Σοφιαλένα Ψαρρά, Το παρκέ

Ο λυγμός της αντηχούσε μέσα στο μεγάλο σαλόνι με τα μπαρόκ έπιπλα. Πλησίασε τον δρύινο καναπέ με τα βελούδινα καλύμματα. Κάθισε δίπλα της και της άγγιξε διστακτικά, μα τρυφερά το χέρι. «Κακόμοιρο παιδί», ψιθύρισε στενάζοντας.

Πατέρα δεν γνώρισε. Δεν ήταν αυτός για μεγάλες ευθύνες. Η μάνα της πού να αντέξει το σούσουρο. Κλείστηκε μέσα για καιρό. Το βλέμμα της μονίμως χαμένο, τα μάτια θαμπά. Έπιανε μια δουλειά του ποδαριού, μα γρήγορα την παρατούσε. Κλεινόταν πάλι. Γιατροί, έξοδα, χρωστούμενα. Άφησε το σχολείο.

Εκείνη όσο μπορούσε τη βοηθούσε. Είχε να λέει ο κόσμος για τις αγαθοεργίες της. Μα η μικρή ήταν περήφανη. δεν ήθελε ελεημοσύνες. Της έβρισκε λοιπόν καμιά δουλειά και δύο φορές τη βδομάδα την έφερνε στο σπίτι για την καθαριότητα.

Παρατήρησε τα μεγάλα, θαλασσιά μάτια της και το καλοσχηματισμένο, ωχρό πρόσωπο. Εκείνη, παρά τα χρόνια της, είχε σφριγηλό και ροδαλό δέρμα. Πόσοι και πόσοι την ήθελαν στην ηλικία της. Έδιωξε βιαστικά τη σκέψη.

Τα παρηγορητικά λόγια κατεύνασαν το κλάμα.

Μια μέρα, όσο έτριβε τα πατώματα, σήκωσε το βλέμμα. Της είπε με χαρά ανάκατη με συστολή πως τη ζήτησε σε γάμο εκείνος. Όμορφος, με κορμί γεροδεμένο. Είχε και μόνιμη δουλειά. Τον αγαπούσε καιρό. Τα θαλασσιά μάτια της σπινθίριζαν.

Σάστισε. Την είχε συνηθίσει να της καθαρίζει. Έκανε καλή δουλειά. Και τώρα; Ποια θα της λαμποκοπούσε το παρκέ;

*

©Σοφιαλένα Ψαρρά

φωτο: Στράτος Φουντούλης

✳︎