Λεωνίδας Καζάσης, Αιχμές

Μαυροδάφνες οι κόρφοι δε στάζουν πια.
Τα εφήβαια στη δίψα μυούνται,
αμφίσημη – ηδίστη ομορφιά,
έντρομοι με μίσος αρνούνται.

Αποσυνάγωγε ποιητή,
έκδοτε, αρσενοκοίτη,
μονογαμία έχουν αρετή,
τον Έμπορο προφήτη.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Αιχμές»

Γιώργος Κεντρωτής, Η φαύλη τέχνη της μετάφρασης

Κοζάνη: Ομιλία στο Γ’ Συμπόσιο Λογοτεχνίας (23 έως 25 Νοεμβρίου 2018) που οργάνωσε το τοπικό περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Θα απογοητευθεί όποιος αναμένει να διαβάσει παρακάτω στοιχεία για τη –με τη σημερινή σημασία της λέξης– «φαυλότητα» της μετάφρασης, διότι τίποτε περί φαυλότητος δεν αναφέρεται. Ο σχετικός όρος χρησιμοποιείται εδώ με πλατωνικό χρώμα, παραπέμποντας στον διάλογο Γοργίας, όπου και γίνεται η διάκριση των τεχνών σε «καλές» (που είναι οι –όπως θα λέγαμε σήμερα– μεγάλες) και σε «φαύλες», παναπεί σε «μικρές». Η μετάφραση είναι μια μικρή γλωσσική τέχνη, μια ετερόφωτη τέχνη, που παίρνει φως από το πρωτότυπο και το διαχέει στην επικράτεια της γλώσσας αφίξεως του μεταφράσματος.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Κεντρωτής, Η φαύλη τέχνη της μετάφρασης»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τα κορίτσια έρωτες

Να πέφτεις δροσιά
Στα χέρια μου,
Να κλαις
Σαν άνθρωπος

Θα ήθελε να της μοιάζει, όμως εκείνη είναι αδύναμη και ζει φοβισμένη.

Η Κάρμεν θα είχε σκοτώσει τους εραστές της, θα ΄χε τελειώσει αυτόν τον παραλογισμό Μπεά.

Όχι, εκείνη δεν μπορεί, ξυπνά με τον παραμικρό θόρυβο. Και ώσπου να επιστρέψει ο νεαρός του ορόφου, ο νους της πηγαίνει στο κακό όταν ακούει βήματα στις σκάλες. Τότε σφίγγει με τα χέρια της τα χέρια της Κάρμεν, τότε προσεύχεται όπως της έμαθαν να κάνει μικρή. Σφαλίζει τα μάτια της, τα μέλη της μαργώνουν, η καρδιά της θα σπάσει σε χίλια κομμάτια. Το ραδιόφωνο στέλνει τις μεταμεσονύχτιες αφιερώσεις. Τι πρόστυχο  παιχνίδι παίζεται εκεί έξω.  Έχει καταπιεί την ανάσα της, κουλουριασμένη πίσω από την πόρτα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Τα κορίτσια έρωτες»

Τασούλα Γεωργιάδου, Σκηνές του κάμπιγκ στο απομεσήμερο

Η φουντωτή ελιά είναι στη μέση το φαρδιού διαδρόμου και ο όποιος αέρας έρχεται από κάθε κατεύθυνση. Εκεί επιλέγει να βάζει την ξαπλώστρα του αυτήν την ώρα.  Όλοι πιάνουν τις σκιές και τα περάσματα του αέρα για τη σιέστα τους. Οι πιο νέοι τη βγάζουν παρά θιν αλός μπαινοβγαίνοντας στο νερό, μιας κι αντέχουν στη λειψή σκιά που δίνουν οι ομπρέλες παραλίας. Άλλοι πάλι κλείνονται στα κλιματιζόμενα τροχόσπιτα αυτές τις δύσκολες ώρες.Το κονσέρτο των τζιτζικιών φτάνει σ’ ένα μεγαλειώδες κρεσέντο τις ζεστές ώρες του απομεσήμερου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τασούλα Γεωργιάδου, Σκηνές του κάμπιγκ στο απομεσήμερο»

António Lobo Antunes, Όσπου οι πέτρες να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό ―κυκλοφορεί

Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, από τις εκδόσεις Πόλις

Παρουσίαση

Ένας νεαρός ανθυπολοχαγός, ύστερα από είκοσι επτά μήνες στον πόλεμο της Αγκόλας, επιστρέφει στη μητρόπολη φέρνοντας μαζί του ένα ορφανό παιδί. Θα αναθρέψει τον μικρό μαύρο, ο οποίος επέζησε από την καταστροφή του χωριού του και τη σφαγή των δικών του από τον πορτογαλικό στρατό, σαν να ήταν γιος του. Σαράντα χρόνια αργότερα, ο βετεράνος αξιωματικός και η γυναίκα του θα κάνουν τη διαδρομή από τη Λισαβόνα ως το παλιό οικογενειακό σπίτι, σ’ ένα απομονωμένο χωριό στους πρόποδες του βουνού. Σε τρεις μέρες, σύμφωνα με την παράδοση, θα γίνουν τα χοιροσφάγια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «António Lobo Antunes, Όσπου οι πέτρες να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό ―κυκλοφορεί»

Ισμήνη Καρυωτάκη, Οι ληστές της «Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ» ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Ποταμός

Το σίγουρο είναι πως εγώ, η Μυρσίνη Καρθαγένη, η μάνα του Μανώλο Kαρθαγένη –που ήταν φίλος του Λουκά Σούρπη και του Βασιλάκη Σούρπη–, εκείνο το απόγευμα μπήκα στο άδυτο του 17 της Λέοντος Σγουρού και βρέθηκα εκεί μαζί με την κυρία Ξένη και μαζί με τη Ροδοθέα –την κόρη της Ξένης και τη μάνα του Λουκά και του Βασιλάκη–, που ήταν φευγάτη στο δωμάτιο. Και το πρώτο που σκέφτηκα –όταν είδα αφημένα τα σημάδια της παντού–, ήταν να γυρίσω πίσω και να φύγω. Αλλά έμεινα και προχώρησα πίσω από την Ξένη, υπνωτισμένη σχεδόν και τιθασευμένη από τον μονόλογό της, ώσπου κάθισα σε μια καρέκλα και ζήτησα της Ξένης το τσιγάρο που της είχα αρνηθεί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ισμήνη Καρυωτάκη, Οι ληστές της «Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ» ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Ε. Μύρων, Τί να μου πει και ο Καρούζος για τον Καρούζο μου;

Είμαι τυχερός που έχω εσένα: αν έχεις έναν πραγματικό φίλο στη ζωή_ έχεις έναν περισσότερο απ’ όλο τον κόσμο. Ακόμα και στο μετρό (σαν καθωσπρέπει καταθλιπτικός πήρα μπόνους αγοραφοβία… με πιάνεις…) απ’ το χέρι με κρατάς: το οπισθόφυλλό σου κολλημένο στο τζιν μου και το πάνω μέρος σου χαϊδεύει, που και που, τον κώλο μιας μελαχρινής – (στα απότομα τραντάγματα τον χουφτώνει κανονικά και με το νόμο..). Σε γουστάρω γιατί είσαι πάντα τίγκα στη μαστούρα, μπαγάσα: με ξεκολλάς από κακές παρέες: όπως η ζωή. Γιατί αλλιώς θα έπασχα κι εγώ, όπως οι άνθρωποι, από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης: τους έχει απαγάγει η ζωή.. φασκελοκουκούλωστα… χωρίς σάλιο: γίνε 25, γεννοβόλα 2,5 παιδιά, επιβίωσε αλλά 20 χρονάκια ώστε να μεγαλώσουν και μετά ξεκίνα να βγάζεις ζημιές μέχρι να ψοφήσεις. Μεγάλη καργιόλα η φύση ε; συμφωνείς;… μη γελάς: το θέμα είναι να αγαπήσεις τη φυλακή σου. Να τη βρεις με τα κάγκελα – δεν έχει τίποτα απόξω. Πώς να στο πω: καπούτ. Χαρούμενος γίνεσαι όταν καταλάβεις (ως το μεδούλι) πως δε γ ί ν ε τ α ι να είναι κανείς χαρούμενος. Δεν ξέρω γιατί στα λέω όλα αυτά – μήπως πρέπει; μπα… τίποτα δεν πρέπει.

*
©Ε. Μύρων 
φωτο: Στράτος Φουντούλης