Ο Brendan Gill για την Ντόροθυ Πάρκερ και το έργο της -μτφρ. Ασημίνα Λαμπράκου

 
(πρόλογος στον τόμο:
Dorothy Parker: The Collected – Dorothy Parker
Modern Classics, Penguin)

I

Υπάρχουν συγγραφείς που ξεχνιούνται από τον κόσμο πολύ πριν πεθάνουν, και αν αυτό κάποιες φορές πρόκειται για επιλογή, πιο συχνά είναι ένας «θάνατος» που επιβάλλεται από άλλους και δεν είναι εύκολο να το αντιμετωπίσεις. Ένας συγγραφέας απολαμβάνει μια δημοτικότητα, και, όταν αυτή περάσει, είτε συναινεί να υπομείνει την αφάνεια στην οποία αναγκάστηκε, είτε προσπαθεί σκληρά κόντρα σε αυτό επί ματαίω, με μια πικρία που τείνει να αυξάνει όσο οι δυνάμεις του ελαττώνονται. Άσχετα με το πόσο καλά ή άσχημα συμπεριφέρεται, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Εάν το έργο έχει κάποια ποιότητα, διασώζεται και μετά το πέρασμα της δημοσιότητας, αλλά ο δημιουργός δεν απολαμβάνει πλέον αναγνώριση. Ακόμη κι αν συνεχίζει να γράφει, αντιμετωπίζει την κόλαση ενός μισοξεχασμένου, και οι σημειώσεις της  «αναγγελίας τού θανάτου του», διαβάζονται με μια επιπόλαια, απερίσκεπτη δυσπιστία: ποιός θα μάντευε πώς ο κουρελιάρης γερολογάς παραμυθιών το έκρυβε μέσα του να εμμένει τόσο άγρια; τι στον κόσμο περιμένει; ελπίζοντας σε τι; τρέμοντας;

Μια ζωή που παρατείνεται ως τον θάνατο, είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό στην περίπτωση των συγγραφέων που αποκτούν κάποια φήμη στη νεότητα και κατόπιν ζουν ως τα γεράματα. Είναι περισσότερο από όλα ενδιαφέρον, στην περίπτωση νεαρών συγγραφέων των οποίων το θέμα είναι η ευχαρίστηση του θανάτου, και για τους οποίους, στα μάτια του κόσμου μετράει ως προδοσία των θεμάτων τους, όταν τους παρατηρούν να έχουν προσκολληθεί πολύ περισσότερο εμμονικά στη ζωή από ότι οι πιο ευτυχείς σύγχρονοί τους κατάφεραν να κάνουν. Η καριέρα της Ντόροθι Πάρκερ, ήταν τέτοιας φύσεως. Απόλαυσε μια δημοτικότητα νωρίς που έσβησε αφήνοντας το έργο της να κριθεί στην αξία του, και, επειδή το θέμα ενός μεγάλου μέρους των ποιημάτων της ήταν η γοητεία μιας άκρατης, ζωηρής αυτοκαταστροφής, πολύς κόσμος έμεινε κατάπληκτος να διαβάσει για τον θάνατό της από φυσικά αίτια, το 1967, μια γηραιά κυρία εβδομήντα τριών ετών. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, έμοιαζε σε αυτούς ένα αργό τέλος, και, από κάποια ειρωνεία, που υπήρξε μια από τις κύριες παρακαταθήκες της κυρίας Πάρκερ στην τέχνη, η ίδια θα ήταν η πρώτη που θα συμφωνούσε μαζί τους. Της πήρε υπερβολικά πολύ χρόνο να αφήσει έναν κόσμο που πάντοτε ισχυριζόταν πως διατηρούσε χαμηλή εκτίμηση γι’ αυτόν. Οι σύζυγοί της, οι εραστές της και οι περισσότεροι από τους φίλους της, προηγήθηκαν αυτής: για ένα άτομο που καυχιόταν ότι ερωτοτροπεί με τον θάνατο, εκείνη αποδείχτηκε το χειρότερο πειραχτήρι – ένα ατελείωτο φλερτ από εκείνο το είδος που, η ίδια αυτή, θα είχε άγρια ειρωνευτεί στα τριάντα της σε μια παράγραφο.

Παίζονταν βεβαίως, περισσότερα από την απροθυμία της να κρατήσει παλιές υποσχέσεις που δόθηκαν μέσα στα ποιήματα. Το χάσμα ανάμεσα στη ζωή και το έργο της, αυξανόταν πολύ. Γεγονός ήταν πώς, όπως ωρίμαζε, έμοιαζε ανίκανη να αγαπήσει είτε τη ζωή είτε το θάνατο· αρνιόταν να πάρει θέση. Ήταν σα να έχει προσκολληθεί, όχι βίαια ή σκληρά, αλλά επειδή είχε χάσει και το ελάχιστο στοιχείο βούλησης που απαιτείται να εγκαταλείψει. Είχε δόξα και, για μεγάλες περιόδους στο Χόλλυγουντ, πάρα πολλά έσοδα. Θα έλεγε κανείς πως είχε κάθε ευκαιρία να  ξεδιπλώσει το ταλέντο της, και τώρα ζούσε  μόνη, με έναν άθλιο μικρό, πορτιέρη σκύλο, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Μανχάταν και περίμενε τίποτε, και ήλπιζε τίποτε, και τελείωνε τη μέρα της αρκετά συχνά με ένα μπουκάλι. Είχε κουραστεί να πίνει στη νεότητα της και, με το πέρασμα της ηλικίας, δεν θα μπορούσες να περιμένεις να βελτιωθεί· οι ευκαιρίες για ποτό δεν ήταν χαρωπές. Επιπλέον, δεν είχαν απομείνει ταιριαστοί σύντροφοι να χαλάνε τον κόσμο μαζί.(1) Κανένας ασύγκριτα χαρωπός Μπέντσλεϋ να φλυαρήσει ανόητα μαζί του, κανείς Χέμινγουεϊ να λατρευτεί σαν ήρωας. Ακόμη κι αν υπήρχαν, θα έβρισκε σίγουρα τρόπους να τους ακυρώνει. Νωρίς στη ζωή της ανέπτυξε μια ισχυρή κλίση να κόβει δεσμούς με φίλους· στον γεννημένο ευφυολόγο, το να αρθρώνει την ίδια παράξενη λέξη πολλές φορές, είναι η τελευταία διάθεση που στερεύει.

Η κ Πάρκερ υπήρξε μια συγγραφέας που, οι θαρραλέες και οξείες, με σαφήνεια εκφράσεις της, τρομοκράτησαν και θαυμάστηκαν πολύ, και ήταν λυπηρό το ότι θα έπρεπε να κάνει ένα τόσο άσχημο φινάλε· ποτέ δεν ήταν σε τέτοια σύγχυση ώστε να μην το δει και να ζητήσει συγγνώμη γι’ αυτό. Σύμφωνα με τα αρχικά της στάνταρ, αυτό που υποσχόταν να διαπράξει – τι, ειλικρινά, ήταν αδύνατο να μην διαπράξει – ήταν ένα ασυγχώρητο κοινωνικά και αισθητικά χονδροειδές σφάλμα: εξελισσόταν σε έναν μουσαφίρη ο οποίος γνώριζε ότι είχε εξαντλήσει το καλωσόρισμα και που όμως, δεν κάνει καμιά προσπάθεια να πακετάρει τα πράγματά του και να αποχωρίσει.

(συνεχίζεται την άλλη Δευτέρα 22 Οκτωβρίου)

Μετάφραση ©Ασημίνα Λαμπράκου