Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre [12] -Blues Alley


Για τον Φρανκ
Για την Κράκυ

Το έργο είναι αφιερωμένο στον Φρανκ και την Κράκυ. Δυο πρόσωπα που ίσως να μην υπήρξαν ποτέ, που ίσως κάποτε να μας προσπέρασαν μες στην πόλη. Εκείνος είναι ένα παλιό ναυάγιο, χαμένος στο ποτό. Εκείνη, νιώθει ακόμη πως είναι νέα, πως είναι όμορφη. Η αλήθεια είναι σκληρή όμως για την Κράκυ. Το μακιγιάζ της είναι παλιό, τα μαλλιά της απεριποίητα, πάνω απ΄το βραδινό της φόρεμα απομεινάρι μιας παλιάς, ευτυχισμένης νύχτας φορά ένα βαρύ, ναυτικό παλτό. Καπνίζει, χάνει τα βήματά της. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να πιαστεί από κάτι. Όχι, όχι ο Φρανκ δεν θα μπορούσε τίποτε να της προσφέρει. Το ποτό τον έχει διαλύσει. Η Κράκυ τον μισεί και τον αγαπά. Είναι ολομόναχοι μες στην πόλη, ο κόσμος τους είναι πλασμένος μονάχα στη φαντασία τους. Στη σκηνή διάσπαρτες ανθρωπόμορφες κούκλες στραμμένες προς όλες τις κατευθύνσεις. Ανάμεσά τους η Κράκυ και ο Φρανκ. Από κάποιο μαγαζί φθάνει η φωνή της Εύας Κάσιντυ που τραγουδά για το φθινόπωρο. Η νύχτα είναι τρυφερή και σκληρή, περιέχει αίματα, την διατρέχουν δυο μοναχικές φλέβες ίσια ως την άκρη του κόσμου.

Ο χρόνος δεν έχει σημασία. Ο τόπος, η ζωγραφιά ενός ευτυχισμένου θεάτρου, γύρω και εντός του Φρανκ και της Κράκυ.

(Τα φώτα ανάβουν τρυφερά. Η Κράκυ διορθώνει το μικρό τσίγγινο φεγγάρι της σκηνής. Ο κόσμος θα μπορούσε λοιπόν να΄ναι ψεύτικος. Όλος ο κόσμος είναι αυτός ο δρόμος, εδώ, απόψε. Μιλά δίχως να κοιτά τον Φρανκ. Εκείνος είναι μόνο σκιά. Αργότερα η Κράκυ θα της μιλά, σαν να χει ανοίξει ένα μυστικό παράθυρο με μια ολόδική της θέα.)

ΚΡΑΚΥ:Σκέφτηκα πως οι δυο μας μπορούμε να φτιάξουμε ένα θέατρο. Τι λες Φρανκ; Ένα δικό μας θέατρο, με φρέσκα άγριων θηρίων και ένα ζωγραφισμένο λειβάδι ανεμώνες. Εγώ, εγώ το λέω γιατί ξέρω πόσο αγαπάς αυτή τη ζωή Φρανκ.

(τον πλησιάζει όλο έρωτα, απ΄τα χέρια της ακόμη σκορπά τη δροσιά. Τον κοιτά ίσια στα μάτια, όπως κάνουν οι άνθρωποι του δρόμου)

Πόσο μ΄αγαπάς Φρανκ; Δεν θα μου πεις;

(χαϊδεύει το πρόσωπό του, κομπιάζει, σαν ν΄αγγίζει κάτι που πεθαίνει.)

Μοιάζεις μ΄ένα μικρό πρίγκηπα, στο βάθος των 42 δρόμων, ξέρεις. Είσαι όμορφος Φρανκ, σαν να πρόκειται να πεθάνεις Φρανκ. Δεν θα πεθάνεις έτσι δεν είναι;

(γελά δυνατά, κάτι συλλογίζεται και σταματά απότομα. Έπειτα βρίσκει την αυτοκυριαρχία της. Μιλά.)

Λοιπόν πρόσεξέ με.

(περιφέρεται στη σκηνή γυρεύοντας να κάνει πράξη όσα το ταραγμένο της μυαλό γεννά.)

Στο βάθος της σκηνής φέγγει η σκηνή ενός έρημου τσίρκου. Δυο σκιές, δυο φιγούρες μαρτυρούν τους τελευταίους διασκεδαστές αυτού του πλανόδιου θεάτρου που ξέφτισε για πάντα. Πρώτα μιλά το κορίτσι. Τα φώτα ανάβουν μονάχα στο πρόσωπό της.

(ξαφνικά εκτελεί με επιδεξιότητα μια απαιτητική, χορευτική φιγούρα)

Είναι συντρίμια και τ΄όνομά της ξανά και ξανά Κράκυ, σαν να γίνονται κομμάτια πολλά, ασήμαντα πράγματα. Κοιτάζει μ΄αφοπλιστικό θάρρος την πλατεία. Είναι ένα νεότατο κορίτσι, φορά τη στολή των ακροβατών και μοιάζει ολόκληρη με την υποστολή μιας εποχής. Το μακιγιάζ της είναι διαλυμένο, αν σταθεί λίγο ακόμη στο φως θ΄αποκαλυφθούν χάρτες μυστικοί.

(χαράζει με τα νύχια της το πρόσωπο.)

Η Κράκυ πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να σκορπίσει στον άνεμο. Όσα εξομολογείται πρόκειται για πάντα να μείνουν χαραγμένα εδώ, σ΄αυτή την σκηνή ανάμεσα σε πράγματα παράταιρα,

(απευθύνεται κάθε τόσο στις διάσπαρτες κούκλες)

όπως ένα παλιό ατελιέ, μια μηχανή παραγωγής ανέμου, το τσίγγινο αστέρι στην οροφή που προσπαθεί ν΄ανάψει εδώ και χρόνια, την αρχαία στολή της παντομίμα που περισσότερο μοιάζει με φουτουριστική, επισκοπική στολή.Το κορίτσι μιλά κεφάτα. Ας πούμε πως μιλά κάπως έτσι, έντάξει Φρανκ;Ας πούμε πως διηγείται μια τρομερά λυπητερή ιστορία.

(χορεύει για λίγο, δημιουργώντας καινούριους άξονες στη σκηνή)

Ο Φρανκ αποφυλακίστηκε σήμερα. Τα παιδιά έχουν σκορπίσει πια. Κανείς δεν τον περιμένει. Το κατάστημα ανοίγει τις πύλες του και ο Φράνκ χύνεται στην πόλη. Βαδίζει με δυσκολία, ανασαίνει με δυσκολία, ζει με δυσκολία. Η φυλακή ήταν μια λύση, ο Φρανκ μπορούσε να πεθάνει με αξιοπρέπεια εκεί. Όλοι τον αγαπούσαν. Έλεγαν, ο σακάτης Φρανκ και έβγαζαν τα καπέλα τους όταν περνούσε. Τώρα κανείς δεν του δίνει σημασία. Δείχνει τα χαρτιά του στους χωροφύλακες, εκείνοι γελούν,

(εκτελεί το παράγγελμα της προσοχής)

είσαι ένας σακάτης, του λένε, σε λίγο καιρό θα πεθάνεις, σε λίγο καιρό Φρανκ όλα θα είναι καλύτερα. Θα ΄χεις βρει ένα δωμάτιο και το στέκι σου θα ΄ναι ένα ζεστό ποτοπωλείο πάνω στην κεντρική λεωφόρο κάποιας πόλης, όποια πόλης θέλεις Φρανκ διάλεξε, όποιο νόημα, όποια σημασία θέλεις διάλεξε Φρανκ. Μονάχα κράτα γερά, είναι ήσυχα για σένα εκεί έξω, ω Φρανκ πόσες δεκαετίες κουβαλάς στις πλάτες σου, γέρικο δέντρο Φρανκ, αγαπημένε φίλε μου.

(του μιλά εμπιστευτικά, προδίδοντας το μυστικό με την κίνησή της)

Είναι ένα εστιατόριο κάπου στην λεωφόρο της Ανεξαρτησίας, κάπως κακόφημο και κάπως παρατημένο. Μαζεύει λογής κόσμο, κορίτσια σε δαμασκηνί φωτισμούς, κρυμένα πρόσωπα, εκμαγεία και πολλή θλίψη.

( ανάβουν στη σκηνή κόκκινα, θολά φώτα)

Το εστιατόριο μένει ανοιχτό ως το πρωί. Το ουίσκι είναι φτηνό Φρανκ, εδώ μπορείς να πιεις όσο θέλεις.

(τι παράξενους τρόπους βρίσκει κανείς για να διεγείρει το ενδιαφέρον ενός νεκρού)

Έξω βρέχει Φρανκ και κάνει τόση ησυχία γι΄αυτό μείνε εδώ και μην φοβάσαι Φρανκ, πιες, πιες ώσπου να μεθύσεις για τα καλά, να γίνεις κομμάτια Φρανκ. Και αν είσαι τυχερός ίσως πεθάνεις Φρανκ. Φρανκ;

τώρα σκοτάδι στη σκηνή, σαν ν΄αλλάζει κατεύθυνση μια ιστορία, σαν να γυρνούν ατέλειωτα μίλια από το φιλμ της νεότητας του αγίου Φρανκ. Οι σημαίες αργά διακρίνονται στο φως, ανεμίζουν σαν να πρόκειται για την ανακήρρυξη μιας απίθανης ανεξαρτησίας, σαν να μιλούμε με όρους ταραχής. Φρανκ, κράτα γερά λίγο ακόμη. Δεν έχεις φανταστεί τίποτε απ΄όλή αυτήν την ομορφιά. Δεν μπορείς ούτε να πιεις πια, άθλιε!

(τον χτυπά δυνατά, ο Φρανκ δεν αντιδρά, ακριβώς όπως κάνουν οι νεκροί. Τώρα παντού στη σκηνή προβάλλονται φιγούρες ακροβατών που διατρέχουν τη σκηνή. Αναρίθμητοι ακροβάτες, ξαφνικές διελεύσεις. Η Κράκυ μιλά γεμάτη ένταση.)

Οι εφημερίδες το έγραψαν στις τηλεγραφικές ειδήσεις. Ο Φρανκ, αυτό το αρχαίο δέντρο της 51ης πολιτείας βρέθηκε χθες αργά τη νύχτα κρεμασμένος στ΄αποχωρητήριο του εστιατορίου της λεωφόρου της ανεξαρτησίας.

Και όλοι έβγαλαν τα καπέλα τους, σαν να περνούσε τότε, εκεί ανάμεσά τους, ο Φράνκ.Το έργο τελειώνει κάπως έτσι.

Τώρα πρέπει να γελάσω με την καρδιά μου Φρανκ. Πιο δυνατά, πρέπει να συγκλονίσω την πλατεία. Πρέπει να με μισήσουν που γελώ με τον θάνατό σου. Συγχώρεσέ με Φρανκ, μα το κοινό είναι μια τόσο σκληρή υπόθεση, πρέπει να πειστεί πως Φρανκ, πέθανες πια. Πως σε βρήκαν εκείνο το πρωινό παγωμένο στις σκάλες του υπογείου, με τα λιγοστά σου υπάρχοντα Φρανκ, πως είχες επάνω σου τα χαρτιά της φυλακής, ετών 47, μελαχρινός άνδρας με πυκνά μαύρα μαλλιά,νεκρός ήδη από τις πρώτες, βραδινές ώρες. Μια χαμένη υπόθεση. Φρανκ. Αυτό μονάχα γνωρίζουμε γι΄αυτόν. Έτσι λοιπόν πρέπει να γράφει στο κοιμητήριο. Πρέπει να γράφει μονάχα Φρανκ. Που σημαίνει τόσα πολλά.

Το κορίτσι, στο μεταξύ συγκινείται, τα φώτα απ΄το πρόσωπό της σβήνουν, αργά επιστρέφει στο σκοτάδι. Και ο Φρανκ που μέχρι τότε σιωπά, τώρα ζωντανεύει σαν τις κούκλες των θεάτρων του δρόμου. Παίρνει τη θέση της εμπρός απ΄τη σκηνή του ξεφτισμένου παλκοσένικου.

(τον κοιτάζει απ΄την άλλη άκρη της σκηνή, η φωνή της ανάμεσα στις κούκλες της σκηνής.)

Παραδέξου το Φρανκ, κάπως έτσι φτιάχνονται οι μεγάλες παραστάσεις, κάπως έτσι γίνονται αλήθεια τα πιο ανθεκτικά τραγούδια. Έλα Φρανκ, δεν σ΄αφήνει το ποτό να ξεχωρίσεις λίγη απ΄την ομορφιά. Δεν θυμάμαι γιατί σ΄αγάπησα Φρανκ. Ας είναι, έλα μαζί μου.

(Ανάμεσα στο πλήθος ,τις κούκλες που ανεμίζουν διακριτικά πάνω στη σκηνή, στραμμένες προς όλες, προς όλες τις κατευθύνσεις. Περνούν ανάμεσά τους πιασμένοι οι δυο τους απ΄το χέρι.)

Πρώτα εγώ, έπειτα εσύ Φρανκ. Θα προσθέσουμε λίγο απ΄τον κίνδυνο που σε κυκλώνει σ΄όλη αυτήν την ιστορία Φρανκ. Έλα σήκω, μ΄ακούς Φρανκ, έχουμε μια παράσταση να δώσουμε εμείς οι δυο. Τώρα συγχώρεσέ με, όμως πρέπει πάλι να γελάσω, πρέπει Φρανκ ανάμεσα στον κόσμο να μην αποκαλύψω πως όλα πάει, τέλειωσαν, πως είμαι μια χαμένη υπόθεση. Τόσο ταλέντο Φρανκ, τέτοια νιάτα, θυμάσαι Φρανκ, σε κάθε μια πόλη πόσο μ΄αγαπούσες; Έλα, στάσου στα πόδια σου! Μια φορά μονάχα Φρανκ, στάσου στα πόδια σου.

Και οι δυο μαζί, με τις οδηγίες της Κράκυ ψελλίζουν κάτι λόγια. Δεν χρειάζεται να διορθώσεις τίποτε στη στάση σου. Όλα είναι ακατόρθωτα για σένα, αυτό δεν είναι το μυστικό Φρανκ; Πάμε.

Πρώτα διαβάζει η Κράκυ. Σαν αυτούς που ορκίζονται ο Φρανκ επαναλαμβάνει τα λόγια του, δίχως να γνωρίζει το γιατί και δίχως τίποτε να νιώθει.

ΦΡΑΝΚ:Τα ξύλα είναι γερά ακόμη. Κοίταξε στην οροφή Κράκυ, δυο γερά δεμάτια ξύλα συγκρατούν τη στέγη. Πόσα μυστικά πράγματα συμβαίνουν εκεί.

ΚΡΑΚΥ:Μην κοιτάς ψηλά, δεν έχει για σένα ορίζοντα. Οι φίλοι θα έρθουν για να σε δουν να γίνεσαι συντρίμια, κατάλαβες μωρό μου; Ο κόσμος σε μισεί, ίσως κάποιες στιγμές να σε λυπάται, μα κυρίως σε μισεί γιατί απ΄τα χέρια σου τίποτε δεν γεννιέται, τίποτε!Ξανά λοιπόν, μέχρι να νιώσεις καλά τον ρόλο σου.

(φτιάχνει τα ρούχα του, το πουκάμισό του)

ΦΡΑΝΚ:Τα ξύλα είναι γερά ακόμη. Πρέπει ν΄αντέξουν τον χειμώνα, πρέπει να αντέξουν τις βροχές, τουυς δύσκολους καιρούς στα μεσοδυτικά.

ΚΡΑΚΥ:Καθαρά, πες τη λέξη μεσοδυτικά! Να με συγχωρείς που επιμένω, όμως το θέατρο απαιτεί πειθαρχία. Ένα ποτό και τέρμα Φρανκ! Ξανά!

ΦΡΑΝΚ:Τα ξύλα είναι γερά ακόμη. Πρέπει, τον χειμώνα, τις βροχές, οι δύσκολοι καιροί, μεσοδυτικά, μεσοδυτικά, μεσοδυτικά (κλιμακωτά με την ένταση της φωνής του να κορυφώνεται στην πιο μάταιη προσπάθεια.)

ΚΡΑΚΥ:Αν δουλέψουμε μπορούμε να πάμε την παράσταση στις γύρω πόλεις. Ο κόσμος διψά για παραμύθια, διψά να κοιτάζει τις ζωές μας που καίγονται σαν πεταλούδες.

(δακρύζει)

ΦΡΑΝΚ:Μεσοδυτικά, μεσοδυτικά, μεσοδυτικά (ο Φρανκ χτυπά το πρόσωπό του, προσπαθεί να προφέρει τη λέξη, όμως μάταια)

ΚΡΑΚΥ:Μπράβο αγάπη μου, ξανά! Θα τα καταφέρεις! Είσαι ο Φρανκ! Θυμάσαι πόσο ουίσκι ήπιες εκείνο το βράδυ στην μικρή πολιτεία; Θυμάσαι τ΄ονομά της; ήταν χωμένη στο πουθενά της σπουδαίας, αμερικανικής μας πατρίδας.

ΦΡΑΝΚ:Μεσοδυτικά, μεσοδυτικά, μεσοδυτικά!

ΚΡΑΚΥ:Ξανά!

ΦΡΑΝΚ: Μεσοδυτικά, μεσοδυτικά,

(ξεσπά σε λυγμούς, γονατίζει. Η Κράκυ τον σηκώνει ξανά)

ΚΡΑΚΥ:Είσαι κιόλας τόσο χαμηλά Φρανκ. Δεν συγκινεί κανέναν η στάση σου. Το κοινό χρειάζεται στοιβαρά πρόσωπα, να μπορούν λέει να μιλήσουν για την αγάπη, απ΄την αρχή του κόσμου ως μες στην καρδιά τους. Καλύτερα να φύγεις. Σε λίγες ώρες αναχωρούν τα ηπειρωτικά λεωφορεία. Μην μου πεις τίποτε, μόνο φύγε Φρανκ.

ΦΡΑΝΚ:Μεσοδυτικά, μεσοδυτικά, μεσοδυτικά! Καλύτερα Κράκυ, έτσι δεν είναι;

ΚΡΑΚΥ: Πάψε!

(Τώρα η Κράκυπαίζει μαζί του, τον χτυπά, τον φιλά, είναι δακρυσμένη. Όλα ήταν ένα ψέμα, η ζωή της κρέμεται απ΄τα σφραγισμένα χείλη του Φρανκ. )

ΦΡΑΝΚ & ΚΡΑΚΥ: Μεσοδυτικά, μεσοδυτικά, μεσοδυτικά!

ΚΡΑΚΥ: Σταμάτα! (γονατίζει στα πόδια του. Κανείς και τίποτε δεν σήμαινε περισσότερη αγάπη απ΄αυτά τα δυο ναυάγια των 42 δρόμων. Στο φόντο μόνο ο πίνακας με το τσίρκο, τρεμοπαίζοντας ένα υγρό φως. Σε λίγο ξημερώνει. Τη σκηνή του τσίρκου έχει αντικαταστήσει η γνώριμη κίνηση του φθινοπώρου. Στις θέσεις των προσώπων,ένα ναυτικό παλτό και η βαλίτσα του Φρανκ. Τα φώτα αναβοσβήνουν σαν καρδιές, ανασαίνουν.)

*
©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης