Το φαινόμενο Τσβάιχ ή Καστελιόν κατά Καλβίνου

Στέφαν Τσβάιχ, Μια συνείδηση ενάντια στη βία. Καστελιόν κατά Καλβίνου, μτφρ. Δημήτρης Δημοκίδης, επιμ. Χ.Ε. Μαραβέλιας, Πρόλογος Μανώλης Βασιλάκης, Athens Review of Books, Αθήνα 2019, σελ. 336

Από τον Στράτο Φουντούλη

Ένα αριστούργημα για το οποίο δεν μιλάει κανείς… Και όμως κοντεύει να εξαντληθεί η πρώτη έκδοση! Αιτία; Το φαινόμενο Τσβάιχ: ισχύς του η αγάπη των αναγνωστών.

Μπορεί μέρος της ανθρώπινης μνήμης (του γραπτού λόγου) να μένει φυλακισμένη για ολόκληρες δεκαετίες; Η απάντηση είναι καταφατική αν κρίνει κανείς από την εκδοτική τύχη του συγκεκριμένου βιβλίου, γνωρίζοντας μάλιστα ότι ο Στέφαν Τσβάιχ είναι ο πλέον πολυμεταφρασμένος γερμανόφωνος συγγραφέας, ό λ α τα βιβλία του οποίου είχαν και συνεχίζουν να έχουν παγκοσμίως τεράστια εμπορική επιτυχία. Συνεχίζουν να πωλούνται και να επανεκδίδονται αδιάκοπα έως σήμερα – εκτός ενός: του «Καστελιόν κατά Καλβίνου. Μια συνείδηση ενάντια στη βία» που πρωτοεκδόθηκε το 1936 με αυτόν τον τίτλο στα γερμανικά, όμως αμέσως μετά με διαφορετικό στα αγγλικά…

Ο κυριότερος λόγος είναι αυτός του τίτλου, όπως αναφέρει ο Μανώλης Βασιλάκης (Μ.Β.) στον πρόλογό του:

«Η κυριότερη αιτία είναι νομίζω ο τίτλος: Καστελιόν κατά Καλβίνου, που δημιουργεί την παρεξήγηση ότι το θέμα του είναι μια “παλαιά θεολογική διαμάχη” και ως εκ τούτου δεν μας αφορά. Για τον ίδιο λόγο συνεχίζει να αδικείται και στις μέρες μας, καθώς επανακυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια στα αγγλικά, πάντα, με τον τίτλο The Right to Heresy: Castellio Against Calvin. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέξαμε να αντιστρέψουμε τον τίτλο και τον υπότιτλο του γερμανικού πρωτοτύπου. Άλλωστε, όπως έγραφε ο Καστελιόν, “χαρακτηρίζουμε αιρετικούς όλους εκείνους που δεν συμφωνούν με τις απόψεις μας”. Κι αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις θεολογικές απόψεις και διαμάχες, αλλά εκτείνεται και σε πολλά άλλα πεδία».

Αναζητώντας πρόχειρα μέσω διαδικτύου, κάποιες ξενόγλωσσες κριτικές για το εν λόγω βιβλίο, με απογοήτευση μου ήρθε στον νου ο Pierre Bayard και το βιβλίο του Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει (εκδόσεις Πατάκη)· και το παράδοξο είναι, ότι για το συγκεκριμένο βιβλίο αυτό του Στέφαν Τσβάιχ, δεν ισχύει ούτε αυτό: Δεν μιλάει σήμερα κανείς! Ούτε όταν αυτό το αριστούργημα κυκλοφόρησε πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων. Δεν προτάθηκε για ανάγνωση από καμία ελληνική εφημερίδα ή έντυπο.

Είναι λοιπόν πιθανό, όπως είδαμε, ο ανθρώπινος στοχασμός να μένει φυλακισμένος μέσα στις σελίδες ενός ξεχασμένου βιβλίου επί πολλές δεκαετίες για διάφορους λόγους. Ποτέ όμως εσαεί. Κάπου, κάποιοι, αναπόφευκτα, θα κατανοούσαν τον πολύτιμο υλικό των περιεχομένων του, την ουσιαστική του συμβολή στον ανθρώπινο στοχασμό, και θα το έβγαζαν, αργά ή γρήγορα από τη λήθη·  εξ ου και η αξία της παρούσας καλαίσθητης, προσεγμένης έκδοσης του αριστουργήματος του Τσβάιχ από την Athens Review of Books, με τον νέο αποκαλυπτικό τίτλο (αποκαθιστώντας δηλαδή τον πρωτότυπο αντιστρέφοντας όμως τίτλο-υπότιτλο) και με τον αναγκαίο, διαφωτιστικό πρόλογο. Εκεί επισημαίνεται ότι στην πραγματικότητα αυτό το βιβλίο είναι μια Ανατομία των Ολοκληρωτισμών, ότι «ο Τσβάιχ ήθελε με αυτό τον τρόπο να μιλήσει για τους ολοκληρωτισμούς την εποχή που μεσουρανούσαν, την εποχή που κομμουνισμός, φασισμός, ναζισμός δεν ήταν κακόφημοι, αλλ’ αντιθέτως ήταν τα πιο δημοφιλή πολιτεύματα».

Η προσωπικότητα του Καστελιόν αναδύεται μέσα από τη γραφίδα του Τσβάιχ ως διαχρονικό σύμβολο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, σκιαγραφείται ως ένα από τα πιο σπινθηροβόλα πνεύματα του δέκατου έκτου αιώνα· όπου σε μια δραματική εποχή της ιστορίας, υπερασπίστηκε το υπέρτατο αγαθό της πνευματικής ελευθερίας και της ανεκτικότητας, ενάντια στον πλέον χαλύβδινο κι απάνθρωπο ολοκληρωτισμό που παρήγαγε αυτός ο αιώνας· και αν, σε εκείνες τις ζοφερές εποχές, το εγχείρημα του Καστελιόν φαινόταν χαμένη υπόθεση, θριάμβευσε μέσω του γραπτού λόγου, τόσο αποφασιστικά που σήμερα λίγοι θα αμφισβητούσαν την εγκυρότητα των επιχειρημάτων του, και ακόμα λιγότεροι θα μπορούσαν να τα βελτιώσουν.

Ο Καστελιόν, όπως γράφει ο Μ.Β. στον πρόλογό του, «έδωσε έναν άνισο αγώνα, παρότι γνώριζε από την αρχή ότι η τελική έκβαση θα ήταν η συντριβή του, με αντίπαλο έναν πανίσχυρο τύραννο και μοχθηρό κάτοχο της απόλυτης αλήθειας, ο οποίος επεδίωκε να τον εξοντώσει. Με το ψευδώνυμο Μάρτιν Μπέλλιους συνέγραψε το μανιφέστο του Περί αιρετικών, ενάντια στη βία, για ανεξιθρησκία και ανοχή, το 1554, πολύ πριν από τον Μίλτον (Αρεοπαγιτικά, 1644), τον Σπινόζα (Θεολογικοπολιτική πραγματεία, 1670), τον Λοκ (Επιστολή για την ανεξιθρησκία, 1689), τον Μπέυλ (Ιστορικό και κριτικό λεξικό, 1697), τον Χιουμ (Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση, 1739-40), τον Βολταίρο (Πραγματεία περί ανεκτικότητας, 1763), ή τον Τζον Στιούαρτ Μιλ (Περί Ελευθερίας, 1859). Η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, για την οποία αγωνίστηκε ο Καστελιόν, το πιο θεμελιώδες δηλαδή ανθρώπινο δικαίωμα που πρώτο καταλύει κάθε τυραννία και επιβουλεύεται κάθε εξουσιαστής, ήταν το μέγα θέμα που επέλεξε ως καταλληλότερο ο Τσβάιχ για να μιλήσει σ’ εκείνη την εποχή των τεράτων του ολοκληρωτισμού. Όπως δέκα χρόνια αργότερα ο Καμύ επέλεξε την αλληγορία της πανούκλας.»

Στη σελίδα 96, διαβάζουμε: «Πώς όμως έγινε δυνατόν μια δημοκρατική πόλη, που για δεκαετίες είχε ζήσει σε συνθήκες ελευθερίας, να υπομείνει μια τέτοιου είδους σαβοναρολική δικτατορία; Πώς μπόρεσε σε ένας μέχρι τότε εύθυμος, σαν μεσογειακός, λαός να υπομείνει έναν τέτοιου είδους στραγγαλισμό κάθε χαρά της ζωής; Πώς κατάφερε ένας και μοναδικός πνευματικός ασκητής να βιάσει τη χαρά της ύπαρξης χιλιάδων και χιλιάδων ανθρώπων; Το μυστικό του Καλβίνου δεν είναι καινοφανές· είναι το αιώνιο μυστικό κάθε δικτατορίας: ο τρόμος.»

Τρόμος
Μπορεί όπως κοινότοπα λέγεται, μάλλον ορθώς, ότι «η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα», και τα μέσα επιβολής να αλλάζουν, αλλά ο πάγιος συναισθηματικός τρόπος για να πάρει σάρκα και οστά το δόγμα των ολοκληρωτικών καθεστώτων, ήταν και παραμένει, ο τρόμος. Η ανατριχιαστική επανάληψη της απαίσιας λέξης, απαγορεύεται, απαγορεύεται, απαγορεύεται, όπως υπογραμμίζει ο Τσβάιχ: «μα καλά, τι τέλος πάντων επιτρέπεται στον πολίτη της Γενεύης; Όχι πολλά πράγματα. Επιτρέπεται να ζεις και να πεθαίνεις, να δουλεύεις και να υπακούς και να πηγαίνεις στην εκκλησία.» Η αποστολή που είχε αναθέσει ο Θεός στον Καλβίνο ήταν η αυστηρή εφαρμογή της πειθαρχίας μέσω της Εξάσκησης: «Ασκούμαι στην αυστηρότητα για χάρη της καταπολέμησης της γενικής ηθικής σαπίλας».

Αναπόφευκτα έρχεται στον νου, χρόνια μετά, το σπουδαίο βιβλίο Αιχμάλωτη Σκέψη του Τσέσλαβ Μίλος, που πρωτοεκδόθηκε το 1951, εκεί αναφέρεται για τις «Εξασκήσεις» του είδους: «Σαράντα ή πενήντα χρόνια εκπαίδευσης σε αυτές τις ηθικές αρχές μπορεί πράγματι να διαμορφώσουν ένα νέο τύπο ανθρώπου, ο οποίος να είναι πολύ δύσκολο να επανέλθει στις παλαιότερες προδιαγραφές του. Αυτός ο “νέος άνθρωπος” δεν είναι απλώς ένα ζητούμενο· έχει ήδη αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα να αποκτά σάρκα και οστά.»

Αποτέλεσμα. Ο αντίστοιχος “νέος άνθρωπος” στην κοινωνία της Γενεύης, που έχτισε μέσω αυτών των «εξασκήσεων» βίας και τρόμου ο Καλβίνος, κατάφερε για δύο αιώνες μετά τον Καλβίνο, όπως αναφέρει ο Τσβάιχ, να μην έχει να επιδείξει «ούτε έναν και μοναδικό ζωγράφο, ούτε έναν μουσικό, ούτε έναν καλλιτέχνη παγκόσμιας εμβέλειας. Το εξαιρετικό έχει θυσιαστεί στο κοινότοπο και στο κανονικό, η δημιουργική ελευθερία στην ισοπεδωτική δουλοπρέπεια. Και όταν επιτέλους θα γεννηθεί και πάλι στην πόλη αυτήν ένας καλλιτέχνης, θα πρέπει να αφιερώσει όλη του τη ζωή στην εξέγερση ενάντια στο βιασμό της προσωπικότητας. Θα χρειαστεί να εμφανιστεί ο πολίτης Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, ένα ελεύθερο και ανεξάρτητο πνεύμα, για να απελευθερωθεί εντελώς η Γενεύη από τα δεσμά του Καλβίνου