Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Dì, O Sicilia… i giudizi di Dio


Εἶναι φορὲς ποὺ

συλλογιέμαι ὅτι τὸ μελανώτερο ἴσως σημεῖο στὴν ἱστορία τῆς Ἀλχανίας ἦταν ἡ ἐκμετάλλευση κι ἡ κακοποίηση ἀδύναμων πλασμάτων. Ὅσες δικαιολογίες καὶ νὰ ψάξῃ κάποιος νὰ βρῇ δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ δῇ μὲ συμπάθεια αὐτὰ τὰ δίποδα ποὺ μάθανε νὰ σέρνουν στανικὰ ἀνυποψίαστες κι ἀθῶες ψυχὲς ἐκεῖ ὅπου ἔχει κράτος κι ἐξουσία ὁ πόνος, ἡ καταπίεση κι ἡ ἀδικία. Ἴσως νὰ μὴν βρεθῇ ποτὲ πένα γιὰ νὰ περιγράψῃ τὴν φρίκη καὶ τὸν φόβο ποὺ μὲ καταλαμβάνει ὅταν σκέπτομαι τὰ φοβερά ποὺ συνέβησαν τότε καὶ κυρίως τὴν ἐρημία κι ἐγκατάλειψη π’ ἀκολούθησε. Εὐτυχισμένοι ὅσοι δὲν ἔζησαν αὐτὴ τὴ φρικίαση κι ἄκομα πιὸ εὐλογημένοι ὅσοι δὲν γεννήθηκαν γιὰ νὰ τὴ ζήσουν ἢ πέθαναν πρὶν τὴ ζήσουν.

Τὸ ἐπίνειο τῆς  Ἀλχανίας φημίζεται ἔδω κι αἰῶνες για τὶς γάτες του. Ἴσως να μὴν ὑπάρχῃ ἄλλο μέρος στὸν κόσμο μὲ τόσες γάτες· μιλιούνια γάτες που ἔχουν κυριεύσει κάθε γωνιὰ αὐτῆς τῆς πόλης. Μὲς στὴν πλούσια καὶ στιλπνὴ γούνα τους συνυπάρχουν, περήφανες κι ἀνεξάρτητες, μὲ τὰ ὑπόλοιπα τετράποδα ἢ δίποδα (ἀνάλογα πῶς θὰ τὸ πάρῃ κανείς!). Ἄλλοτε λιάζουν ἀποχαυνωμένες τὰ τομάρια τους στὰ κατώφλια καὶ στὰ περβάζια τῶν σπιτιῶν κι ἄλλοτε κουλουριάζονται δαρμένες ἀπ’ τὸ μαστίγωμα τοῦ φονικοῦ κρύου. Αὐτὲς εἶν’ οἱ γάτες τῆς Ἀλχανίας: εὐτυχισμένες καὶ ῥάθυμες στὸν ἴλλιγο τῆς ἀκροβασίας καὶ στην αἰνιγματικὴ σιωπὴ τοὺς.

Γι’ αὐτὴ ὅμως τὴν ἐλευθερία τους καὶ τὴν ἀνεμελιά τους, ποὺ ἔφτανε στὰ ὅρια τῆς ἀσυδοσίας καὶ τῆς ἀπόλυτης ἀνυπακοῆς, ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν. Ποιός μποροῦσε νὰ χωνέψῃ ὅτι ὅλα τὰ οἰκόσιτα ἤταν ὑποταχτικά, σχεδὸν δουλικὰ στ’ ἀφεντικά τους, καὶ μόνον ἡ γάτα ξέφευγε ἀπ’ τὴν ἀνθρωπίνη καταδυνάστευση καὶ ἀποθρασυνόταν; Γιατί δηλαδὴ να ὑπάρχῃ σ’ ὁλόκληρη τὴν κοινωνία τῆς Ἀλχανίας ἕνα μόνον ζωντανὸ ποὺ νὰ διαθέτῃ τὸν ἑαυτό του ὅπως θέλει κι ὅλες οἱ ὑπόλοιπες ὑπάρξεις ν’ ἀκολουθοῦν τοὺς ἴδιους κανόνες καὶ τὴν ἴδια πορεία κάτω ἀπ’ τὸν οὐρανὸ δίχως νὰ μποροῦν ἢ δίχως νὰ θέλουν νάναι αὐτόβουλες;

Ἡ τιμωρία δὲν ἄργησε νάρθῃ καὶ μάλιστα ἤταν εὔκολο να ἐπιβληθῇ χωρὶς νὰ χρειαστῇ ν’ ἁπλώσουν οἱ ἐρινύες τὰ φτερὰ τοῦ θανάτου πάν’ ἀπ’ τὴν πόλη καὶ ν’ ἀρχίσουν τὸ κυνηγητό. Οἱ κάτοικοι, ἔτσι μικροὶ στὰ γράμματα ὅπως ἦταν, γεννημένοι καὶ προσκολλημένοι σ’ ἔναν θρησκευτικὸ ψόφο ποὺ οἱ ἴδιοι δημιούργησαν, εὔκολα ἔπεφταν θῦμα δεισιδαιμονιῶν. Κι οἱ δεισιδαιμονίες, ὡς γνωστόν, διαδίδονται, ὅπως ἡ πανούκλα, τόσο εὔκολα καὶ τόσο γρήγορα ποὺ δεν ὑπάρχει κὰν φάρμακο γιὰ νὰ τὶς ἐμποδίσῃ ἀπ’ τὸ ἐφιαλτικό τους ἔργο. Φτειάχτηκε λοιπὸν μία ἄκομα δεισιδαιμονία για να πείσῃ τὴν ἀνόσιο ἀγέλη τοῦ ἐπίνειου ὅτι οἱ γάτες ἔπρεπε νὰ θανατωθούν.

Εἶπαν τότε ὅτ’ οἱ γάτες εἶν’ εἴδωλα μαγισσῶν, πνεύματα τοῦ κακοῦ ποὺ βρῆκαν χῶρο ἐκδήλωσης κάτ’ ἀπ’ τὸ δέρμα τῶν ἀθῴων τετράποδων. Ἀμέσως οἱ τετραγωνομούσηδες τῆς περιοχῆς βρῆκαν εὐκαιρία, μέσα σ’ αὐτὸ τὸ κλίμα τοῦ φόβου, νὰ ἐνσπείρουν τὴν δική τους ἐκδοχή που παρουσιάστηκε ὡς θεόπνευστη, βέβαια, γιὰ νὰ αὐξηθῇ τὸ κῦρος της: Ὅπως ὁ διάβολος τσακώνει ψυχές, ὅμοια κι οἱ γάτες πιάνουν ποντίκια. Ἄρα, ἡ γάτα εἶν’ τ’ ἀγαπημένο ζῶο τοῦ διαβόλου!

Μὲ τὸν καιρό, μὲς στὸν ἀδούλετο νοῦ τὰ συμπεράσματα τῆς πρόχειρης «λογικῆς» πήραν ἀξία καὶ βάρος «ἔγκυρης» διαπίστωσης. Ἤταν ἁπλῶς θέμα χρόνου ν’ ἀποφασιστῇ ἡ ἐξολόθρευση ὅλων τῶν γατὼν γιὰ νὰ ξεθυμάνῃ τὸ κακὸ καὶ νὰ ξεπεραστῇ αὐτὴ ἡ κρίση. Ἔτσι οἱ ἀρχὲς τῆς πόλης μαζὶ μὲ τὸ ἱερατεῖο (καί, ἑπομένως, τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ) ἐπιστράτευσαν ὁμάδες ἀνθρώπων να πιάσουν τὶς γάτες καὶ νὰ τὶς κάψουν!

Γιὰ μέρες τὸ κυνηγητὸ κι ἡ καταδιώξη τῶν δύσμοιρων τετράποδων στοὺς δρόμους τῆς Ἀλχανίας ἦταν τὸ μόνιμο θέαμα κι ἡ σταθερὴ ἀπασχόληση τῶν κατοίκων. Ὅταν, τελικά, τὶς μπουζιάζανε μέσα σὲ μεγάλους σάκους, μαζευόντουσαν στην Ἀγορὰ καὶ τὶς πετάγανε σὲ μεγάλες ἐστίες φωτιᾶς. Ὡσότου να φτάσουν οἱ φλόγες στὸν οὐρανό, τὰ τετράποδα εἶχαν τσουρουφλιστῆ μέσα σ’ ἀπαίσια τσιριχτὰ κι ἀνατριχιαστικὰ οὐρλιαχτά. Ἄλλες φορὲς πάλι κρεμάγανε τὰ σακιὰ σὲ ψηλοὺς ἱστούς, πάν’ ἀκριβῶς ἀπ’ τὴ φωτιὰ ὥστε νὰ καίγονται βασανιστικὰ ἀργά. Ὅταν δὲν βρίσκαν σακιά, χρησιμοποιοῦσαν βαρέλια ἢ εὐρύχωρα καλάθια. Μέχρι κι οἱ ἄρχοντες τοῦ τόπου συμμετεῖχαν σ’ αὐτὸ τὸ «τελετουργικό», βάζοντας οἱ ἴδιοι τὴν πρώτη φωτιά, σημάδι ὅτι ξεκινοῦσε ἡ ἀποτέφρωση τῶν τετράποδων, για να ἀκολουθήσουν κι οἱ ὑπόλοιποι.

Στὴν ἀρχὴ αὐτὸ τὸ μακάβριο θέαμα προκαλοῦσε ἀπέχθεια καὶ τρόμο ἀλλὰ ἡ δύναμη τῆς συνήθειας εὔκολα καταργοῦσε αὐτὰ τὰ ἀρνητικὰ αἰσθήματα καὶ τὰ μετέτρεπε σ’ ἄγρια χάχανα, πρωτόγονες ἰαχὲς ἐκδίκησης κι αἰσθήματα ἀνακούφισης. Κι ἔβλεπε κανεὶς τὸν ὄχλο νὰ χορεύῃ γύρω ἀπ’ τὶς φωτιὲς βλαστημῶντας καὶ φτύνοντας κατὰ τὴ φωτιά.

Ἔτσι, ἀρίφνητες γάτες ξολοθρεύτηκαν κι ὁ τόπος ἀδειασε ἀπὸ δαῦτες. Τέτοιο τέλος λάβανε τὰ δύστυχα κι ἀνυποψιάστα ζωντανά, οἱ ἀπείθαρχες κι ἄπιστες γάτες τῆς Ἀλχανίας.

Ἀλλὰ ἡ μνήμη ὅλου αὐτοῦ τοῦ θανατικοῦ μοιραῖα θὰ συνδεόταν μὲ μαῦρες σκέψεις, μ’ ὀδυρμοὺς καὶ μὲ μεγάλο χαμό, γιατὶ ὅσα ἀκολούθησαν μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες πολὺ δύσκολα θὰ ἔβρισκε τὸ κουράγιο κάποιος νὰ τὰ διηγηθῇ.

Ἦταν Ὀκτώβριος· τὸ φθινόπωρο εἶχε ἀκουμπήσει τὴν Ἀλχανία κι ἡ ἀγωνία τῆς φθορᾶς στὰ φύλλα τῶν δέντρων προκαλοῦσε τῇ νοσταλγία τῶν ζεστῶν ἡμερῶν καὶ τῆς θαλπωρῆς τοῦ καλοκαιριοῦ, ποὺ δὲν θὰ ξανάβλεπαν οἱ κάτοικοι τοῦ ἐπίνειου ποτὲ πιά.

Μυστηριωδὼς ἀρχίσανε οἱ ἄνθρωποι νὰ πεθαίνουν· πρὶν ὅμως, τὰ κορμιά τους πρήζονταν κι ὕστερα ἀπὸ λίγο γέμιζαν μαῦρες κιλίδες, μεγάλες καὶ πεισματικές. Βλέποντάς τους θαρροῦσες ὅτι δεν τοὺς βύζαξαν στήθια γυναῖκας ἀλλὰ ὁ θάνατος· σταλιὰ αἷμα δεν ἔβαφε πλέον τὰ χείλια τους. Κι ὅπως ἡ φωτιὰ καταπίνει γρήγορα καὶ λαίμαργα ὅ,τι βρίσκει ξερὸ στὸ διάβα της, ὅμοια καὶ τὸ κακὸ τοῦτο πήγαινε μὲ τὴν ἴδια εὐκολία ἀπ’ τοὺς νεκροὺς στοὺς ζωντανούς· μ’ ἕνα ἄγγιγμα ἢ μία ἀνάσα.

Κατάλαβαν τότε ὅτι ἔπρεπε ὁ πατέρας να ἐγκαταλείψῃ τὸ παιδί, ἡ γυναῖκα τὸν ἄντρα κι ὁ ἔνας ἀδερφὸς τὸν ἄλλο γιὰ νὰ σωθοῦν ἀπ’ τὰ βέλη τοῦ θανάτου. Ἔτσι, κάθε δεσμὸς ἀγάπης καὶ στοργῆς διαμερίστηκε. Σιγὰ σιγὰ ὅλοι παίρνανε κάτι ἀπ’ τὴν κρύα ἀπάθεια τοῦ Χάρου κι ἀφήνονταν στὴν ἄβυσσο, ξεκομμένοι ἀπ’ τὸν κόσμο.

Κι ἀφοῦ εἴδαν κι ἀπόειδαν οἱ γιατροὶ κι οἱ φαρμακοτρίφτες, πιάσαν δουλειὰ οἱ σκυλόμορφοι παπάδες! Ὅσοι ἀπ’ αὐτοὺς δεν μολυνθήκαν κήρυτταν νυχθήμερον ὅτι ὁ «φ ι λ ε ύ σ π λ α γ χ ν ο ς» Θεὸς δοκιμάζει τὴν πιστὴ τῶν κατοίκων, ὅτι πρέπει νὰ μετανοήσουν ὅλοι γιὰ τὶς ἀδικίες ποὺ διέπραξαν. Ἔτσι, ξαμολήθηκαν οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ στοὺς δρόμους ἀκολουθῶντας μ’ εὐλάβεια καὶ φόβο, κάτ’ ἀπ’ τὰ λάβαρα καὶ τοὺς σταυρούς, τὶς ἀνταύγειες τοῦ ἀσημιοῦ καὶ τοῦ χρυσαφιοῦ ποὺ ἀνέδιδαν τὰ στιχάρια κι οἱ μίτρες. Ὅσο κρατοῦσε τὸ θλιμμένο καμπανολόι, ζητοῦσαν οἶκτο, συγχώρεση κι ἄλλα τέτοια. Ἄλλοι πάλι, γιὰ νὰ κατευνάσουν τὰ θυμωμένα θεῖα, καθόντουσαν γοναστιστοί, ὁ ἕνας κοντὰ στὸν ἄλλο, γυμνοὶ ὣς τὴ μέσῃ, καὶ μαστιγῶναν τὶς ματωμένες πλάτες τους μέσα σὲ στριγκὲς φωνὲς καὶ παρακάλια ἢ ὀργώνανε τὰ πρόσωπα μὲ τὰ νύχια.

Ὡστόσο πολλοὶ ἱερωμένοι πλούτισαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη γιατὶ οἱ ταφὲς ἤταν χιλιάδες καὶ κρυφὰ τρίβαν τὰ χέρια τους για τὶς χρυσὲς δουλειὲς ποὺ κάναν, αὐτοὶ κι ὅσοι ἄλλοι ἐμπορεύτηκαν ἐλπίδες: τσαρλατάνοι, περιφερόμενοι ἀγύρτες, μάγοι ἢ σαλτιμπάγκοι. Κι ὅταν τὰ κοιμητήρια γέμισαν ἀπὸ νεκροὺς κι ἡ γῆς τοὺς ξέρναγε, ἀνοῖξαν λάκκους ἔξω ἀπ’ τὰ τείχη τοῦ ἐπίνειου καὶ τοὺς πετοῦσαν χωρὶς νὰ τοὺς διαβάσῃ ὁ τουρλόπαπας. Σύντομα, ὅμως, ξεχείλισαν κι αὐτοὶ ἀπὸ κορμιά. Ὅσοι μέναν ἄθαφτοι καὶ τὰ σκυλιὰ δὲν προλαβαῖναν νὰ τοὺς φᾶνε, μόλευαν τὸν ἀέρα μὲ ἐντάφια βρώμα.

Ὃσο πλησίαζε ὁ χειμῶνας πλήθαινε ἡ μᾶζα ψόφιου κρέατος στοὺς δρόμους καὶ τὰ σπίτια. Τὸ μόνο ποὺ ἀπόμεινε στοὺς κατοίκους ἦταν νὰ πεθαίνουνε κοπαδιαστὰ κι ὅσοι δεν εἶχαν πεθάνει ἀκόμα, νὰ σουρομαδιοῦνται καὶ τὸ πρόσωπο νὰ ῥαγίζῃ ἀπ’ τὸ κλάμα. Τέτοια ἦταν ἡ φρικίαση ποὺ  διακλαδιζόταν ἐντός τους· θρηνῶντας, φοβόντουσαν νὰ φύγουν ἀλλὰ δὲν τολμοῦσαν καὶ νὰ μείνουν. Κι ὅπως γίνεται σὲ παρόμοιες στιγμές, ὅταν ὁ θάνατος σιμώνῃ γοργός, πότε ἔλαμπε στὰ μάτια μία σταγόνα ἐλπίδας καὶ πότε φούσκωνε μία θάλασσα ἀπόγνωσης μέσα τους.
Στο τέλος ξεπαστρεύτηκαν ὅλοι κι ἡ γῆς, ἀνακουφισμένη, ἀποτίναξε μαζὶ μὲ τὸ δηλητήριο καὶ ὅλο τοῦτο τ’ ἄθλιο ἄχθος ποὺ λέγεται κάτοικος τῆς Ἀλχανίας.

Βδομάδες ἀφότου ἡ ἀρρώστια μάδησε τὸν τόπο ὅλο, ἔνας ξένος ἔφτασε στὸ ἐπίνειο καλπάζοντας γοργά. Στὸ ἔμπα τῆς Ἀλχανίας κοντοστάθηκε καὶ μὲ φρίκη ἀντίκρυσε ὅλα ὅσα ἔβλεπαν γιὰ καιρὸ οἱ κάτοικοι τῆς πόλης: ἄθαφτα κουφάρια, βορὰ στα κοράκια καὶ τὰ ὄρνια ποὺ εἶχαν κατακλύσει τὸν τόπο, τυλιγμένα σὲ κουρέλια κι ἀπλωμένα καταμεσὶς τοῦ φαρδὺ δρόμου ποὺ ὁδηγοῦσε στὴν Ἀγορά.

Προχωρῶντας συναντοῦσε τὸ ἴδιο θέαμα. Μάζες, που δύσκολα θυμίζαν κορμιὰ ἀνθρώπων, πεταμένες ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ πιὸ κάτω ξανὰ οἱ ἴδιες κρεάτινες μάζες ἢ καύκαλα μαδημένα νὰ κολυμπᾶνε σ’ ἀναγουλιαστικὴ ἀποφορά.

Αἴφνης τ’ ἀσπράδι τοῦ ματιοῦ τοῦ ἀλόγου ἄνοιξε τόσο διάπλατα ποὺ σχεδὸν ῥούφηξε τὶς κόρες του· στάθηκε στὰ πίσω πόδια του χλιμιντρίζοντας κι ἐριξε τὸν ἀναβάτῃ κάτω. Μ’ ἀπορία ὁ ξένος σηκώθηκε κι εἶδε τ’ ἄλογο ν’ ἀπομακρύνεται ἀφηνιασμένο, σφυροκοπῶντας μὲ τὶς ὀπλές του τὴν ῥαγισμένη γῆ. Τὰ μάτια του γύρισαν ἀνήμπορα σ’ ὅλο τὸ μῆκος καὶ τὸ πλάτος τῆς πλατείας κι εἶδαν μὲ τρόμο νὰ πετάγονται ἀπ’ τὰ ἔρμα σπίτια καὶ τὰ σοκάκια καὶ νὰ ξεχύνονται παντοῦ τσοῦρμο μαῦροι ἀρουραῖοι, μεγάλοι σὰν ποδάρι ἀνθρώπου. Σκόρπια κι ἀνάκατα τρέχαν σὰν τρελλοὶ καὶ λιμασμένοι ἀπ’ ὄλες τὶς μεριὲς καὶ πρὸς ὄλες τὶς κατευθύνσεις. Ὕστερα χάνονταν μέσα σὲ τρύπες κι ἐμφανίζονταν ξανὰ περσότεροι ἀπὸ πρίν.

Σύγκρυο τὸν κυρίευσε κι ὁ κόμπος τῆς φρίκης ἔσφιξε τὸ λαρρύγι καὶ τὴν καρδιά του. Τότε ὁ ξένος μάντεψε τί πρᾶγμα ἦταν αὐτὸ ποὺ δυστύχεψε τὴν Ἀλχανία…

*

©Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης

φωτο: Στράτος Φουντούλης