Έξι οι επανεκδόσεις του βιβλίου «Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος» του Δημήτρη Φύσσα [απόσπασμα]

Από το 2005, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Παρουσίαση
Κι αν η Ελλάδα είχε γίνει κι αυτή κομμουνιστική; Αν, αντί για τις ΗΠΑ, κυριαρχούσε στην πολιτική μας ζωή η Σοβιετική Ένωση; Αν η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν αντεστραμμένη; Η ζωή μας πώς θα ήταν, καλύτερη ή χειρότερη; Ή, μήπως, σε άλλα καλύτερη και σε άλλα χειρότερη;
Από το 1947 η χώρα είναι η «Σοσιαλιστική Δημοκρατία Ελλάδας», που ακολουθεί πιστά τη Σοβιετική Ένωση. Το κυβερνών ΚΚΕ του σύντροφου Χαρισιάδη είναι το μοναδικό πολιτικό κόμμα, τα σύνορα βρίσκονται στον Όλυμπο, ο Ποιητής έχει γράψει τον νέο Εθνικό Ύμνο, η σημαία είναι η Τρίχρωμη με το σφυροδρέπανο, πλατείες και δρόμοι έχουν αλλάξει όνομα, τα ρεμπέτικα είναι απαγορευμένα.
Τον Νοέμβρη του 1973 ξεσπάει η εξέγερση του Πολυτεχνείου, που επεκτείνεται σε πολλά σημεία της Ελλάδας. Η Λαοκρατία Σερβίδου, πρόσφατα αποφυλακισμένη φοιτήτρια της Αρχιτεκτονικής, παύει να συλλέγει τραγούδια της φυλακής και πρωτοστατεί στην εξέγερση, αν και δεν πιστεύει στη νίκη. Ο ηχολήπτης Βαγγέλης Βάγγερ, παλιός φίλος της Λαοκρατίας, φέρνει στο Πολυτεχνείο τον ραδιοφωνικό πομπό της κατάληψης. Ο Μελέτης Γερακιώτης, ανώτατο στέλεχος του ΚΚΕ, προσπαθεί να μείνει ουδέτερος και να ζήσει αγνοώντας την πραγματικότητα.
Παράλληλα ο αναγνώστης παρακολουθεί τη σκληρή τύχη ενός υπαρκτού προσώπου, για το οποίο ελάχιστοι μιλούν σήμερα. Είναι ο Κώστας Καραγιώργης, γιατρός, ηγέτης της αντίστασης στη Θεσσαλία κατά την Κατοχή ανώτατο στέλεχος του ΚΚΕ, διευθυντής του «Ριζοσπάστη» και κορυφαίος δημοσιογράφος που εξοντώθηκε από το ΚΚΕ μόλις στα 47 του χρόνια ως «εχθρός του Κόμματος και του κινήματος και υπηρέτης του ταξικού εχθρού». (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

*

Απόσπασμα

  1. Φεστιβάλ

Φορούσε γούνα.

Φορούσε μια γούνα καφέ, στους 32 βαθμούς Κελσίου, στη σοσιαλιστική  Αθήνα του Σεπτέμβρη του 1973.  Μέσα στην άγρια ζέστη τής μόνο κατ΄ όνομα φθινοπωρινής  βραδιάς, ζέστη που αντανακλούσαν και πολλαπλασίαζαν τα  ογδοντάχρονα  μάρμαρα του Σταδίου Νεολαίας και Δημοκρατίας, πρώην Παναθηναϊκού ή Καλλιμάρμαρου, εκείνος φορούσε μακρύ παλτό από γνήσια γούνα,  έστω και ελαφριά, έστω και ξεκούμπωτη, έστω και κάπως ντεμί σεζόν, αλλά πάντως γούνα.  Κι είχε από μέσα το πουκάμισο αρκετά ανοιχτό, με το τρίχωμα του στήθους σε κοινή θέα, ενώ τα μαλλιά και τα γένια του ήταν εμφανώς βαμμένα καστανά, και κρατιούνταν στητά Κύριος οίδε με ποιες κομμωτικές μεθόδους.

Οποιοσδήποτε άλλος άντρας τολμούσε να κυκλοφορήσει με τέτοια εμφάνιση στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία (ΣΔ) Ελλάδας,  είχε στην τσέπη του τη σύλληψη, τη διαπόμπευση από τη Λαϊκή Αστυνομία και την προσαγωγή  του σε αυτόφωρο Λαϊκό Δικαστήριο, με κατηγορία που θα μπορούσε να κυμαίνεται  από άσεμνη εμφάνιση και προσβολή της δημοσίας αιδούς, μέχρι αντισοσιαλιστική συμπεριφορά-  και με ποινή που εξαρτιόταν από τα κέφια του λαϊκού δικαστή τη συγκεκριμένη μέρα.  Οποιοσδήποτε άλλος, όχι όμως εκείνος. Εκείνος ήταν ο μόνος άντρας στη χώρα,  στον οποίο μια τέτοια εμφάνιση όχι μόνο επιτρεπόταν, αλλά  και θεωρούνταν και εκ των ων ουκ άνευ, μια προσωπική καλλιτεχνική στολή, ένα είδος απαραίτητου συνοδευτικού στοιχείου, ποιητική βεβαίως αδεία, δεκαετίες τώρα- ακριβώς γιατί ήταν ο επίσημος κομματικός ποιητής.

Ήταν ο σημαντικότερος εν ζωή καλλιτέχνης της ΣΔ Ελλάδας, ο ποιητής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ)  και της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας (ΚΝΕ), ο ζωντανός θρύλος της επαναστατικής ποίησης, ο ξακουστός σ΄ Ανατολή και Δύση, ο  θεσμικός βάρδος του ελληνικού σοσιαλισμού.

Ήταν ο σύντροφος Ποιητής.

Στο σκοτάδι που παραδοσιακά καλύπτει κάθε υπεύθυνο ήχου, σε κάθε μαζική εκδήλωση, ο Βαγγέλης Βάγγερ, ηχολήπτης στη  Λαϊκή Ελληνική Ραδιοφωνία – Τηλεόραση (ΛΕΡΤ), ένας άντρας μελαχρινός και ψηλός, με κανονικό ανάστημα και δέκα ή  ή δέκα πέντε κιλά βαρύτερος από το κανονικό, κατέβασε σιγά σιγά το κουμπί που έσβηνε τον  ήχο του κεντρικού μικρόφωνου της εξέδρας. Το μικρόφωνο είχε παίξει το ρόλο του και τώρα ήταν άχρηστο: η απαγγελία του σ. Ποιητή είχε ολοκληρωθεί. Το 27ο Φεστιβάλ της ΚΝΕ,  τετραήμερο όπως κάθε χρόνο,  πλησίαζε στο τέλος του.

Ο ποιητής ήταν ακόμα στο βήμα, που βρισκόταν στο πέταλο του Σταδίου. Μόλις είχε κατεβάσει το χέρι που κρατούσε το χειρόγραφο. Το χέρι  είχε μείνει αρκετή ώρα σε έκταση, μια χειρονομία που υπογράμμιζε  ηχητικά την τελική κορόνα της τελευταίας  συλλαβής του ποιήματος. Το χειροκρότημα από δεκάδες χιλιάδες ζευγάρια χέρια, τα σφυρίγματα επιδοκιμασίας, οι κραυγές και τα συνθήματα του πλήθους, τα γαλάζια καπέλα που  έσειαν χαρούμενα οι «νεολαίοι»- όλα  γέμιζαν τον αέρα. Με τις υποκλίσεις του, ο ποιητής έδειχνε πόσο εκτιμούσε τις χαρούμενες εκδηλώσεις του κόσμου. Χαμογελούσε και έστελνε φιλιά στα πλήθη,  απολαμβάνοντας το θρίαμβό του, ανάμεσα στα λευκά περιστέρια που είχαν μόλις αφεθεί ελεύθερα μπροστά στην εξέδρα  και πετούσαν ακόμα γύρω του, τρελαμένα από τα φώτα και τη φασαρία, μέχρι να μπορέσουν να φύγουν προς τα πεύκα του Λόφου του Λαού, πρώην Αρδηττού.

Ένα κοριτσάκι με στολή αετόπουλου  ανέβηκε τρέχοντας  τα σκαλιά της εξέδρας και του έδωσε μια πυκνή  ανθοδέσμη με κόκκινα γαρύφαλλα ειδικού μεγέθους. Αετόπουλα και κνίτες μοιράζονταν την ίδια επίσημη στολή,  μπλε παντελόνι  ή φούστα, λευκό πουκάμισο, γαλάζιο καπέλο, κόκκινο μαντίλι.  Μόνο η ηλικία και  το σηματάκι στο πέτο τα έκαναν  να διαφέρουν κάπως- κι αυτό εδώ το κοριτσάκι ήταν πολύ πολύ μικρό, ζήτημα αν είχε πάει καν σχολείο.  Ο ποιητής έσκυψε, πήρε την ανθοδέσμη, φίλησε σταυρωτά το κοριτσάκι, και ύψωσε το δώρο του προς το πλήθος που παραληρούσε.

Επιμηκύνοντας τη διάρκεια των φωνηέντων και εκφέροντάς τα κάπως ανοιχτά,  έτσι που τα έκανε να ακούγονται  σχεδόν όλα  σαν τον ήχο του «α», ο σ. Ποιητής είχε καταφέρει να ξεσηκώσει και πάλι τα πλήθη, με ένα ακόμα νέο του έργο. Το νέο ποίημα ήταν αφιερωμένο  στην ίδια τη διοργανώτρια του Φεστιβάλ, στην ΚΝΕ.

Ο τεχνικός ήχου σκέφτηκε ότι ο άνθρωπος εκείνος δεν έχανε ευκαιρία να γράψει ποίημα για κάθε επίκαιρο ή μη γεγονός. Για κάθε  γιορτή, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού ειδικά και γενικά, για τα Πεντάχρονα, για το κάθε Πεντάχρονο χωριστά.  Για όλες τις σοσιαλιστικές χώρες και πρώτα απ΄ όλα για τη Σοβιετκή Ένωση, αλλά  και για πολλές σοβιετικές Δημοκρατίες  ξεχωριστά: την Κιργισία, το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν, τη Γεωργία, τη Λευκορωσία, τη Μολδαβία, την Αρμενία,  τη Λιθουανία, τη Μογγολία. Μέχρι που είχε καταφέρει να γράψει τις περίφημες  «Εγκάρδιες Δίδυμες Ωδές στην Καρακαλπακία και στην Τσετσενία – Ινγκουισετία».

Για όλα.

Ο σ. Ποιητής είχε  γράψει ποιήματα  για το Μαρξ, το Λένιν και τη Λούξεμπουργκ, χωρίς να ξεχάσει τον Ένγκελς, το Λασσάλ, τον Λίμπκνεχτ, την Κολοντάι, τον  Κίροφ, το Μπέλα Κουν, το Μπότεφ, την Τσέτκιν  και την Κρούπσακαγια. Επίσης  για το Στάλιν και το Χρουστσιόφ και το Μπρέζνιεφ. Φυσικά, και για το  Μπέλα Κουν, το  Ντιμιτρόφ,  τον Πικ, τον Γκόντβαλτ, τον Κάστρο, τον Ούλμπριχτ, τον Κάνταρ και το Γκομούλκα, τον Τίτο και την Πάουκερ, το Σλάνσκι και το Ράκοσι,  το Χούζακ και  το Νάγκι και το Σβόμποντα, το Μπίλακ  και τον Τσαουσέσκου,  τον Κιμ Ιλ Σουνγκ και το  Μάο, τον Τσου Εν Λάι και τον Ενβέρ Χότζια,  το Ζίφκοφ και το Χόνεκερ-   για τους περισσότερους από αυτούς αρκετά παλιότερα, εννοείται, όταν ήταν στα χάι τους. Για το Ζαχαριάδη και μετά για τον Παρτσαλίδη. Αργότερα  πάλι για το Ζαχαριάδη,  και τώρα για το  Χαρισιάδη. Για τους ιδρυτές του ΣΕΚΕ και  για το τωρινό κυβερνών ΚΚΕ. Για  την Εθνική Αντίσταση και το ΕΑΜ (ξεχωριστά), καθώς και για  τις σοβιετικές μεραρχίες που απελευθέρωσαν την Ελλάδα το ’45.

Για όλα.

Για τους  εργάτες των κλωστοϋφαντουργείων «Αστέρι» στον Πειραιά, που συντρίψανε το πλάνο τους κατά 163,49% κατά την εκτέλεση του τρίτου Πεντάχρονου. Για τους εργάτες της αυτοκινητοβιομηχανίας «Όλυμπος», στην Τρίπολη, που ακολουθούσαν από κοντά.  Για τους εργάτες της καπνοβιομηχανίας  «Σπάρτακος» στο Αγρίνιο. Για τους πρωτοπόρους αγρότες που αύξησαν την παραγωγή του βαμβακιού και της βρώμης στην κολεχτίβα  «Ρήγας Βελεστινλής» στο Καζακλάρι της Λάρισας κατά 201% και 183% αντίστοιχα. Για τους ακούραστους οικοδόμους των απέραντων σοσιαλιστικών εργοταξίων,  που έχτιζαν τη νέα Ελλάδα. Για τους υπάλληλους των υπουργείων, που εφάρμοζαν με αταλάντευτη αποφασιστικότητα τη σοσιαλιστική πολιτική.  Για τους αθλητές, που ποτέ δεν έφερναν λιγότερα από είκοσι πέντε  μετάλλια  στις Ολυμπιάδες (αριθμός που αναμενόταν ν΄ αυξηθεί  λόγω της πρόσφατης συμφωνίας συνεργασίας με τα  μοναδικά σοσιαλιστικά επιστημονικά εργαστήρια «σωματικής βελτίωσης – υποβοήθησης», στη Λαϊκή Δημοκρατία  της Γερμανίας). Για τους  Καλλιτέχνες του Λαού (όπως φυσικά ο ίδιος), που ενδυνάμωναν το λαϊκό φρόνημα.

Για όλα

Για τους λεγόμενους «Σωσμένους Νεολαίους», όπως αποκαλούνταν χριστιανικότατα όσοι επανέρχονταν στον ίσιο δρόμο, σαν το νεαρό  που είχε μιλήσει την προηγούμενη μέρα στο ίδιο αυτό 27ο Φεστιβάλ, λέγοντας, μεταξύ άλλων: «…’Ημουν κι εγώ ένα ρεμάλι που σερνόταν από ντισκοτέκ σε καφετέρια κι από καφετέρια σε ντισκοτέκ. Δε μου άρεσε κατά βάθος αυτή η ζωή, αλλά την έκανα γιατί δεν είχα να κάνω τίποτε άλλο  και έβρισκα διέξοδο στο χορό και στο σαματά. Σήμερα η ζωή μου είναι γεμάτη κι έχει νόημα. Κάποιος φίλος μου με οργάνωσε στην ΚΝΕ».

Για όλα

Για τους φοιτητές των Σχολών Μαρξισμού – Λενινισμού (Μ-Λ), και μάλιστα για τα βραβεία του ετήσιου  «Διαγωνισμού γνώσεων Μ-Λ», που τα κέρδιζαν συνήθως  όσοι είχαν μελετήσει καλύτερα τις πιο δυσεύρετες, ασήμαντες και  δευτερεύουσες υποσημειώσεις από  «Κεφάλαιο» του Μαρξ, το «Αντι – Ντύρινγκ» του Ένγκελς,  το «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» του Λένιν και τα  «Προβλήματα λενινισμού» του Στάλιν-  όλα εννοείται  από τα γερμανικά ή ρώσικα κείμενα των πρώτων εκδόσεων.

Για όλα.

Για το Λαϊκό Στρατό, που κατέστειλε τις εξεγέρσεις της δεκαετίας του ’50 και, μαζί με το Λαϊκό Πολεμικό Ναυτικό και τη Λαϊκή Πολεμική Αεροπορία, εγγυώνταν τα σύνορα της χώρας και του Συμφώνου της Βαρσοβίας στο Αιγαίο, στο Ιόνιο και στο Λιβυκό.  Για τους πολιτοφύλακες, που διαπόμπευαν όπως τους άξιζε τους νοσταλγούς του παλιού καθεστώτος. Για τους λακρασφαλίτες της αποτελεσματικότατης Λαϊκής Κρατικής Ασφάλειας (ΛΑΚΡΑΣΦΑ),   που εξουδετέρωναν τους κατασκόπους από την Κύπρο και εν γένει τους εχθρούς του σοσιαλισμού. Για τους ηρωικούς νεκρούς  των κρίσεων της Κάσου, βεβαίως.

Για όλα.

Πάντοτε έγραφε ένα ποίημα αμέσως μετά από κάθε γεγονός, και ορισμένες  φορές  π ρ ι ν   το γεγονός. Ακολουθούσε με συνέπεια  την εκάστοτε κομματική γραμμή. Πάντοτε προσαρμοζόταν και επιβίωνε, χωρίς να έχει κανένα εμφανές πρόβλημα με τις αλλαγές. Ο Βαγγέλης αναρωτιόταν -θεωρώντας μάλιστα ότι η αναρώτησή του ήταν μάλλον υπερβολική- αν ο σ.  Ποιητής διάβαζε κάθε μέρα την πρώτη σελίδα του «Ριζοσπάστη» και της «Πράβντα», και μετά έγραφε αναλόγως. Ο Βαγγέλης δεν το ήξερε, αλλά αυτό ακριβώς έκανε ο σ. Ποιητής.

Ο Βάγγερ απεχθανόταν το 99% της ποίησης του Ποιητή, από όση είχε καταφέρει να διαβάσει,  ακούσει ή –αλίμονο!- μεταδώσει ως ηχολήπτης από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο της ΛΕΡΤ. Αλλά  και για το αξιόλογο 1% που ίσως περίσσευε,  πίστευε ότι είναι πολύ δύσκολο να  το βρει κανείς μέσα στον όγκο των κομματικών σκουπιδιών, στον ακατάπαυστο στιχουργικό ποταμό που παρήγαγε καθημερινά ο ποιητής, στις χιλιάδες φορές που επανέρχονταν οι λέξεις «ειρήνη», «αδερφέ μου», «γαρίφαλο», «αύριο», «μέλλον», «Πεντάχρονο», «σοσιαλισμός» και καμιά εικοσαριά ακόμα σχετικές.   «Καυχιέται ότι γράφει  ε κ α τ ο ν τ ά δ ες  στίχους την ημέρα!», σκέφτηκε για μια ακόμα φορά ο τεχνικός ήχου, εκφράζοντας –μέσα του, εννοείται-  την απέχθειά του για τον επίσημο ποιητή του κόμματος. «Ούτε πεζογράφος να ήταν δε θα έγραφε έτσι. Τι λέω, ούτε καν δημοσιογράφος».

Φυσικά, και ο σ. Ποιητής  και ο ίδιος ο Βάγγερ και όλος ο κόσμος,  δούλευαν τελικά για το κράτος και για το ΚΚΕ και για το σοσιαλισμό. Όμως ο σ. Ποιητής  ήταν ο σ. Ποιητής , απόλυτα πετυχημένος και υπεράνω κριτικής. Είχε θεοποιηθεί ζωντανός, είχε αγγίξει την καλλιτεχνική και κομματική νιρβάνα.  Τα γενέθλιά του ήταν εθνική, κοινωνική και κομματική  γιορτή. Πριν κυκλοφορήσει ακόμα, κάθε ποιητικό του βιβλίο ήταν μπεστ σέλερ, ενώ είχε εξασφαλισμένη μετάφραση  και σε καμιά τριανταριά ξένες γλώσσες- και όχι μόνο στον κομμουνιστικό κόσμο. Ο σ. Ποιητής  είχε πάρει τρία Βραβεία Λένιν, δύο Κάστρο, ένα Ντιμιτρόφ, δύο Βίλχελμ Πικ και ένα Μάο, το τελευταίο φυσικά πριν από τη ρήξη της Κίνας με τη Σοβιετική Ένωση. Είχε πάρει περί τα 342 ελληνικά βραβεία από το κράτος, εργατικά σωματεία, φοιτητικούς συλλόγους, οργανώσεις προσφύγων,  γεωργικούς συνεταιρισμούς, πανεπιστήμια, νομαρχίες, στρατιωτικές μονάδες, σχολεία, νηπιαγωγεία,  συνδικάτα υπαλλήλων, δήμους, κοινότητες, κτηνοτροφικές ενώσεις, επισημονικές εταιρίες, καφενεία και τσίρκα.

Είχε ανακηρυχτεί «Καλλιτέχνης του λαού» από δώδεκα  διαφορετικές σοσιαλιστικές χώρες και καμία εικοσαριά τριτοκοσμικές, που ακολουθούσαν το «μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης», ό,τι κι αν σήμαινε αυτό.   Ο σ. Ποιητής  ήταν ισόβιος Πρόεδρος της «Ένωσης Μαχητών  Προλεταρίων Συγγραφέων» (ΕΜΠΡΟΣ) και ισόβιος επίτιμος Πρόεδρος της «Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης»  (ΠΑΠΟΚ).  Είχε προταθεί ουκ ολίγες φορές για Νόμπελ Λογοτεχνίας, και τίποτα δεν απέκλειε τον κίνδυνο να το πάρει, από τη στιγμή που το είχαν δώσει  με άνεση σε άλλες λογοτεχνικές κομμουνιστικές μετριότητες,  όπως ο Σόλοχοφ ή  ο Νερούντα, για να μην απαριθμήσουμε τις καπιταλιστικές, που έτσι κι αλλιώς εμφανώς πλειοψηφούσαν, σαν τη Ντελέντο ή τον Τσόρτσιλ.

Αυτά ο σ. Ποιητής.

Ο ίδιος ο Βαγγέλης τι ήταν; Ένας τεχνικός ήχου, που κράταγε τις αντικαθεστωτικές του διαθέσεις κρυμμένες καλά  μέσα στο κεφάλι του, γιατί φοβόταν για τη δουλειά του στη ΛΕΡΤ, φοβόταν για το γραφείο του στο ραδιομέγαρο «Γιάννης Ζέβγος», καθώς και για τα επιπλέον λεφτά από τις υπερωρίες σαν την αποψινή.  Ένας τεχνικός ήχου,  που  αυτή τη στιγμή  σιχαινόταν τον εαυτό του και τη δουλειά του, υποχρεωμένος καθώς ήταν  για μια ακόμα φορά να μεταδίδει τη φωνή του σ. Ποιητή στον κόσμο. Χωρίς τον ίδιο, το νεό πόνημα που απάγγελε ο μεγάλος ποιητής  δε θα μπορούσε να φτάσει στους  δεκάδες χιλιάδες παρόντες  και στα εκατομμύρια απόντες που άκουγαν ραδιόφωνο ή έβλεπαν τηλεόραση,  αν δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν.   Τουλάχιστον ο  σ. Ποιητής  ήταν συνεπής σ΄ αυτό που πίστευε  και έκανε,  μια δουλειά που τον έτρεφε και τον πρόβαλε με το παραπάνω. Ο Βαγγέλης ήταν ο ασυνεπής και ο αντιφατικός  και ο διχασμένος-  ο Βαγγέλης που, ενώ πάθαινε αναγούλα με τη φωνή (πάντα) και με το ποίημα (συνήθως) του σ.  Ποιητή,  ήταν υποχρεωμένος να υπηρετεί τη μετάδοση του ήχου όσο μπορούσε καλύτερα.

Από τη σκοτεινή γωνιά του, ο Βάγγερ άκουγε νωρίτερα τόσην ώρα το ποίημα και τράβαγε τα μαλλιά του. Είχε ακούσει και είχε ακούσει πολλές φορές το σ. Ποιητή και διάφορους άλλους «Ποιητές»  να απαγγέλλουν στον κόσμο τα κομματικά τους μανιφέστα. Αλλά τούτο δω, την ώρα που το άκουγε μέσα στ΄ ακουστικά του,  του φαινόταν χειρότερο από όλα. Χειρότερο κι από τα ποιήματα που είχε γράψει ο σ. Ποιητής  υπέρ του Ζαχαριάδη («Ο σύντροφός μας Νίκος Ζαχαριάδης»), κατά του Ζαχαριάδη («Το προσωπείο και ο τύραννος»)  και μετά,  ανενδοίαστα, ξανά υπέρ του Ζαχαριάδη («Ο σύντροφός μας Νίκος Ζαχαριάδης» Β΄). Χειρότερο από τα ποιήματα υπέρ και κατά του Στάλιν, από τ’ άλλα που καταδίκαζαν τους κακούς  Αμερικανούς ιμπεριαλιστές ή εξυμνούσαν τα τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας, σοβιετικά και άλλα,  που χορηγούσαν «διεθνιστική βοήθεια» προς την Τσεχοσλοβακία ή απλώς «χόρευαν στην Κόκκινη Πλατεία».    Χειρότερα από τις επικλήσεις υπέρ της καλής ειρήνης («Το όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη… Ειρήνη, αδερφέ μου, ειρήνη») και τις καταδίκες εναντίον του κακού πολέμου. Χειρότερο ακόμα κι απ’  το Νέο Εθνικό Ύμνο («Εμπρός συντρόφοι, εμπρός λαέ / Στης λευτεριάς το δρόμο») και από τα «Εγκώμια για τα Πεντάχρονα», το μπεστ σέλερ των μπεστ σέλερ («Χαίρε Ερυθρό Πεντάχρονο / Παραγωγή και Κατανάλωση με το δικό μας τον ιδρώτα/ στην κάψα του μεσημεριού κατάματα αντικρίζουμε  τον ήλιο κόκκινο / και το σοσιαλιστικό μας μέλλον μας χαμογελάει/ χέρι χέρι με τη μάνα που στίβει τον ιδρώτα απ΄ το τσεμπέρι») κλπ κλπ κλπ.

Όντως,  το αποψινό ήτανε χειρότερα από τα τόσα άλλα αγοραία και επικαιρικά του Ποιητή. Και μιλάμε για τον άνθρωπο που είχε γράψει,  ωστόσο,  τους υπέροχους στίχους της «Τέταρτης Διάστασης», για παράδειγμα, και μάλιστα τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος».Τη «Σονάτα»,  η οποία κυκλοφορούσε κανονικά σε όλα τα δημόσια βιβλιοπωλεία,  με τους δύο άσχετους, «κομματικούς» στίχους 214 –215 να ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μες στο γάλα σαν κομματικό άλλοθι,  σε μία έκδοση  συνοδευόμενη από  κάτι απίθανες «ερμηνείες»  (του ίδιου του σ. Ποιητή, ισχυρίζονταν κάποιοι) στο οπισθόφυλλο, ότι «η Γυναίκα με τα Μαύρα» είναι η γερασμένη και παρακμασμένη αστική τάξη και τα παρόμοια- άλλα άλλοθι αυτά.  Αλλά  και πάλι, παρά τους δύο κακούς στίχους και παρά τις συνοδευτικές «ερμηνείες», του Βαγγέλη του άρεσε πολύ το ποίημα εκείνο. Δε μπορούσε όμως να καταλάβει  πώς ο ίδιος άνθρωπος που έγραψε τη «Σονάτα», έγραφε και τέτοιες κομματικές μπούρδες. Μήπως και ο σ. Ποιητής  ήταν επίσης διχασμένος; Ή μήπως ήταν απλώς ποιητική μεγαλοφυία και τους δούλευε όλους;

«Η ‘Σονάτα’,  αυτή είναι σίγουρα στο αξιόλογο 1%», σκεφτόταν ο τεχνικός του ήχου, «αλλά ποιος έχει την υπομονή να ψάχνει να βρει το 1% μέσα στα τόσα και τόσα άχρηστα;». Γι΄ αυτό ο Βαγγέλης  τρελαινότανε πριν από λίγο,  όσο άκουγε το σ. Ποιητή ν΄ απαγγέλλει:

«Τα παιδιά της ΚΝΕ

Ετούτα τα παιδιά φτάνουν από πού μακριά, τραβούν πολύ μακριά
(είναι δισέγγονα του ΄21)
δισέγγονα του μπάρμπα Θόδωρου, του Μακρυγιάννη, του Καραϊσκάκη,
εγγόνια της Κατοχικής Αντίστασης
αδέρφια της ΟΚΝΕ και της ΕΠΟΝ,
αγόρια και κορίτσια με τον έρωτα στα χείλη, με την επανάσταση στα μάτια,
τίμια παιδιά του ΚΚΕ
γενιά φωτοστεφάνωτη απ’  τις φλόγες….

————————————–Είναι τα παιδιά της ΚΝΕ
————————————–που λένε στη ζωή το μέγα ΝΑΙ.

Ετούτα τα παιδιά τραβούν από πολύ μακριά. Φτάνουν από πού μακριά,
απ΄ το παντού, άπ’ το πάντα
από κει που τ΄ αχείλι της μητέρας σκίζεται κάνοντας «αχ»,
από κει που το ματόκλαδο γέρνει μέσα στο «σ΄ αγαπάω»
από κει που το βλέμμα υψώνεται στη δίκαιη σημαία,
από κει που μια καρδιά περιστεριού χτυπάει σε κάθε παλάμη,
από κει που το μαύρο του κάρβουνου πυκνώνει σε σπιθίσματα διαμαντιού
από κει που ένας άνθρωπος λέει «δεν αντέχω το σκοτάδι»,
από κει που ένας άνθρωπος λέει: «θέλω φως, και θα γίνει»,
από κει που ο καθένας γυρεύει ένα παράθυρο ακόμη,
από κει που μια γερόντισσα μαθαίνει να ξαναχαμογελάει,
από κει που ένας άντρας, απόβραδο, στο δρόμο,
ανάβει μαζί με το τσιγάρο του κι ένα άστρο.

————————————–Είναι τα παιδιά…

Ετούτα τα παιδιά φτάνουν από πολύ μακριά, τραβούν πολύ μακριά
κάτω από τις μασκάλες τους κρατάνε ρουλό τις μεγάλες αφίσες
με τις μορφές του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν
με τις μορφές της Ηλέκτρας, του Σουκατζίδη …και των μικρών ηρώων
που μέσα σε μια νύχτα, μέσα στη φωτιά, ψηλώσανε το μπόι τους ώς το ύψος της
πιο κόκκινης σημαίας
ετούτες τις αφίσες τις τοιχοκολλούν τη νύχτα με τα σβέλτα τους χέρια σ΄ όλο τον                                                                                          ορίζοντα
να ξαναπαίρνει εμπιστοσύνη ο κόσμος στον ευατό του.

————————————–Είναι τα παιδιά…

Ετούτα τα παιδιά φτάνουν από πολύ μακριά, τραβούν από πολύ μακριά, 
στα σακάκια τους έχουν σταγόνες κόκκινη μπογιά άπ’ τις νυχτερινές γραφές στους                                                                                                          τοίχους,
στα μαλλιά τους έχουν σταγόνες ασβέστη και τσιμέντο άπ’ τα κτίρια του μέλλοντος    
                                                                                                           που χτίζουν,
στα φανελάκια τους έχουν κρυφές σταγόνες αίμα άπ΄τις πληγές τους
που χαρίζουνε στον κόσμο να γεννηθούν τριαντάφυλλα. 

————————————– Είναι τα παιδιά…

Ετούτα τα παιδιά φτάνουν από πολύ μακριά, τραβούν πολύ μακριά
μέρα τη μέρα πέτρα κι αίμα, στοχασμός κι αγώνας, χέρι με χέρι
με το μυστρί, με το σφυρί, με το μολύβι, με τον ακριβή διαβήτη
να φτιάξουνε ένα καλύτερο κόσμο
να ‘χει ο καθένας  και ψωμί και βιβλίο και σιγουριά και διάπλατη πόρτα
να ‘χει ο καθένας δυο κήπους –έναν στην αυλή του κι έναν μέσα του-
να ξέρουν οι μητέρες πώς στρογγυλεύει ο ουρανός τα χείλη του για να φυσήξει
————————————–αγάπη 
να ξέρουν τα παιδιά τα χρώματα- το ρόδινο, το λεμονί, το ασημένιο, το πράσινο
να ξέρουν οι  νεκροί μας πως η ζωή τους συνεχίζεται ως πέρα, ως πέρα
ως τις καθάριες αδελφικές πηγές, μες στα βαθύτερα δάση των αιώνων.  

————————————–Είναι τα παιδιά…

Ετούτα τα παιδιά φτάνουν από πολύ μακριά, τραβούν πολύ μακριά,
μες στα πουκάμισά τους πολλά καράβια απαγγιάζουν
καλές κουβέντες έχουνε με το γαλάζιο,
έχουν δοσμένο το μεγάλο όρκο
στη Λευτεριά, στον Έρωτα, στην Ομορφιά, στη Δικαιοσύνη,
να φτιάξουν μέρες δυνατές και ειρηνικές από τρακτέρ, αγάλματα, σημαίες, ποιήματα
να φτιάξουν έναν κόσμο ευτυχισμένο.

Γεια σας, λοιπόν,  και γεια σας σύντροφοι της ΚΝΕ,
εσείς που λέτε στη ζωή το μέγα ΝΑΙ,
εσείς που ρίχνεστε στη μάχη δίχως να ζητάτε χωριστά κανένα έπαινο,
εσείς οι ωραίοι που όλοι μαζί υπογράφετε μ ένα ρωμέικο παγκόσμο σφυροδρέπανο.

Ακούγοντας τόσην ώρα τη φωνή του σ. Ποιητή ν΄ απαγγέλλει, του Βάγγερ του ερχόταν να κόψει ξαφνικά τον ήχο εντελώς. Ν’ αφήσει εν ψυχρώ το σ. Ποιητή, με τη γούνα του και τις θεατρικές του χειρονομίες και τα μεγάλα λόγια του και την περίεργη εκφορά των φωνηέντων-  να τον αφήσει  στα κρύα του λουτρού. Ηρεμότερες σκέψεις τον σταματούσαν βέβαια, αλλά η τάση επανέρχονταν στα χειρότερα σημεία της απαγγελίας- τα οποία ήταν, βεβαίως, εκείνα ακριβώς που συγκέντρωναν και το περισσότερο χειροκρότημα. Τότε που «αναγκάζονταν»  ο ποιητής να διακόψει την απαγγελία. Με ένα χαμόγελο ευτυχούς συγκατάβασης, ο σ. Ποιητής   περίμενε  να σταματήσουν τα χειροκροτήματα, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει- μάλιστα έκανε και σχετικές κινήσεις  του χεριού, κάπως αδιόρατες όμως, που ίσως και να σήμαιναν «Ησυχάστε, ησυχάστε!», όχι όμως και πολύ αποφασιστικά, ξέροντας  ότι αυτός ο ίδιος  προκαλούσε κατά βούληση αυτές τις εκδηλώσεις. Έφτανε να υψώσει  λίγο παραπάνω τη φωνή του, να  υπογραμμίσει «χρωματικά» κάπως περισσότερο ό,τι  θεωρούσε ο ίδιος περισσότερο  άξιο χειροκροτήματος- και το ποθούμενο αποτέλεσμα  παραγόταν αυτοστιγμεί από το αμέσως ανταποκρινόμενο νοήμον κοινό.

Ο Βάγγερ έκανε τη σύγκριση με τα ρεμπέτικα. Ακόμα και κείνα που τα είχε ως σκέτη ποίηση, όπως τα κατέγραφε με τη γραφομηχανή του, ακόμα και χωρίς τη μουσική τους, πάλι στέκονταν, λιτά και αξιοπρεπή μέσα στο αδιέξοδό τους-  κι ας ήταν έργα ανθρώπων είτε ανωνύμων, είτε  λαϊκών,  και πολλές φορές σχεδόν αγράμματων. Κι ας ήταν οι ρεμπέτες συνεχώς στο κυνηγητό. Απαγόρευση επί Μεταξά, απαγόρευση  και επί κομμουνισμού.  Διώξεις επί Μεταξά, διώξεις και επί κομμουνισμού. «Υποσκάπτει το φρόνημα του έθνους» επί Μεταξά, «υπονομεύει  το φρόνημα των προλεταρίων» επί κομμουνισμού. Όταν με το καλό γυρνούσε σπίτι το βράδι, θα το ΄ριχνε λίγο στο ρεμπέτικο, αν άντεχε από την κούραση, έτσι, ως αντίβαρο στα  «Παιδιά της ΚΝΕ» και στις ομιλίες που είχε υποστεί απόψε.

Στο μεταξύ, και ενώ οι εκδηλώσεις του πλήθους δεν είχαν κοπάσει, ο σ.  Ποιητής  πήρε το κοριτσάκι από το χέρι και άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα της εξέδρας, αργά και θριαμβευτικά. Η κυκλική δέσμη του προβολέα τον παρακολουθούσε σα σε καμπαρέ. Σφίγγοντας στο διάβα του χέρια  χαρούμενων νεολαίων που ξεπετάγονταν από παντού, πάτησε το έδαφος του Σταδίου, όπου το κοριτσάκι τού ξέφυγε και έπεσε στην αγκαλιά του κατενθουσιασμένου  πατέρα της που το περίμενε. Ο σ. Ποιητής  κατευθύνθηκε προς την πρώτη σειρά των καθισμάτων του Σταδίου, απέναντι από τα οποία είχε στηθεί η εξέδρα. Οι επίσημοι σηκώθηκαν, περιμένοντάς τον όρθιοι. Ο Ποιητής του Λαού ανέβηκε δυο σκαλιά  στην κερκίδα, τους πλησίασε και άρχισε να περνάει αργά μπροστά τους,  χαιρετώντας τους έναν έναν. Χαιρέτισε δια χειραψίας κατά σειρά το σ. Αρβανιτόπουλο Ηλία, Γραμματέα της ΚΝΕ, που είχε μιλήσει νωρίτερα επί  56΄. Ο σ.  Γραμματέας ιδρωκοπούσε  μέσα στο κουστούμι και στα σαράντα τόσα χρόνια του, καθώς η ΣΔ Ελλάδας, μη θέλοντας να υστερήσει ως προς τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, είχε φυσικά κι αυτή έναν μεσήλικο κομματικό  επικεφαλής της Νεολαίας. Ο  Ποιητής του Λαού χαιρέτησε μετά τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου: το σ. Γερακιώτη Μελέτη, αναπληρωτή Γραμματέα του κόμματος,  το σ. Ρουλέ Κώστα, τη σ. Γίνα Μάνου, το σ. Χαλούδη Νίκο, τη σ. Ρουκούλου Κούλα, το σ.  Αγκατιέλο Αντώνη, τη  σ.  Παρδαλίδου Μαύρα,  το σ. Δόντικα Δημήτρη, το σ. Νανάτση Τάκη, το σ. Ραφάκο Γρηγόρη, το σ. Κοτσολάκη Κώστα, το σ. Μπρόζο Απόστολο, τη  σ. Ρογαλά Τούλα και το σ. Δημήτρη Κάρλη.

Όταν όμως έφτασε μπροστά στο σ. Χαρισιάδη Γιώτη, το Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής (ΚΕ) του κόμματος,  Πρόεδρο και Πρωθυπουργό της Σ.Δ. Ελλάδας (ο σ. Χαρισιάδης είχε μιλήσει νωρίτερα επί  43΄),  τότε το Στάδιο σείστηκε. Οι δύο άντρες αγκαλιάστηκαν με ενθουσιασμό. Ο σωματώδης Ηπειρώτης -ο μόνος από τους επισήμους που είχε (δώσει στον εαυτό του) το δικαίωμα να φορά το κουστούμι του χωρίς γραβάτα,  και το έκανε-  εξαφάνισε στην αγκαλιά του το γουνοφορεμένο ποιητή, ενώ το αριστερό του  χέρι κρατούσε το αχώριστο τσιμπούκι του. Αμέσως μετά, στράφηκαν μαζί προς το πλήθος με κοινό μέτωπο. Αγκαλιασμένοι εν σειρά τώρα, όπως οι αθλητές στο βάθρο των νικητών, όταν ο πρώτος ανεβάζει  και τους άλλους στο δικό του σκαλί, οι δύο  άντρες   χαιρετούσαν τον κόσμο, κραδαίνοντας ο ένας την ανθοδέσμη και άλλος το τσιμπούκι του. Tα φλας των φωτογράφων και οι πρωτόγονες τηλεοπτικές κάμερες απαθανάτιζαν τη σκηνή, ενώ δεκάδες πυροτεχνήματα από όλους τους κεντρικούς λόφους της πόλης έδιναν πολύχρωμη και φαντασμαγορική όψη στην Αθήνα.

Βλέποντας τα πυροτεχνήματα από του Φιλοπάππου να σκάνε με δυνατούς κρότους σχεδόν πάνω από το σπίτι της, στη μη μετονομασμένη  οδό Τρώων, στ’   Άνω Πετράλωνα, η Λαοκρατία Σερβίδου σκεφτόταν ότι δεν κατάφερνε να ξεφύγει από τις εκδηλώσεις  της ΚΝΕ και του ΚΚΕ: «Ό,τι και να κάνω, ελεύθερη ή φυλακισμένη, πηγαίνω δε πηγαίνω  στις γιορτές τους, αυτοί είναι πανταχού παρόντες. Τους ακούω και τους βλέπω θέλω δε θέλω».

Πίσω στο Στάδιο, εκείνη ακριβώς η  στιγμή, με τα πυροτεχνήματα και τις αγκαλιές Χαρισιάδη  – Ποιητή, ήταν η ώρα  που οι θεατές άγγιξαν το ζενίθ του βραδινού τους ενθουσιασμού. Τα σφυρίγματα, τα συνθήματα, οι φωνές, όλα δυνάμωναν από παντού. Ο Βάγγερ έβαλε ένα «χαλί» επαναστατικής μουσικής:  όχι ένα συγκεκριμένο  τραγούδι, αλλά ένα ρυθμό μαρς, κάποιο αόριστο σκληρό εμβατήριο, που είχε σκοπό να υποβάλει στα πλήθη έναν κοινό  ρυθμό, ώστε να  συντονιστούν «αυθόρμητα» σ΄ ένα μόνο ενιαίο σύνθημα. Το κόλπο ήταν απαραίτητο, κάθε φορά που οι οργανωμένοι    πυρήνες της Νεολαίας κάθε άλλο παρά κατάφερναν να ακούγονται συντονισμένοι- και ήταν μια από αυτές τις φορές.

Παλιό και δοκιμασμένο, το κόλπο  έπιασε ξανά. Το «χαλί» οδήγησε τον κόσμο σ΄ ένα κάποιο ρυθμό,   και λίγο λίγο τα  πολλά συνθήματα που ρίχνονταν από διάφορα σημεία του Σταδίου άρχισαν να ομαδοποιούνται.  Ο κόσμος εξειδίκευσε ηχητικά το εμβατηριακό «χαλί» ως «Κάπα Νι – Έψιλον,  Κάπα Νι – Έψιλον!», που το φώναξε και το  επανέλαβε πολλές φορές.  Τότε οι πυρήνες της Νεολαίας μπόρεσαν επιτέλους να παραμείνουν συντονισμένοι, ο τεχνικός εξαφάνισε το «χαλί», και ο κόσμος συνέχισε:

«Τιμη-μένο –Κουκουέ – Τιμη-μένο -Κουκουέ»
«Κουκουέ  – Κουκουσέ- η εγγύ- ησή -λαέ»
«Ζήτω –η κόκ- κινή –Ελ-λάδα, Ζήτω –η κόκ- κινή –Ελ-λάδα»
«Ζήτω – η χώρα- των Σο- βιέτ, Ζήτω – η χώρα- των Σο- βιέτ»
«Εμπρός – στο δρόμο –για τον –κομμουνι- σμό»
«Έξωαπ – την πα- τρίδα μάς- Τούρκοι Α- μερι-κάνοι,  Έξωαπ – την πα- τρίδα μάς- Τούρκοι Α- μερι- κάνοι».

Στο τέλος, φώναξαν πολλές φορές «Κάπα Νι  Έψιλον» και «Τιμημένο ΚΚΕ», ενώ οι εκατοντάδες Τρίχρωμες όλων των μεγεθών κυμάτιζαν θριαμβευτικά σε χέρια ακούραστων νέων, ανακατωμένες με κόκκινες σοβιετικές σημαίες.

Μόλις έκρινε ότι τα συνθήματα είχαν αρχίσει πλέον να παίρνουν  την κάτω βόλτα, ο σκηνοθέτης του Φεστιβάλ έκανε νόημα στο Βάγγερ. Τότε ο ηχολήπτης ξεκίνησε από τα μεγάφωνα του Σταδίου την  πατροπαράδοτη σειρά των Τριών  Ύμνων,  που σήμαιναν το τέλος  όλων των Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Ένα μέρος του πλήθους άρχισε να αποχωρεί, ενώ οι άλλοι,  τραγουδώντας με τη γροθιά ψηλά,  συνόδευαν   τον ηχογραφημένο  Ύμνο της ΚΝΕ:

«Ω νεκρά παλικάρια, παιδιά του λαού
Που το αίμα σας βάφει την πέτρα του βουνού
Σηκωθείτε κι αρπάξτε ντουφέκι ξανά
Χαίρε ω χαίρε γλυκιά λευτεριά.

Περπατά και βροντά
Και τα σκότη σκορπά
Η Κομουνιστική Νεολαία
Των ανόμων εχθρός
Και του κόσμου φρουρός
Δυνατή, ενωμένη κι ωραία.

Κόκκινος ήλιος
Γαρύφαλλο στο πέτο μου
Σπίτι και φίλος
Το Κόμμα της δουλειάς.

Κόκκινος ήλιος
Γαλάζιο το κασκέτο μου
Σύντροφος ήλιος
Η μάνα εργατιά.

Θ΄ανταμώσουμε αδέρφια
Μια μέρα  ξανά
Μες στη Νέα Ελλάδα
Σε πόλεις και χωριά
Οικοδόμοι κι εργάτες
Της νέας ζωής
Χέρι χέρι της γης οι λαοί .
      Περπατά και βροντά…

      Κόκκινος ήλιος

Άπ΄ την Πίνδο ως τη Γκιώνα
Και τον Αξιό
Το ποτάμι θα  πνίξει
Το  μαύρο φασισμό.
Μεγαλώνει το δέντρο
Κι απλώνει κλαριά
Στην απέραντη γη την πλατιά.

Περπατά και βροντά…
Κόκκινος ήλιος…».

Την ώρα που τραγουδούσαν  «ώς τον Αξιό», πολλοί από το πλήθος, και μάλιστα οι μεγαλύτεροι,  θέλοντας και μη, σκέφτηκαν  για μια φορά ακόμα το γνωστό πρόβλημα που υπήρχε παλιότερα με τον Ύμνο. Το τραγούδι είχε γραφτεί αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς  και είχε αρχίσει να τραγουδιέται στην πράξη προς τιμήν της  «κομμουνιστικής νεολαίας» αορίστως, πριν ακόμα ιδρυθεί επίσημα η συγκεκριμένη κομμουνιστική νεολαία, η ΚΝΕ. Κατά κάποιο τρόπο, ο ύμνος αυτός προανάγγελλε την ίδρυση της ΚΝΕ, σε μια εποχή που υπήρχε μόνο η ΕΠΟΝ.  Τότε λοιπόν, το θέμα της Μακεδονίας ακόμα δεν είχε λήξει, και η Ελλάδα διατηρούσε,  τυπικά,  τον ποταμό Αξιό. Αργότερα, όταν πια η ελληνική Μακεδονία με τις «Ρυθμίσεις μεταξύ Φίλων» είχε προσαρτηθεί στη Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία (ΟΣΔ) της Μακεδονίας και στη Γιουγκοσλαβία,  κάποιοι πρότειναν το «Αξιό»  ν΄ αντικατασταθεί με το «Παρνασσό», το βουνό ανήκε πάντα στην Ελλάδα,  ταίριαζε ωραία στο μέτρο του ποιήματος και που δημιουργούσε προβλήματα με τους γείτονες. Άλλοι –τότε ακόμα γινόταν κάποια συζήτηση στο κόμμα- είπαν «ας το αφήσουμε έτσι στον ύμνο, για λόγους συναισθηματικούς και ιστορικούς». Οι πρώτοι είπαν ότι το «Αξιό» υποκρύπτει επεκτατικό εθνικισμό, οι δεύτεροι ότι δεν υποκρύπτει τίποτα. Μια εποχή, άλλοι τραγουδούσαν «Αξιό» κι άλλοι «Παρνασσό» και γινότανε το έλα να δεις, ώσπου τελικά ο «Αξιός» του ύμνου θεωρήθηκε ακίνδυνος μπροστά στον αληθινό Αξιό, που τον κατείχε η ΟΣΔ Μακεδονίας, η οποία, άλλωστε, ποτέ δε διαμαρτυρήθηκε  για τον ύμνο. Τώρα πια, ουδείς ενοχλούνταν που ο ύμνος της ελληνικής Νεολαίας μιλούσε για ένα γιουγκοσλάβικο ποτάμι.

Όπως πάντα, σε κάθε «γαλάζιο το κασκέτο μου», εκατοντάδες μπλε καπέλα ρίχνονταν στον αέρα από κνίτες και αετόπουλα. Ομηρικοί είχαν αποβεί τόσα χρόνια οι πατροπαράδοτοι καυγάδες για τη διεκδίκηση των γαλάζιων καπέλων, που φυσικά ανακατεύονταν πέφτοντας. Αλλά τόσο οι κνίτες, όσο και τ΄ αετόπουλα διατηρούσαν το έθιμο αυτό, που ήταν μια ευκαιρία να παίξουν λίγο ξύλο, κατά ηλικία βεβαίως, και να εκτονωθούν. Συγχρόνως, για τους μεγαλύτερους και τις μεγαλύτερες ήταν φυσικά και μια ευκαιρία ερωτικού παιχνιδιού. Εξ ου και η λαϊκή έκφραση «το κασκέτο πέτα – έβγαλες γυναίκα».

Οι πιο υπομονετικοί συνέχιζαν με τον Ύμνο του ΚΚΕ και τον Εθνικό Ύμνο, το νέο Εθνικό Ύμνο φυσικά -σε στίχους του σ. Ποιητή όπως είπαμε- που από το 1948 είχε αντικαταστήσει τον παλιό «Ύμνον εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού. Αλλά ήδη, μεγάλα κενά είχαν αρχίσει να σχηματίζονται στις κερκίδες. Τα μάρμαρα, όσο άδειαζαν από τους ανθρώπους, τόσο έλαμπαν στη φεγγαράδα του Σεπτέμβρη. Με το τέλος των Τριών Ύμνων, αποχώρησαν και οι επίσημοι, με τελευταίο το σ. Γερακιώτη Μελέτη. Ο Βαγγέλης έβαλε τα ηχογραφημένα συνθήματα του κόμματος και ξεκίνησε με τους βοηθούς του το μάζεμα. Πέντε λεπτά αργότερα, με το νόημα του σκηνοθέτη, κατέβασε επιτέλους και το γενικό διακόπτη.

Τώρα δεν υπήρχαν πλέον μικρόφωνα. Κι έτσι τα συνθήματα, τα οποία λίγες τελευταίες ομάδες ακούραστων και ενθουσιασμένων νεολαίων κραύγαζαν ακόμα, αντηχούσαν παράξενα στις σχεδόν άδειες κερκίδες του Σταδίου Νεολαίας και Δημοκρατίας. Τα πυροτεχνήματα είχαν προ πολλού όλα ξοδευτεί, ενώ συνεργεία μάζευαν τους εκτοξευτές που τα είχαν εκτοξεύσει. Άλλα συνεργεία ξέστηναν ήδη τα διάφορα περίπτερα από το στίβο. Ο Βάγγερ μπήκε κουρασμένος στο χιλιαράκι του το «Όλυμπος ΙΙ», που το είχε παρκάρει έξω από το Στάδιο, δίπλα στο άγαλμα του Αβέρωφ, έβαλε μπρος και ξεκίνησε για το σπίτι του, στο Παλιό Ηράκλειο. Την ίδια στιγμή, ο σ. Ποιητής και ο σ. Χαρισιάδης, φίλοι από χρόνια, έπιναν μαζί ένα αποχαιρετιστήριο ποτό στον κήπο του «Μεγάρου του Λαού», πρώην Μαξίμου, όπου η έδρα της κυβέρνησης της ΣΔ Ελλάδας. Ο σ. Γερακιώτης κατέβαινε από την κομματική λιμουζίνα μπροστά στο δικό του σπίτι, στην Κυψέλη. Και στο κρεβάτι της, στ’ Άνω Πετράλωνα, η Λαοκρατία μπόρεσε επιτέλους να κοιμηθεί ήσυχα.