Δημήτρη Φύσσα: «τρεις μεσαιωνικές μελέτες» του Ροΐδη

Από τις εκδόσεις Πατάκη

Η κρίση του βιβλίου από τον συνεργάτη μας Κ.Π.Δ.

Ο συγγραφέας, σε ένα μικρό βιβλιαράκι (Πατάκης-Ιούνιος 2018), μεταφέρει και στο πρωτότυπο και σε νεοελληνική μεταγραφή, τρεις πολύ εμπεριστατωμένες και γραμμένες στο γνωστό ευχάριστο ύφος εργασίες του μεγάλου μας αιρετικού, για τρία εξειδικευμένα, όχι ιδιαίτερα γνωστά, αλλά γενικότερου ενδιαφέροντος ιστορικά θέματα γύρω από το Μεσαίωνα. Πρόκειται για μια τριλογία για τις μάγισσες (1868), τη γιορτή του γαϊδάρου και τους βρυκόλακες (1869). Το έργο συνοδεύεται από ένα καταληκτικό τετρασέλιδο με επεξηγηματικά «επιλεγόμενα». Ο Φύσσας χαρακτηρίζει και πιθανόν να έχει δίκιο, το πρώτο από τα τρία, ως «το σημαντικότερο φεμινιστικό κείμενο στην ελληνική γλώσσα», από όσο τουλάχιστον ξέρει. Ο Ροϊδης υπερασπίζεται εκεί τη γυναίκα, την μητρότητα και την Επιστήμη. Στο κεφ. Ζ΄ των μαγισσών του, εξηγεί γιατί σε συντριπτικό ποσοστό ήταν οι γυναίκες που ανέβηκαν στο βωμό της εκκλησιαστικής πυράς. Το θηλυκό ήταν διανοητικά ανώτερο από τον άνδρα της βάρβαρης μεσαιωνικής κοινωνίας. Αυτή είχε τον καιρό να σκεφτεί, να μελετήσει τα φυσικά φαινόμενα, να ασχοληθεί με τα βότανα και τα λουλούδια, περιμένοντας τον σύζυγο από την εξαντλητική χειρωνακτική εργασία της επίπονης οικογενειακής επιβίωσης. Αυτή αναπτύσσει πλούσια αισθήματα και αυτή πονά περισσότερο από τη γύρω της δυστυχία, έτσι που να αναζητά τρόπους να την απαλύνει ή να εξοντώσει το απειλητικό κακό. Αυτή βλέποντας πως ο αμείλικτος Χριστιανός ιερέας έδινε ελπίδες μόνο για μια μέλλουσα ζωή, στρεφόταν αναγκαστικά στις αρχαίες θρησκείες για να δώσουν με τις μυστικές τους τελετουργίες άμεση λύση στην απόγνωσή της. Μόνο οι μάγισσες του δάσους τολμούσαν να απλώσουν χέρι βοήθειας στο δύστυχο λεπρό που περιφερόταν με τα κουδούνια, που του είχε φορτώσει υποχρεωτικά το παπαδαριό που τον εξοβέλισε στην ερημιά, για να κροταλίζουν προειδοποιητικά. Ο Ροϊδης ονομάζει την ανώνυμη γυναίκα του Μεσαίωνα μητέρα του Λούθηρου, του Γαλιλαίου , του Βολταίρου και εξηγεί με ποιο τρόπο βλέποντας τα παιδιά της να πεθαίνουν από άγνωστες αρρώστιες της μεσαιωνικής Κόλασης, που τα ρασοφόρα θηρία τις απέδιδαν σε δαίμονες, σε αμαρτίες, σε θείες δοκιμασίες, κατέφευγε τις νύχτες να ψάχνει θεραπευτικά χόρτα, την άτροπο, τη μήκωνα, τη στρύχνο, για να γιάνει το σπλάχνο της, μη αρκούμενη στις παπαδίστικες διαβεβαιώσεις πως θα το ξανάβρει μετά το θάνατόι της σαν άγγελο του Παραδείσου. Κάποιος διάκος όμως η καμπανοκρούστης που έβγαινε την ώρα εκείνη από το καπηλειό ή από το κρεβάτι της πόρνης, την έβλεπε, την κατέδιδε και το αδύναμο σώμα της παραδίνονταν στα κτηνώδη εκκλησιαστικά βασανιστήρια. Δεν κάνει μυθιστορηματικές εικασίες ο Ροίδης, έχει αναδιφήσει εξαντλητικά σε σωζόμενα πολυσέλιδα πρακτικά Ιεροδικείων της εποχής και σε γραπτές ιστορίες. Ο μεγάλος Συριανός, που τον θέλουν μισογύνη, καταλήγει σημειώνοντας πως ενώ τα αρσενικά θύματα του θρησκευτικού σκοταδιού, ο Προμηθέας, ο Σωκράτης, ο Γαλιλαίος, τιμήθηκαν από την μεταγενέστερη ανθρωπότητα, η άγνωστη μάγισσα παραμελήθηκε αφόρητα γι’αυτό «ερρίψαμεν ημείς εν άνθος επί του ακλαύστου μνήματος της σωτείρας του πολιτισμού».

«Η εορτή του όνου κατά τον Μεσαίωνα», είναι η επόμενη μελέτη, όπου περιγράφονται οι μεσαιωνικές τελετές των Γαϊδάρων, που συνέβαιναν σε πολλά μέρη της Δύσης, σε έναν κόσμο ακαλαισθησίας και ποταπότητας, παράλληλα με τις πομπές του ίδιου πολιτιστικού επιπέδου, αυτές των Χαζών και των Γυμνών», με κορυφαία την πομπή του γαϊδάρου στο Καισαρόμαγο του Βελγίου. Ο ταπεινός, υπομονετικός και άκακος γαϊδαράκος, έχει ιδιαίτερη θέση στη χριστιανική μυθολογία, αφού μέσω της γαϊδουρίτσας του μίλησε ο Θεός στον ασυνεπή μάγο Βαλαάμ, αυτός μετέφερε την Μαρία και το βρέφος της στην Αίγυπτο, αυτός και το Χριστό στην Ιερουσαλήμ. Στολισμένοι με χρυσάφι και πορφύρα λοιπόν οι γάιδαροι, με διάκους να τους θυμιατίζουν, ραινόμενοι με λουλούδια σε περίοπτες θέσεις των ναών και επικεφαλής μεγάλων πομπών του χυδαίου όχλου, στις οποίες συχνά ηγούνταν ακόμη και Αρχιερείς με τις τιάρες τους κι αλλοίμονο στον Επίσκοπο ή στον Θεολόγο που θα αμφισβητούσε την ιερότητα της τελετής, ενώ το πλήθος μαίνονταν γιορταστικά, αποτέλεσαν ένα ακόμη δείγμα της μεσαιωνικής ηλιθιότητας και εξαχρείωσης. Πιστοί ντυμένοι σαν επώνυμους της Βίβλου και του Ευαγγελίου, ο Μωυσής, ο Δαυίδ, ο Βαπτιστής, ο Πιλάτος ακόμη και η ίδια η παρθένα της Ναζαρέτ, συμμετείχαν στη λιτανεία της ανοησίας και της κακογουστιάς. Όταν ο μεγάλος Θεολόγος Ζαν Γέρσων τόλμησε να στηλιτεύσει αυτόν τον καρναβαλισμό, ολόκληρη θεολογική Σχολή του επιτέθηκε, αναγκάζοντάς τον να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και με αυτές τις εξηγήσεις του σοφού ανδρός καταλήγει ο Ροϊδης τη μεσαιωνική του ιερή και λίγο διονυσιακή γαϊδουρολογία. Τα γεμάτα κρασί βαρέλια θα έσπαγαν αν δεν τα ανοίγαμε για να εξαεριστούν, το ίδιο θα πάθαιναν και οι καλοί Χριστιανοί, που είναι δοχεία με κρασιά της Θείας Χάρης αν διατηρηθούν κλειστά σε ζύμωση ατελείωτης ευσέβειας.

Για τους βρυκόλακες έχουν γράψει πολλοί και σαν βαρδούλακες απασχόλησαν και τους Ορθόδοξους Ρωμιούς στην Τουρκοκρατία και λίγο μετά. Στο Μεσαίωνα αυτό το δαιμονικό σκυλολόϊ, εξόντωνε, συστηματικά και επιλεκτικά, κυρίως όσους συγκρούονταν με τον κλήρο. Ο Ροϊδης, περιηγούμενος γρήγορα όλη αυτήν την ακατάσχετη δαιμονολογία, καταλήγει με την ιστορία ενός αγαθού Επισκόπου, του Ούδου του Μαγδεμβούργου. Αυτός λοιπόν μη αντέχοντας την υποκρισία της αγαμίας, παντρεύτηκε γέρος πια μια γριά ηγουμένη για να δώσει στον κλήρο του το καλό παράδειγμα. Όμως οι ευλαβικοί παπάδες του προτιμούσαν την παραδοσιακή ευσέβεια της μοιχείας, της πορνείας και των κάθε λογής διαστροφών και ξεσηκώθηκαν εναντίον του. Η ίδια η Παναγία που έσπευσε να τον σώσει, υποχώρησε όταν άκουσε πως ο Επίσκοπος τα έφτιαξε με ρασοφορεμένη νύμφη του γιού της κι ο ζηλότυπος Χριστός έδωσε διαταγή στον Αρχάγγελο να τον αποκεφαλίσει. Ο Ροϊδης διάλεξε αυτήν την Ιστορία για να δείξει πόσο η ιερατική υποκρισία δεν δίσταζε να παρουσιάσει τον Χριστό ως κοινό δολοφόνο. Στον πικρόχολο και πολύ επίκαιρο επίλογό του, που απαντά στη διαχρονική και πέρα από δογματικά και γεωγραφικά όρια παπαδίστικη φιλολογία για τη θεία τιμωρία, σημειώνει πως αν οι Άγγελοι μπορούσαν να εκτελέσουν αμαρτωλούς με τη ρομφαία τους, ούτε η Ιερά Εξέταση θα προλάβαινε να κάψει ανθρώπους, ούτε η Αγία αυτοκράτειρα Ειρήνη να τυφλώσει το γιό της, ούτε ο πάπας Βοργίας να δηλητηριάζει αντιπάλους με τη θεία κοινωνία.

Νομίζω πως ο Δ. Φύσσας με την καλαίσθητη, σύντομη και προσιτή στον μέσο φιλαναγνώστη εργασία του, κάνει μια μεγάλη προσφορά φέρνοντάς μας σε επαφή με την πάντα επίκαιρη σκέψη ενός ευφυέστατου, σαρκαστικού, καλλιεργημένου και τολμηρού Νεοέλληνα, που τα κείμενά του θα έπρεπε να διδάσκονταν στα σχολειά μας, ως καταλύτης ανάπτυξης μιας νέας δημιουργικής κριτικής σκέψης των αυριανών πολιτών, αναγκαία προϋπόθεση μιας καλύτερης και λιγότερο υποκριτικής και ανόητης κοινωνίας.

*

©Κ.Π.Δ.