Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ωδή στον Γουόλτ Γουίτμαν -μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης [2015]

Αρχείο 13.12.2015

fav-3

Στο Ήστ Ρίβερ και στο Μπρονξ
τ’ αγόρια τραγουδούσαν, έδειχναν τη μέση τους
με τον τροχό, το λάδι, το πετσί και το σφυρί.
Ενενήντα χιλιάδες μεταλλωρύχοι
βγάζανε το ασήμι από τους βράχους
και τα παιδιά σχεδίαζαν προοπτικές και σκάλες.

Αλλά κανένας δεν κοιμόταν,
κανείς δεν ήθελε να ’ναι ποτάμι,
κανείς δεν αγαπούσε τα μεγάλα φύλλα,
κανείς τη γαλάζια γλώσσα της ακτής.

Στο Ήστ Ρίβερ και στο Κουίνσμπορο
τ’ αγόρια πάλευαν με τη βιομηχανία,
κι οι Εβραίοι πούλαγαν στου ποταμού το φαύνο
το ρόδο της περιτομής,
κι ο ουρανός έφερνε προς τις γέφυρες και τις σκεπές
κοπάδια βίσονες σπρωγμένα από τον άνεμο.

Κανένας δεν τα συγκρατούσε,
κανείς δεν ήθελε να είναι σύννεφο,
κανείς δεν έψαχνε τις φτέρες
ούτε το κίτρινο στεφάνι από το ντέφι.

Μόλις η σελήνη βγαίνει
οι τροχαλίες θα γυρίσουν για να λερώσουνε τον ουρανό·
μια γραμμή από βελόνες θα ζυγώσει τη μνήμη
και τα φέρετρα θα μεταφέρουν αυτούς που δε δουλεύουνε.

Νέα Υόρκη από βούρκο,
Νέα Υόρκη από σύρματα και θάνατο.
Ποιόν άγγελο έχεις μυστικό στο μάγουλο;
Ποιά φωνή τέλεια θα πει τις αλήθειες του σταχυού;
Ποιός τ’ όνειρο το τρομερό από τις λερωμένες ανεμώνες σου;

Ούτε για μια στιγμή μονάχα, όμορφε γέρο Ουόλτ Ουίτμαν,
δεν έπαψα να βλέπω τη γενειάδα σου γεμάτη πεταλούδες,
ούτε τους βελουδένιους ώμους σου
τους ξεφτισμένους από τη σελήνη,
ούτε και τους μηρούς σου του παρθενικού Απόλλωνα,
ούτε και τη φωνή σου όπως μια κολόνα στάχτης·
γέροντα όμορφε όπως η ομίχλη,
που στέναζες ίδιος μ’ ένα πουλί
με το φύλο τρυπημένο από μια καρφίτσα,
εχθρέ του σάτυρου,
εχθρέ του αμπελιού,
κι εραστή των κορμιών κάτω απ’ το τσαλακωμένο ύφασμα.

Ούτε για μια στιγμή μονάχα, αντρίκια ομορφιά,
που στα βουνά του κάρβουνου,
τις αγγελίες και τις αμαξοστοιχίες,
δεν ονειρεύτηκες να ’σαι ποτάμι και να κοιμάσαι σαν ποτάμι
μ’ αυτό το σύντροφο που θα ’βαζε στο στήθος σου
έναν πόνο μικρό από άμαθη λεοπάρδαλη.

Ούτε για μια στιγμή μονάχα, Αδάμ του αίματος, αρσενικέ,
άνδρα μοναχέ στη θάλασσα, όμορφε γέρο Ουόλτ Ουίτμαν,
γιατί στους εξώστες,
μαζεμένοι στα μπαρ,
βγαίνοντας σαν τσαμπιά απ’ τους υπονόμους,
τρέμοντας ανάμεσα στα πόδια των σωφέρ
η στροβιλιζόμενοι στις πίστες με το αψέντι,
οι αδελφές, Ουόλτ Ουίτμαν, σε δείχνουνε.

Κι αυτός είναι! Κι αυτός! Και προσγειώνονται
πάνω στη φωτεινή κι αγνή γενειάδα σου,
ξανθοί απ’ το Βορρά, νέγροι απ’ την άμμο,
μεγάλα πλήθη από χειρονομίες και κραυγές
όπως οι γάτες κι όπως τα ερπετά,
οι αδελφές, Ουόλτ Ουίτμαν, οι αδελφές,
θαμποί από δάκρυα, κρέας για το μαστίγιο,
την μπότα η τη δαγκωματιά των θηριοδαμαστών.

Κι αυτός είναι! Κι αυτός! Βρώμικα δάχτυλα
αγγίζουνε την όχθη του ονείρου σου
όταν ο φίλος τρώει το μήλο σου
με μια απαλή γεύση από βενζίνη
κι ο ήλιος τραγουδάει στους αφαλούς
των αγοριών που παίζουνε κάτω απ’ τις γέφυρες.

Αλλά εσύ δεν έψαχνες τα γρατσουνισμένα μάτια,
ούτε το τέλμα το κατάμαυρο όπου βουτάνε τα παιδιά,
ούτε το παγωμένο σάλιο,
ούτε τα πληγωμένα τόξα σαν του βατράχου την κοιλιά
που κουβαλάνε οι αδελφές σ’ αμάξια και ταράτσες
την ώρα που η σελήνη
τους μαστιγώνει απ’ τις γωνιές του τρόμου.
Εσύ έψαχνες ένα γυμνό που ήταν σαν ποτάμι,
ταύρος και όνειρο που ενώνει τον τροχό με το φύκι,
πατέρα της αγωνίας σου, καμέλια του θανάτου σου,
και που θα στέναζε στις φλόγες του κρυφού ισημερινού σου.

Γιατί είναι δίκαιο που ο άντρας δεν αναζητάει την τέρψη του
στο ματωμένο άλσος του επόμενου πρωιού.
Ο ουρανός έχει ακτές όπου αποφεύγει τη ζωή
κι είναι κορμιά που δεν τους πρέπει
να επαναλαμβάνονται το χάραμα.

Αγωνία, αγωνία, όνειρο, προζύμι κι όνειρο.
Αυτό είν’ ο κόσμος, φίλε μου, αγωνία, αγωνία.
Οι νεκροί σαπίζουνε κάτω από το ρολόι των πόλεων.
Ο πόλεμος περνάει κλαίγοντας
μ’ ένα εκατομμύριο γκρίζους αρουραίους,
οι πλούσιοι δίνουνε στις ερωμένες τους
μικρούς και λαμπερούς ετοιμοθάνατους,
και η ζωή δεν είν’ ευγενική, ούτε καλή, ούτε άγια.

Μπορεί ο άντρας, αν το θέλει, να οδηγεί τον πόθο του
από κοραλλένια φλέβα η από γύμνια ουράνια.
Αύριο οι έρωτες θα είναι βράχοι και ο Χρόνος
μια αύρα που έρχεται κοιμισμένη στα κλαριά.

Γι’ αυτό δεν υψώνω τη φωνή μου, γέρο Ουόλτ Ουίτμαν,
ούτε εναντίον του παιδιού που γράφει
όνομα κοριτσιού στο μαξιλάρι του,
ούτε εναντίον του αγοριού που νύφη ντύνεται
στη σκοτεινιά της γκαρνταρόμπας,
ούτε εναντίον των μοναχικών απ’ τα καζίνα
που πίνουνε με σιχασιά το νερό της εκπόρνευσης,
ούτε εναντίον των ανδρών με το πράσινο βλέμμα
που αγαπούν τον άνδρα και καίνε σιωπηλά τα χείλη τους.
Αλλά εναντίον σας, αδελφές των πόλεων,
με την πρησμένη σάρκα και τη σκέψη ακάθαρτη.
Μητέρες της λάσπης. Άρπυιες. Εχθροί χωρίς όνειρο
του Έρωτα που μοιράζει στέμματα χαράς.

Εναντίον σας πάντα, που δίνετε στ’ αγόρια
σταγόνες βρώμικου θανάτου με πικρό φαρμάκι.
Εναντίον σας πάντα,
Φαίρις της Αμερικής,
Πάχαρος της Αβάνας,
Χότος του Μεξικού,
Σαράσας του Κάντιθ,
Άπιος της Σεβίλλης,
Κάνκος της Μαδρίτης
Φλόρας του Αλικάντε,
Αδελαΐδας της Πορτογαλίας.
Αδελφές όλου του κόσμου, δολοφόνοι περιστεριών!
Σκλάβοι της γυναίκας. Σκύλες των κοιτώνων τους.
Ανοιχτοί στις πλατείες με πυρετό από βεντάλια
η στήνοντας καρτέρι σε παγωμένα τοπία κώνειου.
Δε θα υπάρξει έλεος! Ο θάνατος
τρέφεται από τα μάτια σας
και μαζεύει άνθη γκρίζα στην όχθη του βούρκου.

Δε θα υπάρξει έλεος! Γρηγορείτε!!
Γιατί οι συγχυσμένοι, οι καθαροί,
οι κλασικοί, οι διάσημοι, οι ικέτες
θα σας κλείσουν τις πόρτες του βακχικού οργίου.

Κι εσύ, ωραίε Ουόλτ Ουίτμαν, κοιμήσου στις όχθες του Χάτσον
με τη γενειάδα ως τον πόλο και τα χέρια σου ανοιχτά.
Μαλακέ άργιλε η χιόνι, η γλώσσα σου έχει καλέσει
συντρόφους που ποιμαίνουν την ασώματη γαζέλα σου.

Κοιμήσου: τίποτα δε μένει.
Ένας χορός των τοίχων ερεθίζει τα λιβάδια
κι η Αμερική πνίγεται σε μηχανές και θρήνο.
Θέλω ο δυνατός αέρας από την πιο βαθιά τη νύχτα
να πάρει άνθη και γράμματα απ’ την αψίδα όπου κοιμάσαι,
κι ένα νεγράκι ν’ αναγγείλει στους χρυσούς λευκούς
τον ερχομό της βασιλείας του σταχυού.

15 Ιουνίου [1930]

*

©Μετάφραση Βασίλης Λαλιώτης