Αριστούλα Δάλλη, Οι κόρες της Δήμητρας ― από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Αριστούλα Δάλλη, Οι κόρες της Δήμητρας, εκδόσεις, Βακχικόν

Η πορεία προς την κάθαρση

Η Αριστούλα Δάλλη εμφανίζεται με τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων της, δύο χρόνια αργότερα από την πρώτη της προσωπική εκδοτική εμφάνιση (Το δέρμα της φώκιας, εκδ. Βακχικόν). Η συλλογή αποτελείται από σαράντα έξι διηγήματα, κυρίως, μικρής φόρμας. Ο λόγος της λιτός, ισορροπεί μεταξύ ρημάτων κίνησης και επιθέτων με ικανή εικονοποιητική δύναμη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αριστούλα Δάλλη, Οι κόρες της Δήμητρας ― από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τζάγκουαρ

Δυο ιστορίες

Πιθανολόγιον

Δεν πάει πολύς καιρός. Τα στεφάνια είναι ακόμη φρέσκα. Για αυτό και κάθε πρωί έχει τόση παρέα, παιδιά να δουν τα μάτια σου, να φτιάχνουν με μια τόση δα κλωστίτσα κάτι απίθανα μπουκέτα. Τα ακούει πάνω από το κεφάλι του που σέρνουν τα πόδια τους, άλλοτε τσακώνονται. Μα το χειρότερο είναι όταν παίζουν πετροπόλεμο και θαρρείς πως θα φας και εσύ καμία στο κεφάλι.

Βεβαίως, θα πει κάποιος, “και τι φοβάσαι; μην χτυπήσεις;”. Και ίσως και να γελάσει με την καρδιά του, ποιος να τον καταδικάσει; Πώς να του πεις ότι εδώ κάτω υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που συλλογίζονται τη ζωή τους; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τζάγκουαρ»

Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Αποτυχημένη Παρτούζα

Ήσουν έτοιμος να συνεργαστείς─ καυλοπυρέσσων να εισχωρήσεις σε αιδοίο πρόθυμο. Νύχτα. Στην παραλιακή λεωφόρο. Με τον εν δυνάμει συνοχεύσαντα τη συναντάς στου ταχυφαγείου τον χώρο στάθμευσης. Αυτός που είχες δείρει, αυτός που στο νοσοκομείο έστειλες -σχεδόν κιμά αλεσμένο-  στο σπίτι βρίσκεται και προσπαθεί την κιθάρα να πάρει στα χέρια, μελαγχολικά να κλάψει στις νότες της επάνω. Μα κλαίει και δεν είναι από συγκίνηση. Ο ώμος του είναι ακόμα εξαρθρωμένος. Τα δάχτυλά του δεν δύνανται ακόμα να την παίξουν μαλακά, να την κάνουν γλυκά να ηχήσει. Το κούτελό του τσούζει, το μάγουλό του─ μπριζόλα κτυπημένη για κάρβουνο.  Ένας υπόκωφος, βουβός πόνος από τις ανήλεες γροθιές σου, τον σφάζει ακόμη. Ήσουν πιωμένος, μα όχι τόσο τύφλα για να μη βαράς στο ψαχνό. Δυστυχώς για κείνον. Να μάθει να μη βγάζει τη γλώσσα του περίπατο.

Δυστυχώς για σένα, η πεταλούδα της νυκτός είναι γνωστή του, είναι φιλεναδίτσα του, πουτανίτσα καλή. Με το που καταλαβαίνει ποιος είσαι στην κουβέντα απάνω, κρύος ιδρώτας την ελούζει. Δεν πα να εξηγείς─ άδικα. Δεν πα να παρλάρεις ως ρήτωρ, τζίφος!   Φοβάται μη τυχόν της κάνεις ζημιά. Το ξύλο δεν την διεγείρει, έχει μια ελάχιστη μα καθοριστική έλλειψη αναγκαίας διαστροφής. Μάταιος κόπος: έδειρες μα δεν θα γαμήσεις κιόλας!

Ξημερώματα. Περνάς πιωμένος απ’ το μαγαζί όπου τον εσάπισες στο ξύλο.  Το μαγαζί κλειστό. Μα κάθεται και την παίζει (την κιθάρα). Γύρω του κόσμος στα τραπέζια. Μπύρες απ’ το περίπτερο. Τον βλέπεις και σού γυρνάει το αίμα βουστροφηδόν. Κάθεσαι μπροστά του και τον κοιτάς στα μάτια με κείνο το μεθυσμένο βλέμμα του είρωνα. Τρέμει η ψυχή του. Βαράει τις χορδές άνευρα. Κι όμως, δεν κόβει.

Ονειροβατεί με δόσεις μεγαλείου. Μαρσάρει την κιθάρα− μουνοπαγίδα. Τρέφεται με νοίκια. Βαράει ψωλή και κιθάρα με μια κάποια χάρη.

Μια φωνή πετάγεται και λέει (μια γυναικεία φωνή): Είδατε, τι τα θέλετε τα δικαστήρια, ε; Δεν φτάνει που στράβωσε η παρτούζα,  να βγάλει κι ηθικό δίδαγμα από πάνω. Να τσιγκλήσει. Τι να σου πω κι εγώ αγόρι μου; Κρίμα που βγήκε ζωντανός από τα χέρια σου.

*

©Κωνσταντίνος Ν. Μακρής

φωτο: Στράτος Φουντούλης

✳︎

Σοφιαλένα Ψαρρά, Το παρκέ

Ο λυγμός της αντηχούσε μέσα στο μεγάλο σαλόνι με τα μπαρόκ έπιπλα. Πλησίασε τον δρύινο καναπέ με τα βελούδινα καλύμματα. Κάθισε δίπλα της και της άγγιξε διστακτικά, μα τρυφερά το χέρι. «Κακόμοιρο παιδί», ψιθύρισε στενάζοντας.

Πατέρα δεν γνώρισε. Δεν ήταν αυτός για μεγάλες ευθύνες. Η μάνα της πού να αντέξει το σούσουρο. Κλείστηκε μέσα για καιρό. Το βλέμμα της μονίμως χαμένο, τα μάτια θαμπά. Έπιανε μια δουλειά του ποδαριού, μα γρήγορα την παρατούσε. Κλεινόταν πάλι. Γιατροί, έξοδα, χρωστούμενα. Άφησε το σχολείο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφιαλένα Ψαρρά, Το παρκέ»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το φως εμακρύνετο

Δυο μικρές ιστορίες
σαν του κόσμου
το μέγα αντίκρισμα

[…ο πόνος,
το ακατάβλητο επιχείρημα
της ανθρωπότητας…]

Παλιό βύσσινο

Τόσα χρόνια που ‘χε να επισκεφτεί το χωριό, όλα είχαν αλλάξει. Περνούσε μέσα από τους ξαφνικούς και απροσδόκητους οικισμούς. Θυμόταν τοπία και μαγαζιά που ‘χαν κλείσει κάτω από το βάρος της παραίτησης που φέρνουν πάντα οι καιροί. Εδώ είναι που δεσπόζει το παλιό, θαρρείς και ετούτοι οι δρόμοι, τα μέρη αυτά, ήταν γραφτό τους να γίνουν κιβωτοί με τις μνήμες μας τις κυριαρχικές, σαν τα αγριόχορτα που φράζουν τις εισόδους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το φως εμακρύνετο»

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―εκδόσεις Ποταμός 2019

Η Σιωπή και ο Θάνατος του Λόγου στο Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή

Η νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή, έργο υψηλής ερμηνευτικής πυκνότητας και ξεχωριστής μορφικής συνοχής, εγγράφεται στις πιο ριζοσπαστικές και ενδοστρεφείς στιγμές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς συγκροτεί έναν αφηγηματικό κόσμο στον οποίο η κρίση του Λόγου συνδέεται άμεσα με τη φθορά της ιστορικής συνέχειας, της ηθικής τάξης και της υποκειμενικής συνοχής. Το έργο αναπτύσσεται σε ένα μετακαταστροφικό περιβάλλον βιοπολιτικού ελέγχου, γενετικού διαχωρισμού και ακραίας απομόνωσης, όπου η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως σταθερό μέσο νοηματοδότησης του κόσμου και μετατρέπεται σε ίχνος μιας πολιτισμικής μορφής που βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη»

Το Τρίτο Στεφάνι φοριέται και σήμερα ―από την Μαρία Ιωαννίδου

Από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Και γιατί τώρα; Ρωτούσαν όταν έλεγα ότι διαβάζω το Τρίτο Στεφάνι. Η αλήθεια είναι ότι δεν το διάβασα στον καιρό του, το 1972. Επανερχόμενη όμως στα Ρέστα του ίδιου συγγραφέα θαύμασα την αρχιτεκτονική των διηγημάτων της ακριβής του συλλογής. Την συνάρθρωσή τους σε ένα σύνολο που σε ταξιδεύει ανάμεσα σε καταστάσεις αποστασιοποιημένα. Με τη παράθεση γεγονότων, που αν και γαρνιρισμένα με συναισθήματα, αυτά να μην επικρατούν παρά ελλειπτικά, παράπλευρα. Στα Ρέστα κρίνω ότι ο Ταχτσής έδωσε ρέστα… και περιέγραψε και σκηνοθέτησε κι έστησε διαλόγους γλαφυρούς. Κυρίως τόλμησε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Το Τρίτο Στεφάνι φοριέται και σήμερα ―από την Μαρία Ιωαννίδου»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Belle Épire

[…Νύχτες μεγάλες
με το φόβο του απείρου
διπλοσφαγμένες νύχτες
με υπόκωφους θορύβους
τυραννικές και απέραντες…]
Η Κλεφτουριά του Κάτω Κόσμου”
Επί πιστώσει
Γιώργος Μαρκόπουλος

Ο Άλκης μπήκε στην Αθήνα, ήσυχα και μοναχικά. Πήρε τη βαλίτσα του από το πρακτορείο, ήσυχα και μοναχικά γύρεψε ένα δωμάτιο στην οδό Μενάνδρου. Τα κανόνισε και ανέβηκε πάνω. Οι πατριώτες πηγαίνανε και έρχονταν. Ξάπλωσε να ησυχάσει. Προτού κοιμηθεί είδε την υγρασία στις γωνιές της οροφής. Σκέφτηκε, τα σημάδια της φρίκης, μα δεν άντεξε. Ήσυχα και μοναχικά αποκοιμήθηκε.

Έπειτα ήρθε το όνειρο, του φεγγαριού τα αίματα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Belle Épire»