
Άυλη
Η άυλη μάζα σου καβαλάει το κάθε μου κύτταρο καλπάζοντας
με μια βία ερωτική, με του Πανός την ορμή·
και εγώ πλέω αβαρής μέσα στην θάλασσα των ρευστών σωμάτων μας,
γεύομαι την υγρή σου μορφή με όρεξη ζώου μετά από χειμερία νάρκη.
*
Φόρεμα. Το.
Έτσι θα γίνει λοιπόν!
Θα σε ανεβάσω στο ράφι με τα ποιήματα·
πάνω από τις εφηβικές φωτογραφίες μου.
Θα είσαι με το εμπριμέ καλοκαιρινό φουστάνι σου να ανεμίζει
καθώς θα αφήνει τον κόσμο να δει, έστω για λίγο
τους όμορφους γυμνούς σου μηρούς
με μια υποψία από το αέρινο εσώρουχό σου.
Να φαντασιώνονται οι φίλοι ποιητές από δίπλα
την φιλόξενη- για μένα τον τυχερό- αυτή γωνιά σου
που πόσες φορές δεν παρασύρθηκα ταξιδεύοντας πάνω της!
Άλλοτε με ορμή και πάθος φοβερό,
άλλοτε σχεδόν ευλαβικά ακουμπώντας την
με την κατάνυξη του πρώτου έρωτα.
*
Επέτειος
Δεν είναι που πέρασαν οι μέρες και έγιναν χρόνος, απλά.
Είναι τελικά που αλλάζουν οι ζωές. Συμπληρώνονται.
Μαζεύουμε κομμάτια από παντού όπου τα βρούμε.
Από λόφους και από μονοπάτια.
Από ταξίδια του νου και από τα άλλα.
Από αγκαλιές φιλικές και από τις άλλες τις παθιάρικες.
Από φιλιά πεταχτά και από τα άλλα τα γεμάτα αρώματα και χρώματα.
Από συμπλέγματα κορμιών.
Τα μαζεύουμε και τα ταιριάζουμε και αν είμαστε τυχεροί- που είμαστε-
συμπληρώνουν το επόμενο μεγάλο παζλ της ζωής μας.
Της χαρούμενης επόμενης ζωής μας.
Της αξόδευτης ακόμα.
*
Κλάσματα
Ο ακέραιος χαρακτήρας σου
δεν χωράει στο κλάσμα του δικού μου
χωρίς τις απαραίτητες μεταβλητές.
Πράξεις στον αριθμητή του παρόντος·
πράξεις στον παρανομαστή του παρελθόντος
μήπως και προκύψει η πολυπόθητη σύνδεση
*
Δίψα
Ηδονής ποτάμια τρέχουν από τούς πόρους σου και
συγκλίνουν εκεί, στην πηγή σου για να ξεδιψάσω εγώ,
ο πιο διψασμένος από τούς ανθρώπους.
Φοβάμαι και πίνω με μικρές γουλιές μήπως και το εξαντλήσω και
χαθώ και πάλι στης ξηρασίας τούς τόπους.
*
Ίσως
Έλα στην τέλεια ανοργάνωτη ζωή μου
να την αποσυντονησουμε τελείως
μπας και προκύψει η πολυπόθητη
συμφιλίωση με τον εαυτό μου.
*
Τι θέλουμε
Και τι θέλουμε…
Ένα σώμα άπειρο να χωρά στη χούφτα μας
Μια μικρή καρδιά να χωρά το σύμπαν μας
Δυο λόγια για να γράψουμε το έπος μας
Και ένα τόσο δα μονοπάτι. Ατέλειωτο.
*
Σύνταξη
Η πράξη πρώτη της Κατάθεσης τελέστηκε.
Το νήμα κάτω από τα πόδια μου που ενώνει τις δυο κορυφές
της Ανάδυσης και Κατάδυσης κάνει κοιλιά.
Ένα χαμόγελο παλεύει να φτιαχτεί με κόπο στα χείλη μου.
Μια απαλή συννεφιά στα φρύδια των ματιών μου το αντιμάχεται.
Κομβικό σημείο της πορείας μας ακούγεται ότι είναι τούτο.
Μα για μένα όλα είναι κομβικά. Όλα.
Μικρές αποφάσεις που μας σημάδεψαν
Μεγάλες αποφάσεις που μας κορόιδεψαν.
Δεν είναι το τέλος μια πορείας εδώ.
Είναι η Αρχή της αξόδευτης ζωής
Της πιο μεστής.
Της πιο λεύτερης.
*
Μονοπάτι
Πατώ γερά πλέον το δικό μου
μονοπάτι
Ριζωμένες πεποιθήσεις
χρόνων με εγκαταλείπουν
πετώντας σε πιο θερμά μέρη
παίρνοντας μαζί και του
σογιού το αρχέγονο βάρος.
Ξαλαφρωμένος και αβαρής
γλιστρώ στην έβδομη μου έκδυση
σχεδόν άυλος από σώμα
αλλά με υπέρβαρη ψυχή.
*
Εννιά ζωές
Ότι μάζευα μια ζωή και ότι γέννησα,
από ιδέες και πράξεις σημαίνουσες ή όχι
φτερά τις έκανα που με σηκώναν λίγο λίγο.
Άλλοτε άμεσα και φανερά λίγο πάνω
από της πραγματικότητάς μου το έδαφος,
άλλοτε προσθέτοντάς μου μόνο βάρος
ανήμπορος να το διαχειριστώ.
Κάποιες όμως εκτόξευαν τόσο Γενναία
την στιγμή μου, που την διόγκωναν
και αποκτούσε διάρκεια
καλύπτοντας και τις εννιά ζωές μου.
Και εκεί κοιτώντας από ψηλά
μη συνειδητοποιώντας το ανθρώπινο βάρος μου
έβαζα κάτω τους χάρτες μου και έβγαζα αζιμούθια για πορείες
και προορισμούς που ίσως ποτέ δεν θα έφτανα αλλά
ποτέ δεν εγκατέλειψα.
*
Γυναίκα.
Την δικιά μου Γυναίκα δεν την έφερε το φως της αυγής,
ούτε το γλυκό απόβραδο.
Δεν την έφερε καν μήτρα γυναίκας καρπερής.
Μέσα μου γεννήθηκε.
Σιγά σιγά.
Η κάθε επιθυμία μου και ένα της κομμάτι.
Το κάθε μου όνειρο και μια της πτυχή.
Τα όμορφα κυματιστά μαλλιά της οι θάλασσες που ταξίδεψα
Τα σμαραγδένια μάτια της τα εξόρυξα από της ψυχής μου τα βάθη τα μεγάλα.
Τα στήθη της τα λάξεψα στον πάγκο με τα μάρμαρα και
τα ατελείωτα πόδια της από ελαφίνα τα κλεψα και της τα πρόσφερα.
Τέλος από νεράιδες του βουνού αγόρασα -με κόπο και παζάρια πολλά -το πεταχτό χαμόγελο της, αυτό που με παρασέρνει σε άγνωστους για μένα τόπους όταν μου το προσφέρει απλόχερα.
Για αυτό σου λέω.
Δικιά μου είναι.
*
Ονειρεύτηκα
Σε ονειρεύτηκα το πρωί.
Τα ρούχα σου πεταμένα.
Άλλα στο κρεβάτι, άλλα στο πάτωμα.
Το ελάχιστο εσώρουχο σου κρεμασμένο στον αστράγαλό σου
μη αντέχοντας να βγει ή μην έχοντας την απαιτούμενη υπομονή·
Πετάχτηκα. Ήμουν μόνος. Ταράχτηκα.
Πρόσκαιρα όμως αφού νίκησε η χαρά της προσμονής σου!
*
Παντού
Σε σκέφτομαι και η σκέψη σου διογκώνεται μέσα στο δωμάτιο
και το διαστέλλει και γίνεται άυλο και αυτό
και ταξιδεύει στο παντού
μέχρι να σε βρει και να με ολοκληρώσει.
*
Τοτέμ
Εσύ που ανήκεις στον συλλογικό έρωτα
πώς να σε οικειοποιήθω εγώ μόνο.
Μήπως να δώσεις το πιο μικρό
το πιο ελάχιστο κομμάτι σου
σε μένα;
Να το κάνω τοτέμ μου;
Να το στήσω στο μπαλκόνι της καρδιάς μου
να το ποτίζω μαζί με τις μαργαρίτες σου.
*
Ολοκλήρωση
Θα έρθει η ώρα που θα ξαπλώνουμε μαζί.
Να ξυπνάω δίπλα στο ημίγυμνο κορμί σου.
Να γεμίζω τις χούφτες μου με τα στήθη σου
καθώς διπλώνομαι γύρω σου
και με γεμίζεις με το σώμα σου.
*
Ζωή
Φεύγει μπροστά το βόλι του Πρέπει
και πίσω μένει ο κάλυκας της επιθυμίας
για να μας θυμίζει, το άδειο κουφάρι του
τι αφήσαμε πίσω.
1.1
Άφησες το ημίδιπλο κρεβάτι μας το πρωί
και δεν άνοιξα το δωμάτιο
μήπως και φύγουν οι αναστεναγμοί σου
*
Φίλοι
Κάποτε είχα φίλους.
Βγαίναμε και μεθάγαμε και μιλάγαμε για πολιτική και γκόμενες και όνειρα,
ίσως όχι με αυτή τη σειρά!
Κάποτε αυτοί που με είχαν φίλο ήταν περισσότεροι από τους φίλους μου.
Κάποτε ήθελα δάχτυλα από μια ντουζίνα άκρα για να τους μετρήσω.
Τώρα οι φίλοι μου μετριούνται στα εναπομείναντα δάκτυλα του καλού χεριού μου.
Τα άλλα τα έδωσα ή μου τα πήρανε, δεν είμαι και πολύ σίγουρος
Πήρανε άλλα τα παιδιά μου, άλλα οι δουλειές, κάποια διεκδίκησαν οι έρωτες μου.
Δεν έμεινε και κανένα να μετρήσω
και πως να σκουπίσω χωρίς δάχτυλα τα δάκρυα;
Χαράς δάκρυα αλλά δεν παύουν να είναι δάκρυα.
*
Ανάσα
Και δεν θέλω πολλά
να σε δω μονάχα όταν γυρνάς από την δουλειά
να σε μυρίσω και με μια μεγάλη ανάσα να σε βάλω μέσα μου
και να σε κρατήσω εκεί , βαθιά για λίγο
καθώς είμαστε μόνοι μας στον κόσμο
και αφήνουμε πίσω μας την προηγούμενη ζωή. Την παλιά.
*
Καθρέφτης
Σήμερα πάλι ερωτοτροπούσαμε μπροστά από τον καθρέφτη σου.
Τον κοίταζα κλεφτά και συνειδητοποίησα ότι,
σαν μεγάλος προβοκάτορας που είναι,
μας έφερε εμπρός του για δική του ηδονή.
*
Μέθεξη
Πόσο γλυκιά η αβάσταχτη μοναξιά Μου·
μέλι στο σώμα μου που κολλάνε πάνω της οι παλιές συνήθειες·
εκείνες που είμαστε παλιοί γνώριμοι
συνταξιδιώτες στο τρένο του Σκαρίμπα.
Μα τις μείωσα στο ελάχιστο όριό τους· αριθμητικά!
Αλίμονο, δεν μετράει το αριθμητικά.
Μα η γλυκιά παραδοχή της με ησυχάζει
μια θαλπωρή κυκλοφορεί στο υπογάστριο μου σχεδόν μεθυστική!
Ας παραδοθώ λοιπόν, τι περιμένω;
*
Πατρότητα
Τα πραγματικά δευτερόλεπτα κάνουν βόλτες
στα μέρη που ονειρεύτηκα και που δεν υπάρχουν πια,
Γίνονται ζευγάρια με τα άλλα και
κάνουν παιδιά που δεν έχουν πατέρα .
Διεκδικώντας την πατρότητα τα οικειοποιούμαι εύκολα
αλλά αν και άυλα μου προσθέτουν βάρος.
Το πολύτιμο βάρος του χρόνου μου.
*
Φόβος
Το σχοινί ασφαλείας τελικά δεν υπήρχε ποτέ
Τσάμπα ήμουνα ήσυχος με τις επιλογές μου.
Γελάω τώρα, με την ασφάλεια της απόστασης
αλλά και τρέμω από έναν ετεροχρονισμένο φόβο.
*
Ο ©Κώστας Λένης γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα με καταγωγή από τα Τζουμέρκα. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με τη μελισσοκομία και τον κινηματογράφο, ενώ πρόσφατα στράφηκε στην ποίηση.
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.