Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το φως εμακρύνετο

Δυο μικρές ιστορίες
σαν του κόσμου
το μέγα αντίκρισμα

[…ο πόνος,
το ακατάβλητο επιχείρημα
της ανθρωπότητας…]

Παλιό βύσσινο

Τόσα χρόνια που ‘χε να επισκεφτεί το χωριό, όλα είχαν αλλάξει. Περνούσε μέσα από τους ξαφνικούς και απροσδόκητους οικισμούς. Θυμόταν τοπία και μαγαζιά που ‘χαν κλείσει κάτω από το βάρος της παραίτησης που φέρνουν πάντα οι καιροί. Εδώ είναι που δεσπόζει το παλιό, θαρρείς και ετούτοι οι δρόμοι, τα μέρη αυτά, ήταν γραφτό τους να γίνουν κιβωτοί με τις μνήμες μας τις κυριαρχικές, σαν τα αγριόχορτα που φράζουν τις εισόδους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το φως εμακρύνετο»

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―εκδόσεις Ποταμός 2019

Η Σιωπή και ο Θάνατος του Λόγου στο Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή

Η νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή, έργο υψηλής ερμηνευτικής πυκνότητας και ξεχωριστής μορφικής συνοχής, εγγράφεται στις πιο ριζοσπαστικές και ενδοστρεφείς στιγμές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς συγκροτεί έναν αφηγηματικό κόσμο στον οποίο η κρίση του Λόγου συνδέεται άμεσα με τη φθορά της ιστορικής συνέχειας, της ηθικής τάξης και της υποκειμενικής συνοχής. Το έργο αναπτύσσεται σε ένα μετακαταστροφικό περιβάλλον βιοπολιτικού ελέγχου, γενετικού διαχωρισμού και ακραίας απομόνωσης, όπου η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως σταθερό μέσο νοηματοδότησης του κόσμου και μετατρέπεται σε ίχνος μιας πολιτισμικής μορφής που βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη»

Το Τρίτο Στεφάνι φοριέται και σήμερα ―από την Μαρία Ιωαννίδου

Από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Και γιατί τώρα; Ρωτούσαν όταν έλεγα ότι διαβάζω το Τρίτο Στεφάνι. Η αλήθεια είναι ότι δεν το διάβασα στον καιρό του, το 1972. Επανερχόμενη όμως στα Ρέστα του ίδιου συγγραφέα θαύμασα την αρχιτεκτονική των διηγημάτων της ακριβής του συλλογής. Την συνάρθρωσή τους σε ένα σύνολο που σε ταξιδεύει ανάμεσα σε καταστάσεις αποστασιοποιημένα. Με τη παράθεση γεγονότων, που αν και γαρνιρισμένα με συναισθήματα, αυτά να μην επικρατούν παρά ελλειπτικά, παράπλευρα. Στα Ρέστα κρίνω ότι ο Ταχτσής έδωσε ρέστα… και περιέγραψε και σκηνοθέτησε κι έστησε διαλόγους γλαφυρούς. Κυρίως τόλμησε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Το Τρίτο Στεφάνι φοριέται και σήμερα ―από την Μαρία Ιωαννίδου»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Belle Épire

[…Νύχτες μεγάλες
με το φόβο του απείρου
διπλοσφαγμένες νύχτες
με υπόκωφους θορύβους
τυραννικές και απέραντες…]
Η Κλεφτουριά του Κάτω Κόσμου”
Επί πιστώσει
Γιώργος Μαρκόπουλος

Ο Άλκης μπήκε στην Αθήνα, ήσυχα και μοναχικά. Πήρε τη βαλίτσα του από το πρακτορείο, ήσυχα και μοναχικά γύρεψε ένα δωμάτιο στην οδό Μενάνδρου. Τα κανόνισε και ανέβηκε πάνω. Οι πατριώτες πηγαίνανε και έρχονταν. Ξάπλωσε να ησυχάσει. Προτού κοιμηθεί είδε την υγρασία στις γωνιές της οροφής. Σκέφτηκε, τα σημάδια της φρίκης, μα δεν άντεξε. Ήσυχα και μοναχικά αποκοιμήθηκε.

Έπειτα ήρθε το όνειρο, του φεγγαριού τα αίματα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Belle Épire»

Αντώνης Νικολής, Ο Θάνατος του Μισθοφόρου ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Ο Θάνατος του Μισθοφόρου, εκδόσεις Ροδακιό 2016

ΤΟ ΔΙΑΥΓΕΣ ΣΚΟΤΑΔΙ

Υποκειμενικότητα, επιθυμία και ενοχή

στον Θάνατο του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή

  1. Εισαγωγή

Ο Θάνατος του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή συνιστά μυθιστόρημα ακραίας εσωτερίκευσης, στο οποίο η επιθυμία, η ενοχή, το τραύμα και η σωματικότητα οργανώνονται σε μια αφήγηση υψηλής αισθητικής πυκνότητας και έντονης υπαρξιακής φόρτισης. Η αφηγηματική του κίνηση ακολουθεί τη ρευστή και αποδιοργανωμένη εμπειρία της συνείδησης του ήρωα, διασαλεύοντας διαρκώς τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό, στη μνήμη, στη φαντασίωση και στο όραμα. Το έργο διευρύνεται έτσι πέρα από τα όρια μιας δραματικής ιστορίας ερωτικής εμμονής ή ενοχής και αναδεικνύεται σε σύνθετη λογοτεχνική επεξεργασία της σχέσης του υποκειμένου με την επιθυμία, τον Άλλον, το σώμα, το πένθος και τον θάνατο.

Σκοπός του παρόντος δοκιμίου είναι η εξέταση του μυθιστορήματος τόσο ως αφηγηματικής και δραματουργικής κατασκευής όσο και ως έργου φιλοσοφικού και ερμηνευτικού βάθους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Ο Θάνατος του Μισθοφόρου ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη»

Σοφιαλένα Ψαρρά, Η στάση

Έφτασε ασθμαίνοντας στη στάση. Πάλι δεν πρόλαβε το λεωφορείο. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Ήξερε πως τέτοια ώρα τα δρομολόγια περνούσαν αραιά. Θα έπρεπε να περιμένει για ώρα. Έκανε παγωνιά. Ο ψυχρός και νοτισμένος άνεμος τής προκάλεσε τρέμουλο και ανέβασε μέχρι τα ζυγωματικά το γαριασμένο μάλλινο κασκόλ της. Αλήθεια πόσες ώρες είχε χάσει σε αυτή τη στάση του λεωφορείου; Η σκέψη αυτή την αναστάτωσε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφιαλένα Ψαρρά, Η στάση»

Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο, εκδόσεις Ποταμός 2018

Η τραυματική μήτρα της αφήγησης:

Ο χώρος του οικείου, του πένθους και της ταυτότητας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η νουβέλα Το Γυμναστήριο του Αντώνη Νικολή αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές και τολμηρές αφηγηματικές καταθέσεις της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Πρόκειται για ένα σκοτεινό, υπνωτικό κείμενο που διερευνά τον οικιακό χώρο ως πεδίο τραύματος, πένθους και αποδόμησης της ταυτότητας. Η αφήγηση εκκινεί από την απώλεια της μητέρας των δύο ηρωίδων και εξελίσσεται σε ένα τοπίο ψυχικής αποσύνθεσης, όπου σώμα, μνήμη και γλώσσα φθείρονται παράλληλα.

Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει τη νουβέλα μέσα από τη φεμινιστική ψυχαναλυτική θεωρία (Kristeva, Irigaray, Grosz) και τη θεωρία της queer αρνητικότητας (Edelman, Halberstam), υποστηρίζοντας ότι Το Γυμναστήριο διαμορφώνει μια λογοτεχνική αντίσταση απέναντι στις ετεροκανονικές και χρονικά καθορισμένες δομές. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το επιθυμητικόν

Εισί γάρ δή
οι περί τάς τελετάς
ναρθηκοφόροι μέν πολλοί,
βάκχοι δε τε παύροι
Πλάτων

αφήγημα σκέτη μασκαράτα

Ήταν τόσο κουρασμένος. Σύρθηκε ως την αποβάθρα του σταθμού. Δεν είχε κέφι μήτε να σκεφτεί και έτσι μηχανικά, όπως κάνει ένα καλά εκπαιδευμένο ζώο, ακολούθησε την ίδια διαδρομή, έστριψε στον ίδιο διάδρομο, διάλεξε μέχρι και το ίδιο μηχάνημα επικυρώσεως. Και έτσι ζώντας τελείως μηχανικά, έφθασε ως την αποβάθρα.

Όλα έρημα, ένας εδώ και κάποιος άλλος λίγο παραπέρα, στο φόντο των λεπτών που απομένουν. Δεν το ‘θελε – και είναι ανακρίβεια κατόπιν της εναρκτήριας παραδοχής – μα συλλογίστηκε πως πάνε χρόνια τώρα που τα καινούρια ρολόγια μετρούν μόνο ανάποδα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το επιθυμητικόν»