυχής η σωτηρία. Μας την τάξανε τα τραγούδια μα δεν το καταφέρανε έξω από μια στιγμή. Και αν δεν μπορούν εκείνα, τότε ποιος;

Ο μικρός, όχι πάνω οκτώ χρονών, ως δέκα το πολύ, έσερνε ξοπίσω του έναν χαρταετό. Είναι παράξενο πώς μας αφοπλίζουν οι παιδικές επιθυμίες, πώς ανακατώνουν τη συνήθεια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Σουρούπωσε Γιαννάκη [1]»