Ανδρέας Γαλανάκης & Στράτος Θεοδοσίου, Ο Αλεκτρύων ―Δεύτερη έκδοση [απόσπασμα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις

…Ο Αλεκτρύων είναι ένα εκπαιδευτικό ηλιακό ρολόι.

Πρόθεση του Αλεκτρύονα, όμως, δεν είναι να αποτελέσει απλώς ένα μετρητικό όργανο.
Το όνομά του δείχνει και τη διάθεσή του. Θέλει να υποδείξει τους «σαφείς κανόνες» που διέπουν τις ηλιαχτίδες μέσω ενός έργου τέχνης, με μυθικό όνομα και διάσταση. Θέλει να συμπεριλάβει στη διδακτική του την αισθητικήκαι τη μυθολογία, ως συμπληρωματικά αλλά και βασικά στοιχεία της γνώσης. Προσδοκά να ενεργοποιήσει εκτός
από τη λογική και το συναίσθημα του παρατηρητή. Θέλει να κάνει τον μαθητή να ονειρευτεί, όπως αρμόζει στους μετέχοντες της Ελληνικής Παιδείας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανδρέας Γαλανάκης & Στράτος Θεοδοσίου, Ο Αλεκτρύων ―Δεύτερη έκδοση [απόσπασμα]»

Βύρων Λεοντάρης, Οδόσημο κινδύνου

Γι’ αυτόν που χάθηκε στη φονική στροφή
είχαμε στήσει οι φίλοι του εικονοστάσι οδόσημο κινδύνου
ξύλινο ομοίωμα ναΐσκου
με το εικονισματάκι του προστάτη αγίου του και το φυλαχτό

—που δεν τον φύλαξε…

Επιθυμία της μάνας του που ευλαβικά τηρούσε
συνήθειες που μοιάζουν με πάναρχαιες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βύρων Λεοντάρης, Οδόσημο κινδύνου»

Θεόδωρος Ντόρρος, Βραδινή μοναξιά

Είναι η ώρα που ολονώνε η ζωή βαραίνει την ψυχή μου.

Στο πλαϊνό γιαπί ένας εργάτης στήθηκε
ανάμεσα σε δυο φωτάκια ολοκόκκινα.
Μόλις που βλέπει.
Και ξαναρχίζει χτυπητό το πάφλασμα της λάσπης.
Και το σκάψιμο… Να πάρει μέσα κάποιονε…

Ώρα πολύ.

Κουράστηκα, μαζί του…
Φεύγει κι αυτός μέσ’ στη βροχή,
σα ν’ άφησε τον κόσμο ατέλειωτο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θεόδωρος Ντόρρος, Βραδινή μοναξιά»

Ποιήματα Ασημίνας Λαμπράκου, «Έως επτά» ―από τον Κώστα Π. Δάρμο

Ασημίνα Λαμπράκου, Έως επτά. Ιδιωτική έκδοση, 2022, 72 σελ.

56 μικρά ποιήματα, σχεδόν όλα μέχρι 7 στίχους, με την εξαίρεση εννιά από αυτά που είναι λίγο μεγαλύτερα. Αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, που γράφεται εδώ και 8 χρόνια, από την οποία αποσπάστηκαν και έφτιαξαν μια συλλογή «αφιερωμένη-στο σύνολό της-στον πατέρα», συνοδευμένη με πολλά σκίτσα της ποιήτριας, όπως δικό της είναι και το εξώφυλλο, όλα με ένα ευδιάκριτο προσωπικό στυλ.

Το μικρό αυτό σημείωμά μου αναφέρεται σε μερικά από αυτά, η επιλογή είναι άκρως υποκειμενική και σε καμία περίπτωση δεν διεκδικεί τον τίτλο της αντιπροσωπευτικής, άλλωστε πάντα οι προσωπικές επιλογές κινδυνεύουν να αδικούν το όλο έργο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ποιήματα Ασημίνας Λαμπράκου, «Έως επτά» ―από τον Κώστα Π. Δάρμο»

Χαρά Νικολακοπούλου, Ωδή στο κακό ―από την Κατερίνα Παπαδημητρίου

Χαρά Νικολακοπούλου, Ωδή στο κακό, Μικρή μελέτη για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλυ Μπροντέ, ΑΩ εκδόσεις, Αθήνα 2022

Ένα ανήθικο πάθος στην εκπνοή του ρομαντικού κινήματος και η γυναικεία γραφή

Η Χαρά Νικολακοπούλου, μετά την μελέτη της για το πεζογραφικό έργο του Γιάννη Σκαρίμπα από τις εκδόσεις poema, το 2016, επανέρχεται με μια ακόμα κριτική της μελέτη, για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Έμιλυ Μπροντέ. TαΑνεμοδαρμένα Ύψη είναι το μοναδικό μυθιστόρημα της Έμιλυ Μπροντέ, το οποίο εκδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1848. Παρά το γεγονός ότι έλαβε ανάμεικτες κριτικές όταν πρωτοκυκλοφόρησε και συχνά κατηγορήθηκε για απεικόνιση ανήθικου πάθους, στη συνέχεια αναδείχτηκε σε ένα από τα κλασικά έργα της αγγλικής λογοτεχνίας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χαρά Νικολακοπούλου, Ωδή στο κακό ―από την Κατερίνα Παπαδημητρίου»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Κλειστή στροφή

Στην Άρτεμις

Σ’ έφερα στο νου μου ξανά, βλέποντας τις ροδιές στην άσφαλτο να καταλήγουν στο γκρεμό. Δεν συναντιόμασταν συχνά, ήταν οι αναμνήσεις που στοίχειωναν μέρες ανύπαρκτες και βράδια στα σχοινιά. Μια λούπα σαν ρεφρέν που προσπαθούσε να σώσει ένα άνοστο τραγούδι.

Και ήξερα πως λίγοι σε κατάλαβαν και ακόμα λιγότεροι σε αγάπησαν. Χωρίς αμφιβολίες, όρους και στεγανά. Μονάχα με την όσφρηση, την όραση και την αφή. Ήσουν η βροντή, η έκλαμψη και η ταχύτητα. Ένα «φίλα με» στο χείλος της χαράδρας και ένα «άσε με» στο κατώφλι της εξώπορτας.

Ο Σελίν, ο Σενέκας και ο Μπωντλαίρ.

Μετά την Επίδαυρο προσπέρασα σε κλειστή στροφή χωρίς ορατότητα. Δεν γύρεψα ποτέ το λόγο ούτε έψαξα την απάντηση. Όπως έκανα και μαζί σου, ή όπως έπρεπε να κάνω κάθε που χανόμουν στους ατελεύτητους διαδρόμους της λογικής.

Τα φώτα απέναντι με τύφλωναν.

Μικροί θάνατοι σε κακοτράχαλους επαρχιακούς.

Το κουφάρι μιας πατημένης αλεπούς στην άκρη του δρόμου.

Γνώριζα πως η χτεσινή ήταν και η τελευταία φορά που σε είδα. Με τη σιγουριά του λογοτέχνη για το έργο του, του εραστή για την αποχώρηση του, του θανατοποινίτη για την εκτέλεση του.

Κυρίως δε με τον κυνισμό που απεχθανόταν τη φθορά, τον κατήφορο, τα σκοτάδια και τα σκέλεθρα…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Μαριάνθη Τεντζεράκη, Ο Σακάτης ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Μαριάνθη Τεντζεράκη, Ο Σακάτης ―ΑΩ εκδόσεις

Ο Σακάτης διηγείται την ιστορία του Άλκη από τη μέρα της γέννησής του έως το τέλος του. Ο Άλκης γεννιέται αγόρι, γίνεται άντρας και του αρέσουν οι άντρες. Όπως του αρέσουν τα φορέματα και τα κόκκινα κραγιόν. Αγωνίζεται να ζήσει ελεύθερος σε έναν κόσμο που πεισματικά του το αρνείται και τον τιμωρεί γι’ αυτό που είναι.

Ο Άλκης έχει μεγάλα χείλη. Είναι τόσο μεγάλα, που δημιουργούν τεράστια αντίθεση με το υπόλοιπο πρόσωπο. Έχει για παράδειγμα μικρά μάτια, που, μετά από τόσο πόνο και να μην το ήθελε, τον κάνουν να δείχνει θλιμμένος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαριάνθη Τεντζεράκη, Ο Σακάτης ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Πάνω στὸν βράχο

Ἄμε καὶ δέξου στὸ γιαλὸ τοῦ δυνατοῦ τὴν κλάψα
Διονύσιος Σολωμὸς

Γεννήθηκα στὸ Soudpool, μέσα σὲ ναυτικὴ οἰκογένεια. Τὸ ἐπαγγελματικό μου πεπρωμένο ἦταν ἤδη προδιαγεγραμμένο ἀπ’ τοὺς δικούς μου κι ἰδιαίτερα ἀπ’ τὴν μητέρα μου τῆς ὁποίας ὁ πατέρας ἦταν ξακουστὸς ναύαρχος ποὺ πρωτοστάτησε σ’ ἐκείνη τὴν καθοριστικὴ γιὰ τὴν ἐξέλιξη τοῦ ἀγώνα ἐναντίων τῶν μόνιμων ἐχθρῶν τοῦ τόπου μας ναυμαχία. Ἕνας ἀγώνας ποὺ ἀκόμα καὶ σήμερα ὅλοι πιστεύουν, ἐσφαλμένα βέβαια, ὅτι ὁδήγησε στὴν ἀπελευθέρωσή μας ἀπ’ τὸν ξένο ζυγό. Ἀπ’ τὴν μεριὰ τοῦ πατέρα μου ὅλο τὸ σόι ἦταν ναυτικοί, ὄχι βέβαια μὲ τὴν αἴγλη καὶ τὸ κύρος τοῦ παπποῦ μου, ἀλλὰ πάντως ἄνθρωποι τῆς θάλασσας ποὺ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς τους διέτρεχαν τὰ πελάγη καὶ τοὺς ἀνεξάντλητους ὠκεανούς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Πάνω στὸν βράχο»