Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Nausea

Έργο βασισμένο σε
μια παλιά
ιστορία 

ικρό επίνειο, ένα φανάρι για το καλό ταξίδι των πλοίων. Και ένας άνδρας, ψαρά τα μαλλιά του, κοιτάζει πέρα. Κάποιος παίζει στα πόδια του με τα δίχτυα, σιγοτραγουδά, μα σταματά όταν ο ψαριανός μιλά. Είναι ο Φιλοίτιος, ο αρχιβοσκός, γέρος πια.) 

Ψαριανός: Δεν έπρεπε να ‘χω επιστρέψει.

Φιλοίτιος: Δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς. Υπήρχε ένα παιδί εδώ, μια γυναίκα, μια ζωή. Όλος αυτός ο πλούτος, πώς να τα ξεχάσεις όλα αυτά. Και έπειτα, ήταν πάντα η ομορφιά, κοίτα, γύρω. (ο γέρος ατενίζει το πέλαγο, ο ήλιος δύει)  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Nausea»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τζάγκουαρ

Δυο ιστορίες

Πιθανολόγιον

Δεν πάει πολύς καιρός. Τα στεφάνια είναι ακόμη φρέσκα. Για αυτό και κάθε πρωί έχει τόση παρέα, παιδιά να δουν τα μάτια σου, να φτιάχνουν με μια τόση δα κλωστίτσα κάτι απίθανα μπουκέτα. Τα ακούει πάνω από το κεφάλι του που σέρνουν τα πόδια τους, άλλοτε τσακώνονται. Μα το χειρότερο είναι όταν παίζουν πετροπόλεμο και θαρρείς πως θα φας και εσύ καμία στο κεφάλι.

Βεβαίως, θα πει κάποιος, “και τι φοβάσαι; μην χτυπήσεις;”. Και ίσως και να γελάσει με την καρδιά του, ποιος να τον καταδικάσει; Πώς να του πεις ότι εδώ κάτω υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που συλλογίζονται τη ζωή τους; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τζάγκουαρ»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Heavy Metal

Έργο με προεκτάσεις
Τρυφερότητας
Και ενδείξεις
αδυνάτου

πέραντος σκουπιδότοπος λίγο μακρύτερα από την πόλη. Από εδώ ψηλά μπορεί κανείς να αντικρίσει τα πάντα. Κάτι καινούριο που γεννιέται με τα φώτα της αεροπλοίας, μα και κάτι παλιό, κάτι σαν τρίτωνα σε παραλία κατάμεστη από μπετόν και στάρλετ.  Όσα λερώνουν τη ζωή των κατοίκων της, πλαστικά και παλιοσίδερα και ότι βάνει ο νους του καθενός πεθαίνουν αργά σε τούτο εδώ το μέρος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Heavy Metal»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το φως εμακρύνετο

Δυο μικρές ιστορίες
σαν του κόσμου
το μέγα αντίκρισμα

[…ο πόνος,
το ακατάβλητο επιχείρημα
της ανθρωπότητας…]

Παλιό βύσσινο

Τόσα χρόνια που ‘χε να επισκεφτεί το χωριό, όλα είχαν αλλάξει. Περνούσε μέσα από τους ξαφνικούς και απροσδόκητους οικισμούς. Θυμόταν τοπία και μαγαζιά που ‘χαν κλείσει κάτω από το βάρος της παραίτησης που φέρνουν πάντα οι καιροί. Εδώ είναι που δεσπόζει το παλιό, θαρρείς και ετούτοι οι δρόμοι, τα μέρη αυτά, ήταν γραφτό τους να γίνουν κιβωτοί με τις μνήμες μας τις κυριαρχικές, σαν τα αγριόχορτα που φράζουν τις εισόδους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το φως εμακρύνετο»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Σπασμένος γιακάς

Εργάκι μες σε άνοιξη μυριστική

[Λόμπι φτηνού ξενοδοχείου, στης Ομόνοιας τα πέριξ. Όχι εκείνης του Ιωάννου, μα της άλλης της σκοτεινής και της αδιαπέραστης πλατείας, σύμβολο και ορόσημο ενός κόσμου που συναντιέται και χάνεται και άντε πάλι από την αρχή. Ένας άνδρας κάτω στο μπαρ, ολομόναχος. Πράσινοι ταφτάδες και σκασμένο το ξύλο και κάτι φώτα χαμηλά σαν κεριά. Φοράει λινό σακάκι πολύ τσαλακωμένο με σπασμένο το γιακά. Το πουκάμισο του γαργιασμένο, κοιτάζει γύρω, κοιτάζει έξω που περνούν οι άνθρωποι. Ο μπάρμαν του βάζει άλλο ένα, κλείνει τα φώτα και κάνει την έξοδο του από τη σκηνή. Ο ήρωας μένει μόνος. Σηκώνεται και πηγαίνει προς το τηλεφωνείο. Σχηματίζει τον αριθμό, περιμένει και μιλά.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Σπασμένος γιακάς»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Belle Épire

[…Νύχτες μεγάλες
με το φόβο του απείρου
διπλοσφαγμένες νύχτες
με υπόκωφους θορύβους
τυραννικές και απέραντες…]
Η Κλεφτουριά του Κάτω Κόσμου”
Επί πιστώσει
Γιώργος Μαρκόπουλος

Ο Άλκης μπήκε στην Αθήνα, ήσυχα και μοναχικά. Πήρε τη βαλίτσα του από το πρακτορείο, ήσυχα και μοναχικά γύρεψε ένα δωμάτιο στην οδό Μενάνδρου. Τα κανόνισε και ανέβηκε πάνω. Οι πατριώτες πηγαίνανε και έρχονταν. Ξάπλωσε να ησυχάσει. Προτού κοιμηθεί είδε την υγρασία στις γωνιές της οροφής. Σκέφτηκε, τα σημάδια της φρίκης, μα δεν άντεξε. Ήσυχα και μοναχικά αποκοιμήθηκε.

Έπειτα ήρθε το όνειρο, του φεγγαριού τα αίματα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Belle Épire»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Aluminium

έργο από το μεγάλο βιβλίο του
θεάτρου της
λήθης

λόκληρο το σκηνικό είναι ένα σύμπλεγμα παγωμένων διαδρόμων. Είναι ντυμένοι με λεπτά φύλλα αλουμινίου έτσι που να καθρεφτίζονται ο ένας μες στον άλλον. Η υπόλοιπη σκηνή μοιάζει αδειανή, με ένα παχύ στρώμα σκοταδιού που εμποδίζει κάθε τι άλλο να περιγράψει κάπως τον εαυτό του. Ένας άνθρωπος ντυμένος τη λευκή, νοσοκομειακή του νυχτικιά, με μια ιατρική πεταλούδα στη φλέβα του, κοιτάζει προσεκτικά προς κάθε κατεύθυνση. Παντού ο εαυτός του παραμορφωμένος. Ίσως αυτός είναι ο τρόπος που έχει για να αντικρίσει τον κόσμο, δεν έχει άλλον. Είναι ώρες που χάνεται μες σε βαθύ πηγάδι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Aluminium»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το επιθυμητικόν

Εισί γάρ δή
οι περί τάς τελετάς
ναρθηκοφόροι μέν πολλοί,
βάκχοι δε τε παύροι
Πλάτων

αφήγημα σκέτη μασκαράτα

Ήταν τόσο κουρασμένος. Σύρθηκε ως την αποβάθρα του σταθμού. Δεν είχε κέφι μήτε να σκεφτεί και έτσι μηχανικά, όπως κάνει ένα καλά εκπαιδευμένο ζώο, ακολούθησε την ίδια διαδρομή, έστριψε στον ίδιο διάδρομο, διάλεξε μέχρι και το ίδιο μηχάνημα επικυρώσεως. Και έτσι ζώντας τελείως μηχανικά, έφθασε ως την αποβάθρα.

Όλα έρημα, ένας εδώ και κάποιος άλλος λίγο παραπέρα, στο φόντο των λεπτών που απομένουν. Δεν το ‘θελε – και είναι ανακρίβεια κατόπιν της εναρκτήριας παραδοχής – μα συλλογίστηκε πως πάνε χρόνια τώρα που τα καινούρια ρολόγια μετρούν μόνο ανάποδα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το επιθυμητικόν»