Νάσος Αθανασίου, “Δέντρο έμεινε που είχε γδυθεί τα φύλλα του” -ποίηση [2014]

Αρχείο 2.5.2014

fav-3

Διαφορά ηλικίας

Ο ίσκιος του δέντρου κουκούλωνε την πέτρα
και όλο το ανοιχτό της πεδίο.
Μάταια τα μάτια της πάλευαν να ξεσυνορέψουν.

Δέντρο ήταν, δεν είχε υπόσταση
και εκείνη επέμενε κουκουλωμένη να υποθέτει
πως επρόκειτο για καμουφλαρισμένο σώμα
μεσόκοπου άνδρα γύρω στα 52, με κασμίρ παντελόνι και γραβάτα δεμένη περιποιητικά,
από τελειώματα κόκκινων ακροβολιών και αφών.
Ούτε ένα χάδι δε στερήθηκε σε κάθε τέλειωμα.
Έδειχνε τόσο ψηλός άλλωστε.

Δεν τον ξεχώριζε αν και ήταν σχεδόν αντικριστά
που θα μπορούσε να καταλάβει νωρίτερα τι ήταν αυτό που την κρύωνε.
Την εμπόδιζαν όμως οι κενές άχρωμες άκρες της
και τα καλογυαλισμένα του πατούμενα.
Το πάλεψε αλλά την αποπήρε το μυτερό του ξύλο.
Την φόβιζε κι η διαφορά ύψους.

Το μαύρο του αδράχτι, παράδοξα, είχε αρχίσει να την ζεσταίνει
και έπαψε να παραπονιέται.
Άφησε τον ξεχωρισμό για το σούρουπο.
Ζούσε ένα διαχρονικό καταμεσήμερο και θάρρευε σιγά σιγά να τον κοιτά κατάματα.
Απόρρησε γιατί σε Προκρούστιες τακτικές πιστεύουν μόνο οι έμβιοι. Κατά βάθος δεν απόρρησε ποτέ.

Πραγματιστική και ακλόνητη.
Πέτρα είναι, δεν πίστευε σε θαύματα.
Το πολύ πολύ σε ρίψεις.
Αυτόφωτες όλες, εκτρώσεις άνευ καλής θέλησης.

Ξεμπερδεύοταν ανακουφιστικά κι η ίδια και η μέρα.
Ενώ ο ίσκιος παραδινόταν στο δίδυμο του σκοτάδι
εκείνη κρυφογέλαγε για τα αποκαλυπτήρια
του προσωπίου και ιδιότητας του άνδρα.
Αποφασισμένη πια να κοιτάξει το καναβάτσο
ολόγυρα, αυτοδημιουργικά και εκδικητικά έβηξε εις διπλούν..
επιδεικτικά.
Θα καινοτομούσε το γήρας του,
σκέφτηκε.

Καλά εκπαιδευμένη στο να γυρνάει το βλέμμα απότομα
τον κοιτάζει.
Δέντρο έμεινε που είχε γδυθεί τα φύλλα του
και από πάνω του ένα σύννεφο, σε σχήμα προστάτη, υπαίτιο της σκιάς.
Θα οριστεί δικάσιμος.

Αντίδικοι:
Ανεκπαίδευτη-ετερόφωτη.
Φυλλοβόλος-νέος.

fav-3
θα κάνουμε έρωτα
μία τελευταία φορά.

Πνεύμονες ατροφικοί
αιμάτωση καρδιάς ανεπαρκής
‘Ενα λευκό σεντόνι γύριζε πίσω το ουρλιαχτό του και τον παρέμενε σε κώμα
Δυσάκουστο, σαν παρακάλι τραυλής προσευχής
Με φταίχτες τις ζωτικές του συνδέσεις και τα ψήγματα δροσιάς
ονειρευόταν μες στο κατακαλόκαιρο βρεγμένα στέγαστρα.

Την κούρα ανέλαβε μία κομπογιαννίτισσα γιατρέσσα
αποκλειστική!

Ανοσοθεραπεία ζωής, το όλο και λιγότερο,
μα με παρεμπόριο ενέσιμων αντιβιοτικών κάθε τρύπημα της
κι ένα τράνταγμα μνήμης.

Το μετεγχειρητικό σοκ του ασθενούς πρόσταζε συντήρηση;
Η αγωγή συμφωνούσε
Η ίαση όχι

Ζυγώνοντας στη ντουλάπα αντίκρισε ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα
περπατημένα σε ευθυτενείς εξόδους της από νοσοκομεία
κάμποσα απορρυπαντικά για τα παλιά της δωσίματα
και έναν φορητό απινιδωτή να του ανανήπτει τα θάρρητα

Η γύμνια του πίκαρε την προσοχή της

Και εκείνος, απ ΄ άλλη στόφα
παρέλυε
στην εκ φύσεως θλιμμένη όψη στο βλέμμα των ανθρώπων.
Στους κλέφτες χατηριών,
γενίκευε

Σαββατιάτικα εξιτήρια δεν έδιναν
έψαχνε όμως μια ταύτιση για τη μέρα που γεννήθηκε
Υποβασταζόμενος, την ακολούθησε μέχρι την έξοδο
αλλά παρά ήταν σαθρό το δεκανίκι για το αγνοήσει
πόσο μάλλον για να στηριχτεί

Μία παρ’ ολίγο μολυσμένη μετάγγιση
έσπασε την κρούστα των δερμάτων τους
Την παρακάλεσαν να ξαναμπεί στην κλινική
Το επόμενο Σάββατο είχε επισκεπτήριο

fav-3

Το 2

Πάνω στην κάλμα μου
καβάτζωνανε κανά δυό τεχνητές ανάσες
να μετράνε πόσα πίσω βήματα κάνω το λεπτό
επισπεύδοντας την όποια αργοπορία,
σπάγανε το συρίγγιο στον ουρανίσκο μου
– που μεθοδικά είχανε φυτρώσει με φρουτόκρεμες-
να πίνω απ’ το αίμα μου να σκληρύνω
και “πλένανε” προσεχτικά τα χέρια τους με άβγαλτα τα γάντια
ενώ όταν βράχνιαζα από απόγνωση
φέρνανε δυό λεμόνια για τόνωση του ανοσοποιητικού
μαζί μ΄ ένα συνταγογραφούμενο κοκτέηλ ζάναξ και απενοχοποίησης για διαύγεια,
έπειτα ξαπλώνανε φαρδιά πλατιά αφού ήλεγχαν ενδελεχώς κλειδωνιές και παραθύρια
δίχως να φωνάξουν τη σήμανση
δεν αντιδρούσα μόνο χόρευα
να τινάξω τις βδέλες των δυό εαυτών από πάνω μου
μετά κοιμόμουν γαλήνιος
και μεθυσμένος εις υγείαν των φυλάκων,
και έτσι με μαντρώσανε,
για τιμωρία όχι, μα δήθεν για έπαινο καμαρωτά φωνάζανε
και μου φορτώσανε
δύο ασανσέρ, στις δύο μου πλάτες
με οδηγούς δύο μέρμυγκες
φορτία να κατεβάζω
σε δυό πυθμένες κάλπηδες που ικετεύανε
σα ναυαγός,
το κουρασμένο μου σκαρί τζογαριστό
απάνω τους να σπάσω
και άμμισθα να κουβαλάω καμπουρωτός τα βάρη αλλονών
και από το Xαραμόφαγος, ξάφνου, άρχισα στο Έκπτωτος να ακούω
όχι άγγελος ,γιατί ποτέ δεν πίστεψα πως το Καλό νικούσε
αφού μου μάθανε να αρκούμαι, απλά,
στην παύση του Κακού.
Και είναι που με ξεγέλασε το άτιμο το δείλι
που μπλέκει το ‘δω και το εκεί το πάνω και το κάτω
πως από αυτή τη φυλακή κρυφά μπορώ να φύγω
και στα στενά περάσματα μέσα του να χαθώ
και γέλαγα βαθιά σαν μου ‘λεγες
“τα δυό μου χέρια για σένανε φτερά μπορούν να γίνουν”
δεν ήξερα βλέπεις να διαβάζω τη νοηματική σου
και τόσα χρόνια δεν κούνησα ούτε σπιθαμή
γιατί άργησα να αντιληφθώ
πως και στο λευθέρωμα·
ναι, ακόμα και σ΄αυτό
χρειάζονται δυό.

fav-3

©Νάσος Αθανασίου
φωτο©Στράτος Φουντούλης “La Hulpe, part of…” 2013

favicon