Alberto Moravia, Ο κονφορμίστας

Μτφρ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΣ, εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 2026 Σελ. 496

Ένα σπουδαίο πολιτικό θρίλερ, γεμάτο υποβλητικό αισθησιασμό· ένα αριστοτεχνικό ψυχογράφημα.

Τα βαθιά κρυμμένα μυστικά και η σιωπή είναι δεύτερη φύση για τον Μαρτσέλο Κλέριτσι, τον κεντρικό χαρακτήρα του «Κονφορμίστα», ενός από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα του Αλμπέρτο Μοράβια, το οποίο ενέπνευσε την ομώνυμη εμβληματική ταινία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι (1970). Συνεχίστε την ανάγνωση του «Alberto Moravia, Ο κονφορμίστας»

Mary Webb, Αποχαιρετισμός στην ομορφιά  ―μετάφραση Ασημίνα Λαμπράκου

«το είναι τους είναι για να γίνονται αντιληπτά» BERKELEY

Λαβούρνο, το χρυσαφένιο σου ξέσπασμα άφησε κάτω
—–ν’ απλωθεί!
Των μπουμπουκιών σου το γκρίζο καβούκι άφησε για μένα
—–ν’ ανοιχτεί –
Σύντομα θα φεύγω για ’κεί όπου το χρυσό ποτέ δεν θα ιδωθεί,
Και ποιος άραγε μαζί σου θα ’ναι, όπως εγώ έχω βρεθεί;

Βιάσου, ω πουλί ασημένιο, με τα κελαηδίσματά σου
—–τ’ αργυρά! Συνεχίστε την ανάγνωση του «Mary Webb, Αποχαιρετισμός στην ομορφιά  ―μετάφραση Ασημίνα Λαμπράκου»

Ανθολογία, Το σημάδι του θηρίου και άλλες ιστορίες αποικιοκρατικού τρόμου

Ανθολόγηση-Μετάφραση-Επίμετρο: Δημήτρης Λογοθέτης ―από τις εκδόσεις Μάγμα, σελ. 224

Παρουσίαση

Οι έξι ιστορίες που απαρτίζουν τούτη την ανθολογία εξερευνούν τους σκοτεινούς πλόες του αποικιοκρατικού τρόμου, οδηγώντας τα βήματα του αναγνώστη στα πέρατα της οικουμένης: από τις Βρετανικές Ινδίες, με τις αυστηρές αποικιακές δομές και τους ζωόμορφους θεούς τιμωρούς, μέχρι τη Μαύρη Ήπειρο των εξερευνητών και των δουλεμπόρων από τις Δανικές Δυτικές Ινδίες, όπου το διεθνές εμπόριο και η σκλαβιά διασταυρώνονται με τις παραδόσεις της αφρικανικής διασποράς, ως τον μετεμφυλιακό Αμερικανικό Νότο, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανθολογία, Το σημάδι του θηρίου και άλλες ιστορίες αποικιοκρατικού τρόμου»

J. M. Coetzee, Η ελπίδα και άλλες ιστορίες ―κυκλοφορεί

Από τις εκδόσεις Διόπτρα, μτφρ., Χριστίνα Σωτηροπούλου
Οκτώ ιστορίες γραμμένες με τη μαεστρία του νομπελίστα J. M. Coetzee. Οκτώ ιστορίες για την αγάπη, τον θάνατο, τα γηρατειά, τη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους, τα ζώα, τον κόσμο. Τα διηγήματα, σε κάποια από τα οποία οι αφοσιωμένοι αναγνώστες του J. M. Coetzee θα αναγνωρίσουν μια αγαπημένη ηρωίδα του, την Ελίζαμπεθ Κοστέλο, εκπλήσσουν με την ικανότητά τους να μας αναστατώνουν και να μας κάνουν να συλλογιστούμε τις προκλήσεις που μοιραζόμαστε και οι οποίες υπερβαίνουν το ατομικό. Ένα σκυλί που γαβγίζει σε μια καγκελόπορτα, μια ερωτική απιστία, μια γυναίκα που θέλει να γεράσει με τον δικό της τρόπο – καθένα από τα οκτώ διηγήματα μας ανατοποθετεί μπροστά στη δική μας πραγματικότητα. Κι όλα μαζί μας προτείνουν να ξανασκεφτούμε τις συνέπειες των καθημερινών μας αποφάσεων, την ηθική της σχέσης μας με τον κόσμο, την ικανότητά μας να κατανοούμε άλλα πλάσματα και να συνυπάρχουμε μαζί τους με υπευθυνότητα. (Από τον εκδότη)

Συνεχίστε την ανάγνωση του «J. M. Coetzee, Η ελπίδα και άλλες ιστορίες ―κυκλοφορεί»

Ιρανές ποιήτριες, γυμνές σαν μαχαίρια ―από την Γεωργία Κανελλοπούλου

“γυμνή σαν μαχαίρι που αιμορραγεί. γυμνή μπροστά σου σαν το απαγορευμένο ποίημα που διαβάζεις”*

Φατμέ Εχτεσάρι, ποιήτρια, ιρανή, 1986 – . Καταδικάστηκε σε 11,5 χρόνια φυλάκιση και 99 μαστιγώματα για εγκλήματα κατά της ιρανικής κυβέρνησης, ανήθικη συμπεριφορά και βλασφημία, επειδή στεκόταν δίπλα σε έναν άντρα σε μια φωτογραφία. Κατάφερε να διαφύγει παράνομα και από το 2017 ζει στο Λιλεχάμερ της Νορβηγίας υπό την προστασία του δικτύου ICORN. Είναι σημαντικό μέλος της ιρανικής αντίστασης κατά του θεοκρατικού καθεστώτος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιρανές ποιήτριες, γυμνές σαν μαχαίρια ―από την Γεωργία Κανελλοπούλου»

Κυριακή Βυρίνη, Τρία φρούτα για μια φέτα ήλιου

ΤΡΙΑ ΦΡΟΥΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΕΤΑ ΗΛΙΟΥ
(παραλλαγές σ’ έναν στίχο)
Three Fruits for a Slice of Sun
(variations on a verse)

Εισαγωγή
Τα τρία ποιήματα που ακολουθούν κινούνται γύρω από έναν κοινό πυρήνα εικόνων: ένα μούσμουλο κι ένα κεράσι — μικρά, καθημερινά δώρα που μετατρέπονται σε αισθητηριακές ρωγμές του χρόνου. Από τη λυρική ανάμνηση της παιδικής κλοπής του φωτός, στη σκληρότητα του παζαριού του κόσμου και τέλος στη σιωπηλή, οικιακή στιγμή ενός πρωινού, το μοτίβο επιστρέφει κάθε φορά σαν απόηχος: το απλό πράγμα που κρατά μέσα του αναπάντεχη ευτυχία.

Σ’ αυτές τις παραλλαγές, η πράξη της γεύσης, της αφής, της προσφοράς γίνεται τρόπος να δοκιμαστεί το βάρος και η τιμή — όχι μόνο της γλύκας, αλλά και της καθημερινότητας όπου αυτή γεννιέται. Τα ποιήματα συνομιλούν μεταξύ τους όπως τρεις σκιές ενός ίδιου φωτός, μεταφέροντας την ιδέα ότι ακόμη και μέσα σε κόπο, σκόνη ή ειδήσεις που βαραίνουν, κάτι μικρό μπορεί να επιστρέφει το αίσθημα της ημέρας στον άνθρωπο.

I. Λυρικό – τα παιδιά που κλέβουν το φως

Του καλοκαιριού η αυλή
όπου ξεχασμένα τα φρούτα ωριμάζουν·
ο ήλιος σκιές μετρά
και τα παιδιά που κάποτε ήμασταν
τις κλέβουν
Ένα ώριμο μούσμουλο, ένα κεράσι φροντισμένο —
λέξεις από θόρυβο γυμνές,
δάχτυλα που ακουμπούν το φως
πριν σβήσει
Η αγάπη θυμάμαι
ήταν πάντα κάτι που
στα χείλη μαλάκωνε
λίγο προτού χαλάσει

I. Lyrical — the children who steal the light

The courtyard of summer,
where forgotten fruits ripen;
the sun counts shadows,
and the children we once were
still steal them.
A ripe loquat, a tended cherry —
words stripped of noise,
fingers brushing the light
before it fades.
I remember:
love was always something
that softened on the lips,
just before it spoils.

✳︎

II. Υπαρξιακό / Κοινωνικό – στου κόσμου το παζάρι

Στου κόσμου το παζάρι —
βλέμματα όλα τα ζυγίζουν
Ο ήλιος ψήνει τη φτώχεια
σε τελάρα πλαστικά·
κι ο έρωτας, όταν περισσεύει,
στο τέλος πουλιέται της ημέρας
φρούτο που ντύθηκε η σκόνη
Ένα ώριμο μούσμουλο, ένα κεράσι φροντισμένο —
λαιμός γυναίκας που περίμενε,
ιδρώτας άντρα που δεν τόλμησε
γιατί λησμόνησε πώς
η γλύκα τιμή έχει
Μα όταν στο σπίτι επιστρέφω
αυτό — κι ας άδεια τα χέρια,
κι ας χώμα ακόμη φορτωμένα
κι ήλιο —
κάπως, ελπίδα φέρει.

II. Existential / Social

In the market of the world,
eyes that weigh everything.
The sun bakes poverty
in plastic crates;
and love, when it’s left over,
is sold at day’s end —
fruit touched by dust.
A ripe loquat, a tended cherry —
the neck of a waiting woman,
the sweat of a man who dared not,
for he forgot that
sweetness, too, has honor.
Yet, when I’m back at home,
though my hands are empty,
still heavy with soil
and sun —
somehow, it feels like hope.

✳︎

III. Ρεαλιστικό / Καθημερινό – δώρο πρωινού

πρωί και
λοξά στον νεροχύτη μπαίνει ο ήλιος,
τις μέρες που πέρασαν μετράει
στον πάγκο, το ψωμί,
δίπλα
ένα ώριμο μούσμουλο, ένα κεράσι φροντισμένο —
δώρο γειτόνισσας,
σ’ ένα κομμάτι εφημερίδας τυλιγμένα
τ’ αγγίζω· το δάχτυλο κολλάει
μια στιγμή μόνο,
πριν η μέρα ξανά
στα «πρέπει» να βουλιάξει.
στο ραδιόφωνο πολιτικοί,
καύσωνες, χρηματισμοί, πολέμοι —
αλλ’ εγώ το φως κοιτάζω πώς γλιστρά
πάνω στου μούσμουλου τη φλούδα.
άραγε χωρά
η ευτυχία όλη του κόσμου
σε δυο φρούτα —
δώρο κερδισμένο
ένα πρωινό;

III. Realistic / Everyday — morning gift

Morning —
and the sun slants into the sink,
counting the days gone by.
On the counter, bread;
beside it,
a ripe loquat, a tended cherry —
a neighbour’s gift,
wrapped in a piece of newspaper.
I touch them; my finger sticks.
A moment only,
before the day sinks again
into its “musts.”
On the radio: politicians,
heatwaves, markets, wars —
but I stand watching the light
slip over the loquat’s skin.
I wonder — could it be
that all the world’s happiness
would fit
into two fruits —
a hard-won gift
of a morning?

✳︎

©Κυριακή Βυρίνη

φωτο: Στράτος Φουντούλης

✳︎

Μαίρη Γουέμπ, Νοέμβρης ―μετάφραση Ασημίνα Λαμπράκου

Μαίρη Γουέμπ, Νοέμβρης

Στη φίλη Γεωργία Νόνα η μετάφραση
Ότι εκείνη με συνέδεσε με το έργο της Mary Webb

Όταν ψυχρές ομίχλες στον χαρωπό μου τον κήπο ευδοκιμούν
Κι άνθη από τούτα τα δέντρα πέφτουν, τα χρυσά·
Όταν στους ψεύτικα χρωματισμένους ουρανούς του πρωινού
Γλυκά πουλιά δεν κελαηδούνε πια·
Όταν πεθαίνει η μουσική, σκοτεινό το χρώμα θολώνει,
Και μ’ έναν λυγμό το γέλιο γλιστρά, αστοχεί·
Όταν όλη των ονείρων μου η παρέα, γαλήνια και ζωηρή, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαίρη Γουέμπ, Νοέμβρης ―μετάφραση Ασημίνα Λαμπράκου»

Ambrose Bierce, Ένας αγώνας που δεν τελείωσε ποτέ

Ο Τζέιμς Μπερν Γουόρσον ήταν υποδηματοποιός και ζούσε στο Λίμινγκτον του Γουόρκσιαα της Αγγλίας. Είχε ένα μικρό κατάστημα σε μία από τις παρόδους που οδηγούσαν στο Γουόρκ. Στους ταπεινούς του κύκλους θεωρούνταν έντιμος άνθρωπος, αν και, όπως και πολλοί άλλοι της τάξης του στις αγγλικές πόλεις, ήταν κάπως εθισμένος στπ ποτό. Όταν έπινε, έβαζε ανόητα στοιχήματα. Σε μία από αυτές τις πολύ συχνές περιπτώσεις, καυχιόταν για τις ικανότητές του στο βάδισμα και το τρέξιμο, και το αποτέλεσμα ήταν ένας αγώνας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ambrose Bierce, Ένας αγώνας που δεν τελείωσε ποτέ»