Περιηγήσεις Ναυτίλου, Το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ -1 [2014]

Αρχείο 29.5.2014

Εκδ. Εξάντας, μτφ. Κώστας Κουντούρης.

Για να γράψει κανείς για το Κουτσό του Κορτάσαρ πρέπει να το ξαναδιαβάσει. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Ναμπόκωφ, ο ιδανικός αναγνώστης είναι αυτός που ξαναδιαβάζει (the rereader)… Στην περίπτωση του Κορτάσαρ η δεύτερη ανάγνωση είναι απαραίτητη. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν έχω αποφασίσει μέχρι σήμερα να γράψω για το σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα. Η δεύτερη ανάγνωση έχει ήδη αρχίσει και ακολουθεί ένα διαφορετικό δρόμο από αυτούς που προτείνει ο συγγραφέας… Στόχος μου είναι το κουτσό, το “παιδικό” παιχνίδι που οδηγεί από τη γη (tierra) στον ουρανό (cielo), παρέα με τον Χούλιο, τον Οράσιο και τον Μορέλι. Στην ανάγνωση αυτή θα χρησιμοποιήσω και τα παρακάτω βιβλία, όλοι οι οδηγοί ευπρόσδεκτοι. Στο κάτω-κάτω ουρανός είναι αυτός, δεν φτάνεις τόσο εύκολα εκεί πάνω…

1. ”Julio Cortázar”, συλλογή κριτικών άρθρων για το έργο του συγγραφέα από τον Χάρολντ Μπλουμ. Chelsea House, Philadelphia, 2005. Τα άρθρα που αφιερώνονται, είτε εν μέρει, είτε πλήρως, στο Κουτσό είναι τα ακόλουθα: Jaime Alazraki: Toward the Last Square of the Hopscotch, Gordana Yovanovich: An interpretation of Rayuela based on the character Web, Mario Vargas Llosa: The trumpet of Deya.

2. “Understanding Cortázar”, του Peter Standish, South Carolina Press, 2001.

3. “Julio Cortázar, New Readings” , συλλογή κριτικών άρθρων για το έργο του συγγραφέα από τον Carlos Alonso, Cambridge University Press, 1998.

4. “The novels of Julio Cortázar” του Steven Boldy. Cambridge University Press, 1980.

5. “Corτázar, De tous les côtés”, La Licorne, 2002. Μια εξαιρετική έκδοση του Πανεπιστημίου του Poitiers, αφιερωμένη στη ζωή και στο έργο του συγγραφέα. Η έκδοση έχει την επιμέλεια του Joaquin Manzi. Ουσιαστικά το La Licorne είναι περιοδικό, που από το 2003 πέρασε στις εκδόσεις: Presses Universitaires de Rennes.

Το Κουτσό το διάβασα παράλληλα με την γαλλική έκδοση “Marelle” μεταφρασμένη από την Laure Guille Bataillon (που είχε την αρωγή του ίδιου του Κορτάσαρ) και από την Francoise Rosset (για τα δοκιμιακά μέρη). Πού και πού έριχνα και καμιά ματιά στο ισπανικό κείμενο (στα ωραία σημεία και όπου υπήρχε κάποια αμφιβολία για τη μετάφραση). H μετάφραση του Κώστα Κουντούρη μου φάνηκε εξαιρετική, σε μερικά μάλιστα κεφάλαια αριστουργηματική! Η έκδοση ωστόσο του Εξάντα χρήζει κάποιας επιμέλειας. Υπάρχουν πολλά τυπογραφικά σφάλματα, όχι μόνο ορθογραφικά αλλά και ουσιαστικά (π.χ. “κουφή μεταμέλεια” αντί “κρυφή”), υπάρχουν κάποιες μικροπαραλείψεις (άνευ όμως ιδιαίτερης βαρύτητας) και κάποια αποσπάσματα ή φράσεις που είναι σε άλλες γλώσσες, πλην των ισπανικών (αγγλικά, γαλλικά ή λατινικά), και ο μεταφραστής συχνά τις μεταφέρει στα ελληνικά, αντί να τις αφήσει ως έχουν και να τις μεταφράσει (αν θεωρεί απαραίτητο) σε υποσημείωση.

Θα τελειώσω με δύο από τα ποιητικότερα αποσπάσματα του βιβλίου. Το πρώτο είναι από το κεφάλαιο 7 και το δεύτερο από το κεφάλαιο 68. Ειδικά σε αυτό το δεύτερο κεφάλαιο φαίνονται οι δυνατότητες του Κουντούρη. Εδώ δεν πρόκειται για απλή μετάφραση ή απόδοση, αλλά για μεταφραστική δημιουργία! Το απόσπασμα είναι γραμμένο στα γλίγλικα, την παιχνιδιάρικη γλώσσα που είχαν επινοήσει και χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους δύο από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, ο Ολιβέιρα και η Μάγα. Παρακαλώ διαβάστε το δυνατά και στη συνέχεια βρείτε στο youtube τον ίδιο τον Κορτάσαρ να το διαβάζει στη γλώσσα του με μια προφορά που “γαλλοφέρνει” (και το έβδομο κεφάλαιο είναι διαθέσιμο στο youtube).

“Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του στόματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.
Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή. Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά. Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μʼ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος. Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω νʼ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό”.

“Μόλις της μυρμοίλιζε το σγρόμπλι, ένιωθε την κλιμαθρίδα της να σφαλίζει και έπεφταν σε υδροπλήξεις, σε άγρια ξεχαρβαλώματα, σε απελπιστικές διελθυστήσεις. Κάθε φορά που έκανε να ξαναθλίψει το αρμάλι της, έμπλεχε σ’ ένα ερίγμυλο φρίκυσμα και έπρεπε να ενηδύσει το άρνημα, νιώθοντας λίγο λίγο τις πλυχές να μαρμογαλιάζουν, να συνομελδώνουν, να αναγλυκώνονται, ώσπου σπάργωναν σαν την τριοιστρική εργομανίνη όταν αφήσεις να πέσουν πάνω της μερικές ραλτσίδες θρωπιοκυσθόλης. Αυτή όμως ήταν μόνο η αρχή, γιατί ερχόταν μια στιγμή που εκείνη σφύστριβε τ’ αργούλια της και τον άφηνε να συρμώσει το ορφελίνι του. Μόλις όμως και συφουρφούλιαζαν, κάτι σαν ολολύχορδο τους διακορύφωνε, τους υπερδούκλωνε, τους παρόνρυζε και με μιας έφτανε ο αποτυφλώνας, οι λυσσόγοοι σχυσμοί της ύστριας, η ασμαινόπνοη στοματοποντή, τα σπροοίμια του αλίσπασμου μέσα σε μια μουσκιγρονική αγώπαυση. Ευοί! Ευοί! Αιωροβολεμένοι στην κορφή της μελαμφθονίας, ένιωθαν εξωκλυδωνισμένοι, μαργαρωμένοι, ξεμελεδιασμένοι. Το σκρόφι έτρεμε, οι φτεροπλήμμες είχαν κοπάσει, τα πάντα περιέληγαν σ’ ένα βαθύ κρημνολόφι, σε άργαυλους από ασημοδιάφωνες γάζες, σε τρύφλια σχεδόν βάναυσα που τους ορθοδυνούσαν ως τα μνύχια της γραφής τους”.

vintage_under2

Σημειώσεις: Ο Κορτάσαρ έγραψε τέσσερα μυθιστορήματα. Από αυτά έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα μας τα τρία: Τα Βραβεία, Το Κουτσό και Το βιβλίο του Μανουέλ. Το τρίτο στη σειρά μυθιστόρημα (“62. Modelo para armar”), ίσως και το πιο δύσκολο, παραμένει αμετάφραστο.[…]

[πηγή]

Στη φωτογραφία, ο Κορτάσαρ με την τρίτη γυναίκα της ζωής του, Κάρολ Ντάνλοπ.

Το 2ο μέρος θα δημοσιευτεί στις 27 Ιουνίου

favicon