Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Πτήση 447 της Air France

Τ

ην 1η Ιουνίου του σωτηρίου έτους 2009, αεροπλάνο τύπου airbus 330 της εταιρείας Air France,  αριθμού νηολογίου F-GZCP,  που εκτελούσε το δρομολόγια Ρίο ντε Τζανέιρο-Παρίσι εξαφανίστηκε από τα ραντάρ δύο ώρες μετά την αναχώρηση του. Τα συντρίμμια του εντοπίστηκαν ύστερα από μια βδομάδα στον Ατλαντικό ωκεανό. Ένα χρόνο αργότερα ο Γάλλος εμπειρογνώμονας Claude Izzo, έστειλε το τελικό πόρισμα του στις αρμόδιες υπηρεσίες, ωστόσο συνέταξε και ένα παράλληλο περισσότερο φιλοσοφικού και υπαρξιακού ενδιαφέροντος με γνώμονα το προσωπικό του δράμα που αποφάσισε να εμπιστευτεί στο λογοτεχνικό περιοδικό “Lire”. Το δημοσιεύουμε αυτούσιο έχοντας διατηρήσει την ορθογραφία και τα σημεία στίξεως αναλλοίωτα.

« Μετά από πολύμηνη έρευνα και σύμφωνα με την απομαγνητοφώνηση των μαύρων κουτιών και τα ευρήματα της ατράκτου, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το αεροπλάνο έχασε τις ρυθμίσεις του λόγω παγώματος των εξωτερικών αισθητήρων ταχύτητας με αποτέλεσμα να εμφανίζονται αλλοπρόσαλλες και αναξιόπιστες αερομετρικές πληροφορίες στα όργανα του πιλοτηρίου. Ο άπειρος πιλότος Πιέρ Μπονίν αποσυνέδεσε τον αυτόματο πιλότο και ανύψωσε το ρύγχος ανεβάζοντας το αεροπλάνο στα 37.500 πόδια, το λεπτό στρώμα αέρα  ήταν αδύνατον να διατηρήσει την πτητική του ικανότητα. Αυτό συνέβη γιατί βασίστηκε στις λανθασμένες ενδείξεις θεωρώντας ότι έχανε ύψος. Να πω εδώ ότι ένας βασικός κανόνας της αεροναυπηγικής υπαγορεύει ότι αν ένα αεροσκάφος χάσει τις ρυθμίσεις του και εξακολουθεί να είναι αξιόπλοο ο κυβερνήτης το αφήνει να πετάει ως έχει μέχρι αυτές να επανέλθουν. Γιατί όμως ο νεαρός Μπονίν προέβη σε αυτή την αψυχολόγητη κίνηση; Αυτό είναι κάτι που μπορώ να εξηγήσω  μόνο με γνώμονα το προσωπικό μου δράμα…

» Πριν δύο χρόνια ήμουν ένας ευτυχισμένος οικογενειάρχης, ένας ευσυνείδητος επαγγελματίας με μια υπέροχη σύζυγο και μια πανέμορφη κόρη που μόλις είχε περάσει στο Baccalaureate και ετοιμαζόταν για την είσοδο της στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Ένα ανεξήγητο και αναίτιο κενό άνοιξε τότε ξαφνικά μέσα μου, κάτι απροσδιόριστο που με βύθιζε στη μελαγχολία και ακύρωνε όλα τα επιτεύγματα μου. Οι εξωτερικοί μου αισθητήρες αδυνατούσαν να αποκωδικοποιήσουν τα ερεθίσματα, η γυναίκα μου μου φαινόταν αδιάφορη, η κόρη μου άσχημη, η δουλειά μου απαίσια. Άρχισα να συχνάζω στο περιβόητο Le cien qui fummes στο Monparnasse, μαζί με αλκοολικούς και ναυάγια. Η μαυρίλα είχε κάτι το μυστικιστικό που έδινε στη συγκεκριμένη φάση της ζωής μου το μοναδικό της νόημα. Αργότερα ανακάλυψα το τζόγο, και μετά της πουτάνες. Περιφερόμουν στην Pigale δοκιμάζοντας κάθε λογής βίτσια, μυήθηκα στην ουρολαγνεία και την εναλλαγή ρόλων. Αποξενωνόμουν σταδιακά από την ακρυλική, οικογενειακή θαλπωρή. Άδειαζα την τσέπη μου και επιβάρυνα το συκώτι μου.

»Κάτι κοινοί γνωστοί που με είδαν ένα βράδυ να εισέρχομαι σε κάποιο λαϊκό μπουρδέλο το μετέφεραν στη γυναίκα μου, αυτό σε συνδυασμό με τη διασπάθιση του οικογενειακού μας λογαριασμού, που ως τότε δικαιολογούσα προσχηματιζόμενος μεγαλόπνοες επενδύσεις,  με οδήγησαν σε ένα καταστροφικό και κοστοβόρο διαζύγιο. Τους τελευταίους μήνες ζω μόνος σε μια γκαρσονιέρα κοντά στο δάσος της Βουλώνης, δεν έχω αλλάξει τις πρότερες συνήθειες μου αλλά τις έχω περιορίσει αισθητά, το ίδιο και την κατανάλωση αλκοόλ. Όμως για πρώτη φορά νιώθω ευτυχισμένος. Υπό το πρίσμα των τελευταίων εξελίξεων, και σχετικά με την πρόσφατη συντριβή του μοιραίου αεροπλάνου, καταλήγω σε ένα συμπέρασμα που εντούτοις απέκρυψα σκόπιμα από το επίσημο πόρισμα. Πιθανώς ο νεαρός Μπονίν να ανύψωσε σκόπιμα το ρύγχος του αεροσκάφους, θέλοντας ίσως και ο ίδιος να νιώσει αυτή την στιγμιαία, απροσδιόριστη υποψία έκστασης και ζωής λίγο πριν τη συντριβή του…»

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης