Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Χειραφέτηση

Κάθεστε στου μπαρ τη μπάρα. Όμορφες, στολισμένες, μαλλί μακρύ σα καταρράχτης στην πλάτη. Φτιαγμένες στην εντέλεια. Όλο χαμόγελα και τσιριμόνιες με τ’ αρσενικά. Ανεξάρτητες, εργατικές, κονομημένες. Πιο κάτω απ’ τα τριάντα, μα λεύτερες. Τα αρσενικά όπως οι μύγες στο γάλα μέσα. Σας κάνουν κόρτε αφειδώς. Μα σεις περήφανες, συγκαταβατικές. Όλο γελάτε κι όλο λέτε ναι. Μα σαν έρθει η ώρα το πράμα να πάει παρακάτω, στο παρασύνθημα σαν μπούνε ορισμένως, το στρίβετε και κόβετε μαχαίρι το κάθε αρσενικό μέλος με μια άρνηση φτηνή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Χειραφέτηση»

Σοφιαλένα Ψαρρά, Το σακάκι

Mε αγέρωχο βήμα έσπρωξε για ακόμα ένα πρωινό τη μεγάλη γυάλινη πόρτα και παρατήρησε μειδιώντας την αντανάκλαση της μορφής του πάνω στο τζάμι. Έντονα ζυγωματικά, καλοσχηματισμένα φρύδια. Τα πυκνά πυρόξανθα μαλλιά -δύσκολα τιθασεύονταν- έπεφταν στο μέτωπό του σαν διάδημα. Το πορφυρό σακάκι τού άγγιζε τους ώμους του σαν βασιλικός μανδύας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφιαλένα Ψαρρά, Το σακάκι»

Κία Φιλιππίδου, Σε χασαπόχαρτο

«Φέρε μου τον οικογενειακό «πάπυρο» σε παρακαλώ»

«Δεν μπορώ, βαριέμαι»

Η φωνή ακούστηκε από πολύ κοντά, σήκωσε έκπληκτος το κεφάλι και τον είδε μπροστά του. Τον «πάπυρο» και από πίσω τον γιό του με ύφος σκανταλιάρικο και χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά.

«Πότε πρόλαβες;»

«Ήξερα ότι θα τον ζητήσεις. Κάθε χρόνο, όταν φτάνουμε με στέλνεις πάνω να τον φέρω» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κία Φιλιππίδου, Σε χασαπόχαρτο»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Μετά βουκολικός ιμπρεσιονισμός ή η αρπαγή του ποιμνιοστασίου

Ανταπόκριση σε καθημερινή εκπομπή με  θέμα
τα νέα του βουνού
και της στάνης

“Η Μαριαλένα που βρίσκεται επί ποδός, μας μεταφέρει τον παλμό. Στο μεταξύ, κληρώνεται ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο”.

Χειροκροτούν όλοι εδώ, είναι ένα καταπληκτικό αυτοκίνητο. “Έλα Μαριαλένα”.

Λάμπουν τα χρυσά φλουριά στην ποδιά της παρουσιάστριας και το αυτοκίνητο είναι σκεπασμένο με ένα χράμι, σκέτο αριστούργημα των ταπητουργίων του κάμπου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Μετά βουκολικός ιμπρεσιονισμός ή η αρπαγή του ποιμνιοστασίου»

Αριστούλα Δάλλη, Οι κόρες της Δήμητρας ― από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Αριστούλα Δάλλη, Οι κόρες της Δήμητρας, εκδόσεις, Βακχικόν

Η πορεία προς την κάθαρση

Η Αριστούλα Δάλλη εμφανίζεται με τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων της, δύο χρόνια αργότερα από την πρώτη της προσωπική εκδοτική εμφάνιση (Το δέρμα της φώκιας, εκδ. Βακχικόν). Η συλλογή αποτελείται από σαράντα έξι διηγήματα, κυρίως, μικρής φόρμας. Ο λόγος της λιτός, ισορροπεί μεταξύ ρημάτων κίνησης και επιθέτων με ικανή εικονοποιητική δύναμη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αριστούλα Δάλλη, Οι κόρες της Δήμητρας ― από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τζάγκουαρ

Δυο ιστορίες

Πιθανολόγιον

Δεν πάει πολύς καιρός. Τα στεφάνια είναι ακόμη φρέσκα. Για αυτό και κάθε πρωί έχει τόση παρέα, παιδιά να δουν τα μάτια σου, να φτιάχνουν με μια τόση δα κλωστίτσα κάτι απίθανα μπουκέτα. Τα ακούει πάνω από το κεφάλι του που σέρνουν τα πόδια τους, άλλοτε τσακώνονται. Μα το χειρότερο είναι όταν παίζουν πετροπόλεμο και θαρρείς πως θα φας και εσύ καμία στο κεφάλι.

Βεβαίως, θα πει κάποιος, “και τι φοβάσαι; μην χτυπήσεις;”. Και ίσως και να γελάσει με την καρδιά του, ποιος να τον καταδικάσει; Πώς να του πεις ότι εδώ κάτω υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που συλλογίζονται τη ζωή τους; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τζάγκουαρ»

Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Αποτυχημένη Παρτούζα

Ήσουν έτοιμος να συνεργαστείς─ καυλοπυρέσσων να εισχωρήσεις σε αιδοίο πρόθυμο. Νύχτα. Στην παραλιακή λεωφόρο. Με τον εν δυνάμει συνοχεύσαντα τη συναντάς στου ταχυφαγείου τον χώρο στάθμευσης. Αυτός που είχες δείρει, αυτός που στο νοσοκομείο έστειλες -σχεδόν κιμά αλεσμένο-  στο σπίτι βρίσκεται και προσπαθεί την κιθάρα να πάρει στα χέρια, μελαγχολικά να κλάψει στις νότες της επάνω. Μα κλαίει και δεν είναι από συγκίνηση. Ο ώμος του είναι ακόμα εξαρθρωμένος. Τα δάχτυλά του δεν δύνανται ακόμα να την παίξουν μαλακά, να την κάνουν γλυκά να ηχήσει. Το κούτελό του τσούζει, το μάγουλό του─ μπριζόλα κτυπημένη για κάρβουνο.  Ένας υπόκωφος, βουβός πόνος από τις ανήλεες γροθιές σου, τον σφάζει ακόμη. Ήσουν πιωμένος, μα όχι τόσο τύφλα για να μη βαράς στο ψαχνό. Δυστυχώς για κείνον. Να μάθει να μη βγάζει τη γλώσσα του περίπατο.

Δυστυχώς για σένα, η πεταλούδα της νυκτός είναι γνωστή του, είναι φιλεναδίτσα του, πουτανίτσα καλή. Με το που καταλαβαίνει ποιος είσαι στην κουβέντα απάνω, κρύος ιδρώτας την ελούζει. Δεν πα να εξηγείς─ άδικα. Δεν πα να παρλάρεις ως ρήτωρ, τζίφος!   Φοβάται μη τυχόν της κάνεις ζημιά. Το ξύλο δεν την διεγείρει, έχει μια ελάχιστη μα καθοριστική έλλειψη αναγκαίας διαστροφής. Μάταιος κόπος: έδειρες μα δεν θα γαμήσεις κιόλας!

Ξημερώματα. Περνάς πιωμένος απ’ το μαγαζί όπου τον εσάπισες στο ξύλο.  Το μαγαζί κλειστό. Μα κάθεται και την παίζει (την κιθάρα). Γύρω του κόσμος στα τραπέζια. Μπύρες απ’ το περίπτερο. Τον βλέπεις και σού γυρνάει το αίμα βουστροφηδόν. Κάθεσαι μπροστά του και τον κοιτάς στα μάτια με κείνο το μεθυσμένο βλέμμα του είρωνα. Τρέμει η ψυχή του. Βαράει τις χορδές άνευρα. Κι όμως, δεν κόβει.

Ονειροβατεί με δόσεις μεγαλείου. Μαρσάρει την κιθάρα− μουνοπαγίδα. Τρέφεται με νοίκια. Βαράει ψωλή και κιθάρα με μια κάποια χάρη.

Μια φωνή πετάγεται και λέει (μια γυναικεία φωνή): Είδατε, τι τα θέλετε τα δικαστήρια, ε; Δεν φτάνει που στράβωσε η παρτούζα,  να βγάλει κι ηθικό δίδαγμα από πάνω. Να τσιγκλήσει. Τι να σου πω κι εγώ αγόρι μου; Κρίμα που βγήκε ζωντανός από τα χέρια σου.

*

©Κωνσταντίνος Ν. Μακρής

φωτο: Στράτος Φουντούλης

✳︎

Σοφιαλένα Ψαρρά, Το παρκέ

Ο λυγμός της αντηχούσε μέσα στο μεγάλο σαλόνι με τα μπαρόκ έπιπλα. Πλησίασε τον δρύινο καναπέ με τα βελούδινα καλύμματα. Κάθισε δίπλα της και της άγγιξε διστακτικά, μα τρυφερά το χέρι. «Κακόμοιρο παιδί», ψιθύρισε στενάζοντας.

Πατέρα δεν γνώρισε. Δεν ήταν αυτός για μεγάλες ευθύνες. Η μάνα της πού να αντέξει το σούσουρο. Κλείστηκε μέσα για καιρό. Το βλέμμα της μονίμως χαμένο, τα μάτια θαμπά. Έπιανε μια δουλειά του ποδαριού, μα γρήγορα την παρατούσε. Κλεινόταν πάλι. Γιατροί, έξοδα, χρωστούμενα. Άφησε το σχολείο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφιαλένα Ψαρρά, Το παρκέ»