Σταυρούλα Χριστοδουλάκου, Σκοτεινά καλοκαίρια ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Σμίλη

ΕΝΣΤΑΝΤΑΝΕ ΜΙΑΣ ΑΛΛΟΚΟΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Άλλαζε ξαφνικά η θερμοκρασία, έπεφτε κατακόρυφα όταν διέσχιζα με το μηχανάκι μου το γεφυράκι πάνω απ’ τα βαλτόνερα, νιώθοντας εκείνο το γνώριμο ρίγος να με διαπερνά, σωτήριο κι ευλογημένο μόνο το κατακαλόκαιρο, όταν το νησί βούλιαζε από ζέστη και άπνοια , συνάμα με ορδές ντόπιων ή ξένων τουριστών.

Χρόνια διακοπές εκεί, από μικρό παιδί, στο ημιορεινό χωριό της μάνας μου, μεγάλο σόι, μπαρμπάδες, θειες, ξαδέλφια και φίλοι που εναλλάσσονταν για ολιγοήμερες διακοπές. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σταυρούλα Χριστοδουλάκου, Σκοτεινά καλοκαίρια ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα, εκδόσεις Το Ροδακιό

Από τον ατμό στον ορίζοντα

Σώμα, μνήμη και ο μέλλοντας της αφήγησης στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή: Μνήμη, αφήγηση και επιστροφή

Το πλοίο ρίχνει άγκυρα την ώρα που ξημερώνει και ο Μιχάλης, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια απουσίας, κοιτάζει από το κατάστρωμα το νησί της εφηβείας του. Οι γραμμές του τοπίου διαφεύγουν, η πόλη μοιάζει περισσότερο χτισμένη, οι πλαγιές του Δίκαιου περισσότερο μαντεύονται παρά φαίνονται, ενώ λίγα σταθερά σημεία, οι επάλξεις του κάστρου των Ιπποτών, ο βραχίονας του παλιού λιμανιού, επιμένουν ως βεβαιότητες ενός τόπου που έχει μετακινηθεί μέσα στον χρόνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη»

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Όταν μας βρίσκει η πίεση-19 ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Σμίλη

Παρουσίαση

Σ’ ένα χωριό λογοτεχνών και ανθρώπων της Τέχνης (εν μέσω της πανδημίας του Covid-19 και στο υπνωτιστικό περιβάλλον της λουσιφερίνης) θα συγκρουστούν δύο ομάδες: οι ντόπιοι θαμώνες στο Καφενείο του χωριού και οι ξένοι εισβολείς, που καταφθάνουν με άμαξες και δυναμίτες για να εκπολιτίσουν τους χωριάτες. Το διακύβευμα είναι το τρένο που επιτέλους πρέπει να περάσει από αυτά τα άγονα και εγκαταλειμμένα μέρη. Είναι μεσάνυχτα και πρέπει οπωσδήποτε να βάλουν τώρα δυναμίτη στην πλατεία. Ωστόσο, βρίσκονται αντιμέτωποι μ’ ένα ανυπέρβλητο, όπως φαίνεται, εμπόδιο: τον άνθρωπο που έχει καταλάβει το κέντρο της πλατείας και απαγγέλλει -ολημερίς, εκστατικά και ανενόχλητος- ποίηση και άλλα ακατανόητα. Κανείς δεν τολμά να τον αγγίξει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα, Όταν μας βρίσκει η πίεση-19 ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»

Αντώνης Νικολής, Διονυσία ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Διονυσία, Το Ροδακιό, 2012

Η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας
Φαινομενολογία του ανέκφραστου στη Διονυσία του Αντώνη Νικολή

«When beggars die there are no comets seen.
The heavens themselves blaze forth the death of princes.»

«Όταν πεθαίνουν οι ζητιάνοι, κανένας κομήτης δεν εμφανίζεται.
Οι ίδιοι οι ουρανοί φλέγονται προμηνύοντας τον θάνατο των πριγκίπων.»

William Shakespeare, Julius Caesar, II, 2, 30–31

Εισαγωγή
Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα ασκούν κάποτε μια μεθοδική σκληρότητα, οδηγώντας το βλέμμα προς εκείνες τις όψεις της ανθρώπινης και κοινωνικής εμπειρίας που η συνείδηση προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι. Η Διονυσία ανήκει σε εκείνα τα κείμενα όπου η αφήγηση μετατρέπεται σε καθρέφτη μιας πραγματικότητας δύσκολης στην αναγνώρισή της, καθώς μέσα της η σύγχρονη κοινωνία διακρίνει, με μια δυσφορία που μόλις κατορθώνει να συγκαλύψει, το ίδιο της το πρόσωπο.

Η Διονυσία του Αντώνη Νικολή τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης μια ανθρώπινη ύπαρξη από εκείνες που η κοινωνική πραγματικότητα απορροφά σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα στις λειτουργίες της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Διονυσία ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη»

Μάκης Τσίτας, Τσίχλες ταξιδίου ―από την Αλεξία Βλάρα

Μάκης Τσίτας, Τσίχλες ταξιδίουΕκδόσεις Μεταίχμιο

Το βιβλίο Τσίχλες ταξιδιού του Μάκη Τσίτα συγκροτεί ένα πολυφωνικό και βαθιά ανθρώπινο σύμπαν, όπου η καθημερινότητα αποκτά δραματικό βάθος και η φαινομενική απλότητα μετατρέπεται σε πεδίο υπαρξιακής αναμέτρησης. Μέσα από δεκαεννέα σύντομα διηγήματα, ο συγγραφέας σκιαγραφεί χαρακτήρες που παλεύουν να σταθούν όρθιοι απέναντι σε έναν κόσμο που διαρκώς τους δοκιμάζει, κουβαλώντας τις μικρές και μεγάλες τους πληγές με μια σιωπηλή αξιοπρέπεια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάκης Τσίτας, Τσίχλες ταξιδίου ―από την Αλεξία Βλάρα»

Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Χειραφέτηση

Κάθεστε στου μπαρ τη μπάρα. Όμορφες, στολισμένες, μαλλί μακρύ σα καταρράχτης στην πλάτη. Φτιαγμένες στην εντέλεια. Όλο χαμόγελα και τσιριμόνιες με τ’ αρσενικά. Ανεξάρτητες, εργατικές, κονομημένες. Πιο κάτω απ’ τα τριάντα, μα λεύτερες. Τα αρσενικά όπως οι μύγες στο γάλα μέσα. Σας κάνουν κόρτε αφειδώς. Μα σεις περήφανες, συγκαταβατικές. Όλο γελάτε κι όλο λέτε ναι. Μα σαν έρθει η ώρα το πράμα να πάει παρακάτω, στο παρασύνθημα σαν μπούνε ορισμένως, το στρίβετε και κόβετε μαχαίρι το κάθε αρσενικό μέλος με μια άρνηση φτηνή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Χειραφέτηση»

Σοφιαλένα Ψαρρά, Το σακάκι

Mε αγέρωχο βήμα έσπρωξε για ακόμα ένα πρωινό τη μεγάλη γυάλινη πόρτα και παρατήρησε μειδιώντας την αντανάκλαση της μορφής του πάνω στο τζάμι. Έντονα ζυγωματικά, καλοσχηματισμένα φρύδια. Τα πυκνά πυρόξανθα μαλλιά -δύσκολα τιθασεύονταν- έπεφταν στο μέτωπό του σαν διάδημα. Το πορφυρό σακάκι τού άγγιζε τους ώμους του σαν βασιλικός μανδύας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφιαλένα Ψαρρά, Το σακάκι»

Κία Φιλιππίδου, Σε χασαπόχαρτο

«Φέρε μου τον οικογενειακό «πάπυρο» σε παρακαλώ»

«Δεν μπορώ, βαριέμαι»

Η φωνή ακούστηκε από πολύ κοντά, σήκωσε έκπληκτος το κεφάλι και τον είδε μπροστά του. Τον «πάπυρο» και από πίσω τον γιό του με ύφος σκανταλιάρικο και χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά.

«Πότε πρόλαβες;»

«Ήξερα ότι θα τον ζητήσεις. Κάθε χρόνο, όταν φτάνουμε με στέλνεις πάνω να τον φέρω» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κία Φιλιππίδου, Σε χασαπόχαρτο»