Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το φως εμακρύνετο

Δυο μικρές ιστορίες
σαν του κόσμου
το μέγα αντίκρισμα

[…ο πόνος,
το ακατάβλητο επιχείρημα
της ανθρωπότητας…]

Παλιό βύσσινο

Τόσα χρόνια που ‘χε να επισκεφτεί το χωριό, όλα είχαν αλλάξει. Περνούσε μέσα από τους ξαφνικούς και απροσδόκητους οικισμούς. Θυμόταν τοπία και μαγαζιά που ‘χαν κλείσει κάτω από το βάρος της παραίτησης που φέρνουν πάντα οι καιροί. Εδώ είναι που δεσπόζει το παλιό, θαρρείς και ετούτοι οι δρόμοι, τα μέρη αυτά, ήταν γραφτό τους να γίνουν κιβωτοί με τις μνήμες μας τις κυριαρχικές, σαν τα αγριόχορτα που φράζουν τις εισόδους.

Άφησε τ’αμάξι στην αρχή του μονοπατιού. Δεν συνάντησε ψυχή, μόνο τ’αναμμένο το εικονοστάσι λίγα μέτρα παρακάτω. Άραγε ποιος να το ‘χει πάρει επάνω του, αυτό εδώ το χρέος, άραγε ποιος έχει στο νου του κάθε δειλινό να ανάψει λέει το καντηλάκι, ποτέ δε θα το μάθει. Τόση ξενιτιά που ‘χει αυτός εδώ ο κόσμος, μια στάλα φως σε έναν δρόμο που δεν παίρνει κανείς πια, δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα, συλλογίστηκε καθώς περνούσε μέσα από δέντρα οπωροφόρα, με κορμούς σημαδεμένους, με ανθούς όπως χνάρια της ομορφιάς που κρατιέται όρθια μες στον κόσμο. Ω, εκείνα τα μικρά και τα αδιόρατα τ’ανθάκια, πώς φυλούν τις Θερμοπύλες μας, πώς υπερασπίζονται την ομορφιά που διώξαμε για πάντα από τούτον εδώ τον κόσμο. Κάθε άνοιξη τον εαυτό τους ανακαλύπτουν από την αρχή, προβαίνοντας σε μια πράξη τόσο επαναστατική που αδυνατούμε να το εννοήσουμε.

Στο βάθος διέκρινε την αυλόπορτα, σκουριασμένη. Μια πόρτα δίχως σημασία αφού τίποτε πια δεν φυλά, μόνο παραμονεύει στον διαβάτη που θα φτάσει ως εδώ για να του πει πως πέρα από εκεί δεν στέκουν παρά τα αρχαία μιας ζωής. Έφτασε κοντά και έτσι δίχως προσπάθεια, την έριξε χάμω, αφήνοντας να ακουστεί σαν πρώτα το τραγούδι μιας ζωής. Περπάτησε μες στο κτήμα, κοίταξε τριγύρω του και ένιωσε μια κάποια παρηγοριά με όλα αυτά τα πουλιά που φτεροκοπούσαν. Όσα δεν θέλει πια ο άνθρωπος, πέρασαν στη δικαιοδοσία των πουλιών, λένε όσοι ξέρουν.

Και έτσι απορροφημένος που ήταν δεν κατάλαβε πότε βρέθηκε εμπρός στο μεγάλο, δίπατο σπίτι. Είχαν πέσει χάμω τα γύψινα του, ένας γρύπας στο απάνω κεντρικό παράθυρο, σαν να τον κοίταξε. Και έπειτα πέρασε σαν πάντα μες στην πέτρινη του την αιωνιότητα. Οι τοίχοι είχαν συγκρατήσει σαν υπόμνηση, εδώ και εκεί, μια στάλα χρώμα, έτσι για να μην ξεχαστούν μεμιάς όλα. Τα σπίτια, ξέρετε, έχουν τον τρόπο τους και δανείζονται από των ανθρώπων τη συγκίνηση. Η μοναξιά τους μοιάζει πάντα πελώρια, μεταφυσική και απλόχερη, μια δεσποτεία στον πολύβουο κόσμο.

Δεν του ‘κανε καρδιά να ανοίξει την πόρτα. Πώς να αντέξει τόση νοσταλγία; Στάθηκε στο πλατύσκαλο, είδε από πάνω του το σημάδι του σταυρού που ‘χε κάνει κάποιος μια παλιά Λαμπρή. Το ψηλάφισε με τ’ακροδάχτυλα, για αυτούς που λείπανε προσευχήθηκε. Πώς βάρυνες έτσι καρδιά μου, ψιθύρισε και έστρεψε τα νώτα του σε εκείνο το σπίτι που κρατούσε άθικτη ακόμη, τη φτωχική του αυτοτέλεια , μια αυτοτέλεια σχεδόν αριστοκρατική μες στη μοναξιά του.

Πήρε το δρομάκι που ‘βγαζε στο περιβολάκι. Εκεί γράφτηκαν τόσες και τόσες σελίδες ευτυχίας, εκεί τον βρήκε η είδηση του πολέμου, εκεί και οι θάνατοι τόσων και τόσων. Τα πάντα σφράγιζε το μεσημέρι σταλάζοντας αθωότητα. Ο κόσμος ασπαζόταν τον εαυτό του και από την αρχή τον αγαπούσε.

Λύγισε σαν είδε την άσχημη κατάσταση εκείνου του περιβολιού. Μια παιδική κούνια κρατιόταν από ένα αόρατο χέρι, μες στον άνεμο σάλευε. Εκεί και το σιδερένιο τραπέζι με το τζάμι, όλο σημάδια από πιατελάκια και ποτήρια του νερού γεμάτα γλυκό υποβρύχιο. Κοίταξε γύρω του, σαν κάτι να ‘λειπε.

Και τότε θυμήθηκε τον βυσσινόκηπο, εκείνα τα ωραία, τα φτενά δεντράκια που ανταπέδιδαν το καλό με τον ίσκιο τους. Εκεί από κάτω μεγάλωσε για πρώτη φορά, εκεί και το πρώτο του φιλί, το πρώτο δάκρυ, στην καρδιά του βυσσινόκηπου που κανείς πια δεν φρόντιζε. Σε μια άκρη είδε μαζεμένους τους κορμούς. Το σήμαντρο που ακούστηκε όπως πάντα στις επαρχίες της ζωής μας, είχε κάτι από τους στίχους του Γιάννη Ρίτσου. “Από μακριά ερχόταν, από πολύ βαθιά”, ένας ήχος γνώριμος, σπαραχτικός, να αθροίζεται στην κρυμμένη μεταφυσική του βίου μας.

Ετούτος ο βυσσινόκηπος ο ρημαγμένος στάθηκε η πιο σκληρή από τις διαπιστώσεις του. Δεν θα μπορούσε τίποτε να συγκριθεί μαζί του, μήτε τ’αδεια καφενεία με τις μαζεμένες καρέκλες, ούτε και οι βραδινοί θάνατοι που ‘χαν πια σωθεί. Και τούτο επειδή ένας βυσσινόκηπος πέρα από κάθε άλλη υποκειμενικότητα στέκει αιωνίως το τελευταίο προπύργιο της φαντασίας και της ανθρωπιάς μας. Όταν χάνεται, το πιθανολόγιο του Ελύτη, αυτός ο κόσμος των πιο αδιόρατων δυνατοτήτων μεμιάς σωπαίνει. Αυτός ο κήπος έμεινε εκεί για τους πεθαμένους, έμεινε εκεί ανάμεσα στα άνθη και τα μυριστικά να ‘ρχονται λέει οι πεθαμένοι με τις πλαστικές τους τις καρέκλες. Να ‘ρχονται όπως στα ποιήματα του Μαρκόπουλου, να βγαίνουν λέει ως εκεί για να λιαστούν και να θυμηθούν Κυριακές ατέλειωτες.

“Ω Κυριακή των μεγάλων τηλεφωνημάτων, Κυριακή, Κυριακή. Ω Κυριακή της εύθραυστης πικρής, μικρής αγάπης και των προσδοκιών”, απήγγειλε μονάχος του από τον Φλεβάρη του ‘78. Για δες, είπε, όλα τα είπαν οι ποιητές, τίποτε δεν άφησαν, όλα αφιερωμένα στην παρηγοριά που θέλει η ζωή μας για να σταθεί.

Όλο το μεσημέρι, ίσαμε το δειλινό το πέρασε μες σε εκείνο το περιβολάκι το δαρμένο από τους χρόνους. Καθόταν ακίνητος και έτσι έμοιαζε με κάποιον που ‘χε πεθάνει κιόλας χιλιάδες χρόνια. Σαν έπεσε η νύχτα σηκώθηκε ένας άνεμος ακαθόριστος, σαν βοή και σαν πηγή. Τον είχε πάρει ο ύπνος, εκεί ανάμεσα στον αγριομάραθο και τις δάφνες και μήτε που κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα. Τον ξύπνησαν οι φυλλωσιές που σείονταν, σαν βήματα μελλοθανάτων που όλο και πλησιάζουν. Πότε δειλιάζουν, πότε πάλι βρίσκουν το κουράγιο τους και προχωρούν ίσια, λέει στο θάνατό τους. Έτσι έμοιαζε εκείνο το θρόισμα, σαν τίποτε άλλο μες στον κόσμο. Και το φεγγάρι, να ξέρετε άφαντο και εκείνο, καρφωμένο πάνω από τον ανεμοδείκτη που ‘χει από καιρό πια πάψει να δείχνει κάποιο δρόμο. Κοίταξε τριγύρω, είδε τις βυσσινιές ζωηρά να χορεύουν μες στο περιβολάκι. Αυτές που ‘σαν κομμένες σύριζα τούτη την ώρα, πιο ζωντανές από ποτέ, σάλευαν καθώς θυμούνταν, όπως οι ηρωίδες του Τσέχοφ, την παλιά τους νιότη, τη χαμένη δόξα τους.

Σκέφτηκε πως ήταν ώρα πια να φύγει. Έκανε να σηκωθεί και οι βυσσινιές του θέριεψαν μεμιάς. Βάλανε τα κλάματα για να τον μεταπείσουν μα ήταν αδύνατο. Το παιχνίδι είχε κριθεί, ο Θεός δεν βρισκόταν πια εδώ. Μόνον σαν από σκηνή αναστυλωμένη, ποιος ξέρει από τι παρελθόν θυελλώδες φάνηκαν οι παλιοί του φίλοι. Άλλος κάτω από την κληματαριά, μερικοί είχαν απαγκιάσει κάτω από τη συκιά την ίδια ώρα που άλλοι περνούσαν μέσα από τους τοίχους του σπιτιού, γλιστρούσαν όπως σκιές προς την πλευρά του ποταμού και πνίγονταν, χίλιες φορές πνίγονταν μες στη μοναξιά τους. Κοίταξε μια τελευταία φορά τον κήπο, είπε αντίο στις βυσσινιές του. Και ευθύς εκείνες, σαν τάχα να πρόκειται για ανθρώπους, ανταποκρίθηκαν. Δεν είχε άλλο να δει, ευθύς βγήκε έξω στο μέλλον του κόσμου. Εδώ δεν υπήρχε τίποτε για να γυρέψει. Όλος ο τόπος είχε πνιγεί μες σε μια αίσθηση ασπλαχνίας.

Μόνο μια φορά γύρισε να δει, τ’ανθισμένο πρόσωπο της βυσσινιάς που ‘χε απομείνει μακρύτερα από τις άλλες. Με μια φωνή που μόνον εκείνος μπορούσε να διακρίνει, το δεντράκι του ‘λεγε “σαν γυρέψεις κάποτε το βυσσινόκηπο σου αυτός μεμιάς θα στυλωθεί εντός σου. Μόνο να το ζητήσεις, μόνο αυτό”.

Αργότερα, καθώς οδηγούσε σκέφτηκε πως καθένας σε τούτη τη ζωή έχει τις μυστικές τις ενοχές του, την αμεριμνησία και τη μοναχικότητά του. Και έναν βυσσινόκηπο για να επιστρέφει σαν χάνουν γύρω τους τα πράγματα και οι άνθρωποι την πίστη τους στη φαντασία.

Δεν γύρισε ποτέ πίσω, σαν τα παιδιά που χάθηκαν. Μια αγάπη βαθιά και ξεχασμένη τον είχε τσακίσει, μια αγάπη παλιά όσο και ο χρόνος, έτσι του φαινόταν πια. Ένας κόσμος εκτός κυκλοφορίας πια, στολισμένος με την ευθύνη μας να υπερασπιστούμε με κάθε τίμημα την τσακισμένη του φαντασία, δεν θα γινόταν ποτέ ξανά πραγματικός, ποτέ.

Η φλόγα

Προσπέρασε βιαστικά τα παιδιά της μπάντας. Είχαν βγάλει τα καπέλα τους και έπαιρναν το δρόμο, αφήνοντας κάθε τόσο σκόρπιες νότες. Μόνο αυτός με το τρομπόνι είχε ξεμακρύνει, θες από το βάρος, θες από τη συγκίνηση, κρατιόταν μονάχος του. Κάτι σαν “τ’ άσπρο καπελάκι με την κατάμαυρη κορδέλα” του Μεσσήνιου Γιώργου Μαρκόπουλου, που πλέει στα ανοιχτά.

Ωραίες που ήσαν οι αυλές, με τις τριανταφυλλιές τους και με τα γεράνια τους. Και με μια αίσθηση δροσιάς που παραμένει η πιο ακοίμητη από τις αισθήσεις. Μα δεν άφηνε τίποτε να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του. Περπατούσε κρατώντας στυλωμένο το βλέμμα του στο κεράκι. Μια φλόγα τόση δα έμοιαζε να κρατιέται με το ζόρι μες στη χούφτα του χεριού του.

“Πρέπει να προλάβω, προτού σβήσει”, έλεγε και ξανάλεγε και στο νου του όλο ερχόταν η Ρηνιώ που του ‘δινε, λέει προ ολίγου, το φιλί της αγάπης. Τι όμορφη που ήταν έτσι φτωχικά ντυμένη, με τα μαλλιά της τα λυτά, βορά στους πέντε ανέμους. Τι όμορφη και τι διάφανη, σαν τη μόνη αλήθεια αυτού του κόσμου την είδε που του γελούσε. Και ήταν αυτό το γέλιο που γιόμιζε με μια πληρότητα την ψυχή του, ανεπανάληπτη.

Έστριψε στο στενό του σπιτιού του. Δεν κοιτούσε τίποτε άλλο παρά τη μικρή του φλόγα που χόρευε, θρεμμένη με έρωτα ζωής παράφορο, με τίποτε λιγότερο. Μια στιγμή έκανε να σβήσει, εκείνος έβαλε καλύτερα το χέρι του. Έμοιαζε με τον ποιητή που περνάει δήθεν αδιάφορος, μα που έχει έναν σκοπό τόσο υψηλό για να υπηρετήσει, όσο να κρατήσει άσβηστη τη μικρή, την τόση δα φλογίτσα της Αναστάσεως.

Δεν το κατάλαβε, συνεπαρμένος από το το χρέος του, δεν το κατάλαβε σαν βγήκε απροειδοποίητα στον κεντρικό. Το φορτηγό προσπάθησε να φρενάρει, τα λάστιχα ουρλιάξανε πάνω στο οδόστρωμα μα δεν μπορούσε τίποτε να γίνει. Λίγα λεπτά μετά τον πήρανε οι τραυματιοφορείς. Είχε ήδη περάσει στην άλλη πλευρά. Τριγύρω μαζεμένοι οι γνώριμοι θαμώνες της νύχτας, μεθυσμένοι, αλαφροίσκιωτοι, εραστές, νευρωτικοί, καπνιστές και ένας σορός από τάξεις χαμένες.

Όσο για τη μικρή του τη φλογίτσα αυτή τελικά τα κατάφερε και δεν έσβησε. Στην Ρηνιώ το ‘παν μετά από μέρες. Έπεσε, λένε να πεθάνει μα δεν τα κατάφερε, την εμπόδιζε όλη εκείνη η νιότη. Ποτέ της δεν τον λησμόνησε και ακόμη ως τα σήμερα που μοιάζει με μαυσωλείο αρχοντικό, η Ρηνιώ δεν έπαψε να τον αγαπάει, δεν έπαψε ούτε στιγμή να παραμένει συναισθηματική. Μήτε ο αέρας να ξεσηκώνει τα φουστάνια των κοριτσιών, να σβήνει τις φλόγες, να σαρώνει μορφές και πράγματα του περασμένου, βαλμένα μες στο αίμα σου πια.

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης

❀