Χριστίνα Ι Αργυροπούλου, Ψηφίδες ζωής ―από τον Γρηγόρη Τεχλεμετζή

Χριστίνα Ι Αργυροπούλου, Ψηφίδες ζωής, εκδόσεις Έναστρον 2022

Το παρόν βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη έχει τίτλο «εκ βαθέων» και έχει σχέση με την έκφραση του ψυχικού κόσμου της ποιήτριας, η δεύτερη «Στη σκιά του κορονοϊού και άλλων κρίσεων», αναφερόμενη στην κρίση της πρόσφατης πανδημίας και στα παρεπόμενά της, και η τρίτη «ποίηση του Γιάννη», η οποία αφορά τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου της ανιψιού και συνεκδοχικά τον θάνατο και την απώλεια.

Αφηγηματική η ποίηση της Χριστίνας Αργυροπούλου και σαφώς επηρεασμένη από τις σπουδές της στην Ιστορία και Αρχαιολογία και τις φιλολογικές της γνώσεις. Με φόντο την Αρχαία Ολυμπία περιηγείται στο παρελθόν, ζωντανεύοντάς το με τη ματιά της, καθώς μπροστά της εκτυλίσσονται αγώνες, αγωνίες, θελήσεις και φιλοδοξίες. Είναι μια ανάπλαση όχι μόνο εικονοπλαστική  αλλά και ψυχική. Οι διαπιστώσεις εύλογες: «Η φύση υπαγορεύει το μέτρο, οι άνθρωποι τότε/ συνομιλούσαν μαζί της και έθεταν την αρμονία/ ως κανόνα της» («Περιήγηση στην Αρχαία Ολυμπία», σ.11). Ο έντονος θαυμασμός της για την ελληνική ιστορία και μυθολογία, μαζί με τα νοήματα που κουβαλούν, αποτελεί μόνιμο μοτίβο του ύφους και του περιεχομένου της συλλογής.

Ποίηση ελεύθερου στίχου, σε πολλά σημεία με πεζολογικά στοιχεία, δίνει έμφαση στην αφήγηση και στις σκέψεις της ποιήτριας. Η εικονοπλασία είναι ο αρχικός κινητήριος μοχλός της. Περνάει τις εικόνες μέσα από το φίλτρο των γνώσεών της, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από τον τομέα της αρχαιολογίας. Έτσι παρατηρεί τις παραστάσεις των αρχαίων αγγείων, οι οποίες της ζωντανεύουν στο μυαλό εικόνες μιας άλλης εποχής: «[…] Κεφάλια γυναικών με/ κομμώσεις εποχής, ενώτια, περιδέραια, βραχιόλια, μειδιάματα/ αμφίσημα και μάτια αμυγδαλωτά μάς κοιτάζουν κατάματα,/ επικοινωνούμε σιωπηλά» («Στο Μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας», σ.13).

Συχνά η κατακλείδα των ποιημάτων της αποτελεί ένα πόρισμα, ένα συμπέρασμα ή μια τελική σκέψη, τα οποία προκύπτουν από όσα έχει αναφέρει. Έτσι φτιάχνει ένα στέρεο λογικό οικοδόμημα: «Εσύ κι ο Διονύσιος Σολωμός τραγουδήσατε την/ Ανάσταση της Νέας Ελλάδας, είστε οι οδοδείκτες μας!», «Στον Ανδρέα Κάλβο», σ.18).

Η Αργυροπούλου βιώνει την ελληνική λογοτεχνία ως κάτι ζωντανό, που περιφέρεται στη ζωή της ως εικόνες και πρότυπα, πορτραίτα που «δραπέτευσαν» από έργα σπουδαίων δημιουργών (Κονδυλάκη, Παλαμά, Καραβίτσα, Κικής Δημουλά και άλλων, π.χ. σ.25).

Το ύφος σε αρκετές στιγμές γίνεται διδακτικό, θυμίζοντας και την επαγγελματική της δραστηριότητα ως φιλολόγου. Χαρακτηριστικό αυτού είναι το ποίημα «Η σχολική πολυφωνία» (σ.19), που το αφιερώνει «Στους απανταχού μαθητές [της]» και αποτελεί παρότρυνση για την ευρωπαϊκή ενοποίηση και διάδοση των οραμάτων της (η ποιήτρια έχει διδάξει και σε σχολεία εκτός Ελλάδας στην Ευρώπη). Είναι η ενωμένη Ευρώπη μέσα από τα μάτια και το μέλλον των νεαρών μαθητών της.

Το έργο είναι πλημμυρισμένο με την αγάπη της για τη φύση, που η επαφή της με αυτήν την ευφραίνει και έχει ζωοποιό ρόλο. Ήχοι, αρώματα και εικόνες ξεχύνονται στη συλλογή και συμπορεύονται με τα συναισθήματά της: «Βγαίνω στη φύση, αναπνέω, ατενίζω τη θάλασσα,/ ονειρεύομαι, ταξιδεύω στην απεραντοσύνη της» («Η μητρότητα», σ.17). Στο ποίημα αυτό βλέπουμε τη μητρότητα, τη φύση και τη γέννηση σε αντίθεση με τον πόλεμο και τον Χάρο· την ομορφιά εναντίον της ασχήμιας.

Το βιβλίο είναι σε μεγάλο βαθμό η λατρεία της ζωής, της φύσης, των λογοτεχνών, της κουλτούρας της Ευρώπης, των μαθητών, των συγγενών και φίλων της και όλων των ανθρώπων. Είναι πλημμυρισμένο με αγάπη, ευφροσύνη και θαυμασμό. Γεμίζει τον αναγνώστη με θετική ενέργεια και αισιοδοξία. Πιστεύω ότι εκφράζει την ψυχή της ποιήτριας. Οι εικόνες που περιγράφει προέρχονται είτε από την πραγματικότητα είτε από τη γόνιμη φαντασία της, δίνοντάς τους ένα ειδυλλιακό περιεχόμενο ονειρικής ομορφιάς: «[…] Χάνομαι/ στη δύση του ηλίου, με εικόνες απαράμιλλης/ αισθητικής. Ο ήλιος ταξιδεύει σε βάθη σκοτεινά,/ δίνοντας τη σκυτάλη στην ασημένια Σελήνη./ Η δύση του ηλίου ένα αέναο ταξίδι και γυρισμός» («Ψηφίδες ζωής», σ.15).

Κεντρικό ρόλο στη συλλογή έχει η μνήμη, είτε για συγγενικά και αγαπημένα της πρόσωπα, είτε είναι ιστορική, είτε προέρχεται από γεγονότα της ζωής της, τους μαθητές της, τις περιηγήσεις της, τις πόλεις που έζησε και πολλά άλλα. Από αυτή εκκινούνται τα ποιήματα και διαμέσου αυτής αναπτύσσονται, περιγραφικά σε μεγάλο βαθμό, και, ξεκινώντας από εκεί, γίνονται συμπερασματικά. Η ψυχή της γυρνά διαρκώς στα καλοκαίρια της παιδικής της ηλικίας, αλλά και στα μετέπειτα. Αυτά έχουν πολλαπλό ρόλο, αυτόν της νοσταλγίας, αυτόν της επιστροφής στην αγνότητα και την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας και αυτόν της ομορφιάς, της ανάπαυσης και της διαφυγής από τον καταπιεστικό κόσμο του σήμερα, του κορονοϊού και των θλιβερών γεγονότων, όπως των θανάτων. Είναι ένας πόλος ταλάντωσης μεταξύ χαράς και θλίψης, οι οποίες διαρκώς εναλλάσσονται στη συλλογή και αλληλοτονίζονται μέσω των αντιθέσεών τους, προκαλώντας διαρκείς συναισθηματικές μεταπτώσεις. Έτσι το ποίημα «το νησί» (σ.68) διαδέχεται το ποίημα «καταιγίδα» (σ.72). Αυτή η εναλλαγή, πέρα από τα στοιχεία της φύσης, εμπεριέχει και ένα συμβολικό ψυχολογικό παράγοντα.

«Ο χρόνος του καθενός είναι ξεχωριστός.// Ο χρόνος είμαστε εμείς και τα έργα μας!», θα μας πει η ποιήτρια («Αντανακλάσεις του χρόνου», σ.33). Η φράση αυτή, που εμπεριέχει και τον όρο της μνήμης, είναι χαρακτηριστική της θεματολογίας και της ψυχολογίας της. Είναι τα έργα και οι ημέρες της, ο ψυχικός της κόσμος, αυτά που έζησε διασχίζοντας τη ζωή της, για αυτό κι ο τίτλος Ψηφίδες ζωής της συλλογής. «Μέτρο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος», λέει ο Πρωταγόρας. Χωρίς τον άνθρωπο δεν θα είχε νόημα η έννοια του χρόνου.

Θα γράψει και ποιήματα «ποιητικής». Θα αναρωτηθεί «τι είναι ποίηση;» (σ.27) και το «πώς γεννιέται ένα ποίημα;» (σ.29). Θα μας πει: «οι ορισμοί την περιορίζουν» (σ.28), «Υπάρχουν τόσα είδη ποιημάτων όσοι και/ οι ποιητές, ο καθείς με τον πόνο του» (σ.29). Στο ποίημα «Πώς γεννιέται ένα ποίημα;» (σ.29) απαντά με λόγο ποιητικό και μεταφορικό περιγράφοντας τη βίωση της δημιουργίας του που αντανακλά τον ενδόμυχο κόσμο της. Οι καταληκτικοί στίχοι είναι εσκεμμένα ευφραντικοί, σαν την ολοκλήρωση μιας λυτρωτικής πορείας: «Το ποίημα μοιάζει/ με νησί στο Αιγαίο,/ με γαλάζιο όνειρο όλο φως κι ελπίδα!» (σ.29).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ποίημα «Ψηφίδες ζωής» (σ.15) καθώς αποκρυσταλλώνει εικόνες ζωής και θανάτου, με υπαρξιακούς όρους πραγματεύεται το νόημα της ζωής, την ευτυχία και την ομορφιά, μέσα από ιστορικά, λογοτεχνικά και μυθολογικά πρότυπα, με μια σειρά από μεταφορές και αναφορές σε αυτά. Αξίζει να κάνουμε μνεία στην πολύ καλή χρήση των διασκελισμών, που επηρεάζουν άμεσα τον ρυθμό και αυξάνουν δεξιοτεχνικά την ένταση του περιεχομένου εκεί που χρειάζεται: «Ο άνθρωπος είναι καφές στιγμιαίος, ίχνη γλάρου/ στην άμμο […]», «Ο άνθρωπος λάμπει σαν Αυγερινός και στη συνέχεια/ δύει ως Αποσπερίτης χωρίς επιστροφή». Είναι φορτισμένοι συναισθηματικά, για να ταλαντεύονται μεταξύ ζωής και θανάτου και ομορφιάς και απώλειας. Ακολουθεί μια περιγραφική στροφή που μας «προσγειώνει» στην ομορφιά της χώρας και, όπως κάνει σχεδόν πάντα, ακολουθεί η συμπερασματική τελική στροφή που ενσωματώνει τις θελήσεις και τις ευχές του ποιητικού υποκειμένου, μέσα στο φως του λυτρωτικού ήλιου.

«Παρακαλώ σε, Παντεπόπτη Ήλιε, ρίξε μια αχτίδα στον Άδη
παρηγόρησε τον γρήγορο Αχιλλέα, τον γενναίο Αίαντα, τις
μανάδες Εκάβες και όλες τις ανώνυμες γυναίκες, που για
τις χαμένες ψηφίδες της ζωής τους θρηνούν, τον Αυγερινό τους
που έγινε Αποσπερίτης!»

Η τελευταία ενότητα έχει τίτλο «ποίηση του Γιάννη», ο οποίος είναι ο αγαπημένος της ανιψιός που χάθηκε πρόωρα, στον οποίο είναι αφιερωμένο κι όλο το βιβλίο. Αποτελείται από έξι ποιήματα που είναι γεμάτα λυρισμό, τρυφερότητα, νοσταλγία και αγάπη.

Ολοκληρώνοντας, ως συλλογή με πλούσιο περιεχόμενο και αγάπη θα χαρακτήριζα το βιβλίο αυτό της Χριστίνας Αργυροπούλου.

*

©Γρηγόρης Τεχλεμετζής

*

Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής ζει στην Αθήνα. Σπούδασε χημικός στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Είναι απόφοιτος του κοινού μεταπτυχιακού προγράμματος Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ και του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Η μεταπτυχιακή του εργασία είχε θέμα την ψυχαναλυτική κριτική της λογοτεχνίας και την εφαρμογή της στην πεζογραφία του Μάριου Χάκκα.

Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2004 με τη συμμετοχή του στην ανθολογία διηγημάτων του Β΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Αντώνης Σαμαράκης (εκδόσεις Καστανιώτης). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά Λογοτεχνικά περιοδικά (έντυπα και διαδικτυακά). Έχει παρουσιάσει βιβλία συναδέλφων του σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις. Βιβλία του: Οι συλλογές διηγημάτων Η όψη (Γκοβόστης 2010) και  Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά (Κέδρος 2021) και τα μυθιστορήματα Αφιερωμένο στην Έλενα (Ηριδανός 2007) και Ο Αρχίλοχός του (το μόνο ιστορικό μυθιστόρημα για τον ποιητή/ Γαβριηλίδης 2016). Από το 2011 διευθύνει το Λογοτεχνικό Περιοδικό Ο Σίσυφος. Επίσης ασχολείται με την κριτική λογοτεχνικών έργων ποίησης και πεζογραφίας, δημοσιεύοντας κείμενά του σε Λογοτεχνικά Περιοδικά. Έχει επιμεληθεί πολλά αφιερώματα στον Σίσυφο για Έλληνες/ίδες λογοτέχνες/ιδες. Συμμετείχε με κείμενά του σε αφιερώματα περιοδικών και συλλογικών εκδόσεων.

Από τις εκδόσεις Κέδρος μόλις κυκλοφόρησε το διπλό ιστορικό του μυθιστόρημα Δρόμοι: Κασσιανή και Λεόντιον.

Επικοινωνία με τον συγγραφέα: tehlemetzis@gmail.com

✳︎