Εύη Χρόνη, 4 ποιήματα

ΟΙ ΟΡΚΟΙ

Όταν τα αγκάθια στα πόδια μου κοιμούνται εγώ γλιστράω και πάω να βρω νερό

Η απόσταση συνήθως είναι πάντα μεγάλη και η τοποθεσία αμφίβολη –

κι όταν με τσακίζει η κούραση σκέφτομαι εσένα και μου σκίζεις ένα χαμόγελο ευθεία στη μούρη

Επαναλαμβάνω τους όρκους μου

Να γλιστράς
Να φλέγεσαι
Να σκίζεις το πάγο –
στους μηρούς μου έχω μέλι να γλύφουν τα σκυλιά
Η θλίψη μου γυαλίζει στον ήλιο

Ακονίζει τα μαχαίρια της κουζίνας
Σκαρώνει μυρμηγκοφωλιές
Κι εγώ τραμπαλίζομαι

Πέφτω

Χτυπώ

Πέτα χέρια _πόδια _κύματα

Γίναμε μπόρα

Να με λυγίζεις
Να με στρίβεις
Να με αφήνεις να πέφτω _


ΤΙΠΟΤΑ

το γλέντι κράτησε δύο μέρες _
τα πέπλα της ήταν κεντημένα με τις πιο ροζ θηλές των πιο μικρών κοριτσιών
καθόταν σε απόσταση και κοιτούσε τα πλήθη να φτιάχνουν σχήματα τρόμου
δύο μέρες
ακίνητη

εμείς
οι άλλοι
προσπαθούσαμε να βγει ο καθένας πιο μπροστά από τον άλλο
οι καμπάνες χτυπούσαν η μία την άλλη
η μία την άλλη
η μία με την άλλη
τα σώματα
χτυπούσαν στα πλακάκια με μανία
πίνανε τα μάρμαρα σαν να ναι φιλιά
πονούσαν
σπρώχνανε
χτυπούσανε
μία ούρλιαζε κάτι σαν προσευχή
σαν κατάρα
κρατούσε ένα άδειο πουκάμισο
παρακαλούσε
θέε μου
και θέε μου
πονάω
από τους ώμους των φιλιών ξεφυτρώνει άβυσσος
έπεφτε κάτω σηκωνόταν
θεέ μου
και θεέ μου
θεέ μου
κράτα με από τα σπλάχνα
μη με αφήνεις
φανερώσου
σου δίνω τα χείλη μου
να τα ρημάξεις ζωγραφιές
μη με αφήνεις
φανερώσου
έπεφτε κάτω
σηκωνόταν
που πήγες;
που να πάω;
φανερώσου
έτρεμε
έπεφτε
έβαζε το πουκάμισο στο στόμα της
το μάσαγε
έτρεμε
έπεφτε
έπεφτε
έπεφτε ο άγγελος
έπεφτε
χάριζε το κεφάλι της στη μουσική του πλήθους
αλλά δεν σταματούσε η φωνή
που να πάω;
οι μπότες έσπαζαν το κλειστό σακούλι των σκέψεων
φανέρωναν το φτωχό τους στρείδι
κάτω από τα ανοιγμένα σώματα
το χώμα πισίνα σφαγής

όσο περνούσε η ώρα ξεχνούσαμε τις λέξεις
σιγά σιγά σταμάταγαν οι προσευχές κι οι θρήνοι
μέναν μόνο ονόματα
έτσι ήταν η διαδικασία
ονόματα αγαπημένων σαν αριθμοί προτεραιότητας
για λίγο ακόμα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε
μετά θα μας έραβαν το στόμα με τον μάρτη που είχαμε στο αριστερό μας χέρι ξεχασμένο
ο καθένας ένα όνομα
ένα όνομα
ξανά και ξανά
σαν να μάθαινε να μιλάει
οι περισσότεροι διάλεγαν το όνομα της μητέρας τους
άλλοι του σκύλου τους
ή κάποιου αγαπημένου τραγουδιστή
ιερομάρτυρα
πολιτικού
δρόμου
όλα μπορούσες να τα ακούσεις
ακόμα και το όνομα τους διάλεγαν κάποιοι
ένας πήγαινε αντίθετα στη τακτική των πολλών
όλοι έτρεχαν να πάνε εμπρός αυτός ήθελε να πάει επάνω
είχε μείνει τελευταίος στην σειρά και
μάζευε πτώματα
τα στοίχιζε το ένα πάνω στο άλλο κι έφτιαχνε σκάλα και ανέβαινε
όλο και πιο ψηλά
και φώναζε τιμώρησέ με
κοίτα τι κάνω
τιμώρησέ με
σφάζω, μακελεύω, συλλέγω, στοιχίζω, χτίζω
δες με εγώ ξέρω ακόμα λέξεις
ξέρω ρήματα
και τα κάνω ένα ένα
Δες με
κόβω, ράβω, κεντάω, αδημονώ να μάθω τη τύχη μου και το χέρι μου τρέμει λαχτάρες
τίποτα
κι έσφαζε και μάζευε κι άλλους κι ανέβαινε
τίποτα
τίποτα
τίποτα
τίποτα
δεν έχει τιμωρία
δεν έχει
τίποτα
έχει τίποτα τίποτα έχει
τίποτα
θέλεις λίγο τίποτα ;
πάρε
σου δίνω ένα τίποτα
είμαι
είμαι είμαι είμαι
μετανιώνω
ξεχνάω
κάνω πράγματα και τα ξεχνάω
και τα θυμάμαι
και τα ξεχνάω πάλι
και τα κάνω ξανά κι ας είναι λάθος
και μετά τα ξεχνάω
γιατί πονάει η ντροπή
και μετά
τίποτα
τίποτα τίποτα
τίποτα
γιατι δε νιώθω τίποτα
για αυτό τα κάνω όλα
για αυτό το τίποτα
για να σταματήσει
να το βιάσω
να το κάνει να ουρλιάξει το γαμημένο
να κάνει κάτι
να πάθει κάτι
και αυτό δεν κανει τίποτα όσο κι αν χτυπάω
όσους κι αν σφάζω
όσους κι αν αγκαλιάζω
σε όσους κι αν δίνομαι
όσο κι αν εξευτιλίζομαι
όσο κι αν αγαπώ
τίποτα
τίποτα
το τίποτα μένει στη θέση του
είναι σίγουρο για τον εαυτό του
δεν αλλάζει ποτέ
απλά κάποια στιγμή πέφτω κάτω τύφλα στο μεθύσι
αποκαμωμένος με το μαχαίρι στο στόμα
όταν ξημερώνει _
την άλλη μέρα ντρέπομαι
και την παράλλη πάλι τιποτα
το διάλειμμα στο τίποτα είναι μόνο ο ύπνος
για να αρχίσει πάλι το τίποτα
υποφέρω
δές με
ακουσέ με
μπορώ ακόμα και μιλάω
δεν είναι τυχαίο αυτό
κάτι θα σημαίνει
κάτι θα πρέπει να σημαίνει
κάτι πρέπει κάτι να σημαίνει
να βρώ κάτι που να σημαίνει κάτι
καταλαβαίνεις;
δεν γίνεται όλα να σημαίνουν τίποτα
κάτι πρέπει να σημαίνει κάτι
γιατί δε το βρίσκω ;
τι να κάνω;
που να πάω;
που είσαι;
φανερώσου
είσαι ένα τίποτα
κι εσύ
κι εσύ
κι εσύ
κι εσύ είσαι τίποτα;
κι εσύ είσαι τίποτα;
αποκλείεται
δε μπορεί
δε μπορεί
εσύ θα έπρεπε να το πάρεις το τίποτα και να το κλειδώσεις μέχρι να μετανιώσει
μέχρι να γίνει κάτι
να πει κάτι
να πει συγγνώμη ήμουν ένα τίποτα
τώρα θα γίνω μαρμελάδα
και θα κάνω έρωτα στα ψωμιά όλη μέρα
θα γίνω τσεκούρι και θα σκίζω όμορφα δεντράκια
θα γίνω χαρτάκι να γράφουν
θα γίνω κορδέλα να πνίγονται
θα γίνω
θα γίνω
θα
θα
θα
θλα
θλαψ

τίποτα
δεν έγινε τίποτα _
τι έγινε ;
τίποτα
δεν κατάλαβα τίποτα

Πάσχω από μια ανεξήγητη
Αρρώστια
Ξεκινάει ακριβώς στα γεννητικά μου όργανα
Και απλώνεται μέχρι το χώμα
Είναι φορές που ξυπνάω
Με τρομερούς πόνους
Και μόλις που προλαβαίνω
– αγουροξυπνημένη όπως είμαι –
να κρύψω τα νεκρά μωρά μου
πριν με δουν όλοι
και με σκοτώσουν
άλλες πάλι
μου φαίνεται
πως όλα τα δάκρυά μου
ξεψυχάνε
και
ξεφεύγουν
από εκεί μέσα
Μια
Ανεξάντλητη
Πηγή
Διαρκούς πόνου
Πληγή χωρίς αίμα
Που ξαφρίζει
Ψόφια ψάρια
Ψάρια
Και σάλια
Παλιών εραστών
Γέφυρες
Εκδρομές στη θάλασσα

Είναι λέω κάποιου είδους
αυτοάνοση πληγή
που όλο και ανεβαίνει
Που ανοίγει
Και κλείνει
Κατά παραγγελία άλλου

Κι αν πράγματι
Έτσι έπρεπε να γίνεται
Ας καταφέρει κάποιος
Να αρθρώσει
Το όνομά της
Οξεία μόλυνση
Το στήθος
Το συκώτι
Οι πνεύμονες
Το σπίτι
Οι θερινές κατοικίες
Όλα μαζί φτιάχνουν εμένα
Κι αν δεν μπορώ να κάνω τίποτα
Είναι επειδή βάζεις λάθος τα κομμάτια
Μην μου τραγουδάτε πριν κοιμηθώ
Αν ζητήσω συγχώρεση
Άφεση
Όπλο
Δεν σκέφτομαι λογικά

είχαν σπάσει οι βράχοι είχαν σπάσει τα βάζα κι όλα τα θρύψαλα τα έσερνα στα δάχτυλα μου_ με έναν τρόπο σε εμπεριείχα
ξέπλεκα τους ιστούς κι έδινα στον ωκεανό το μαθημά του _ να κρατάει αυτός το βιβλίο _ και επαναλάμβανα _ και τι με νοιάζει – ο ερωτας μου με κρατάει απασχολημένη_
και με χέρια τέτοια ήθελα να γράψω
κι έλεγα δε γίνεται
δε γίνεται
θα τελείωσει
που θα πάει
θα ξαναγίνουνε
θα ξαναγίνουν τα χέρια χέρια
και δικά μου και_
το σώμα δεν είχε πια βάρος
αφρός ήταν
είχε ξεμείνει μέσα μου ένα μικρότατο στόμα _
αγρός στο άγγιγμα ήταν και στους λόφους να
διανυκτερεύει ο αυχένας
_ σημείο άπιαστο
ο οριζοντας
η σκέψη
εσύ.
_
σε αγκαλιαζω και πονω όλους τους πόνους
της γέννας
του φιλιού
της αποχώρησης
σε αγκαλιάζω και πονώ χαρά_ κι αν ήξερα πως κι η χαρά πονούσε θα την άφηνα στην ησυχία της_ να είναι
ας είναι και κάποιος χωρίς να πονάει

χτυπάω τις πόρτες με χέρια τέτοια
χέρια που φοβήθηκαν να πιάσουν τον πηλό
και μια λέξη δεν έπλασαν
και δεν έφτιαξαν
κι αγκάλιαζαν για να χάσουν
αγκάλιαζαν με την απώλεια καρφωμένη στο δείκτη να στάζει και να λερώνει τις αγκαλιές ζήτημα_
Τι ζήτημα να ζητάς ! Μη βλέπεις! Σκίψε. Σέπιασα.
Ζήτημα να ζητάς νερό από κει που κατοικούν οι νεκροί
Απελπισία
Εσύ
Όσο κι αν σε κρατώ φεύγεις κι επανέρχεσαι
Πάντα ακατάδεκτη στις προσταγές
Χέρια
Χέρια
γεμίσανε χέρια τα οστά μου
Και τα μυαλά μου χέρια είναι παρατημένα στην άκρη του κάδου που ψάχνουν οι τρελοί για βόλεμα
Χέρια
χέρια
Μόνο χέρια και φιλιά
Φιλια που δεν ξέρουν να πουν τίποτα
Τυφλά γατιά ΣΩΠΑΣΤΕ
Δεν υπάρχει μάνα εδώ
Τη θάλασσα έχουμε να μας θηλάζει αλάτι όταν της ξεφεύγει κύμα αχόρταγο
Στη δίνω όλη μεγάλη κουταλιά

_ μανταρίνια και μούρα μουβαλες στα μάτια γι’ αυτό μπορώ και μένω μετέωρη στο πάτημα
και κάθε φορά αλλάζεις και χρώμα και διαστάσεις
στην τόση απόσταση θα εκφυλιστεί κι ο ήλιος
κι ούτε που πρόλαβα μαντήλι να κουνήσω
_
τα μαργαριτάρια τα ξέπλεκα είναι στο λαιμό μου αγχόνη κι εγώ πάντα θα γελάω το κενό της γεμίζοντας λέξεις κι αναστεναγμούς_

*
©Εύη Χρόνη

φωτο: Στράτος Φουντούλης