Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Φίλτρα Φωτισμού


Δράμα

Με δαμασκηνί φωτισμούς
Και τον ήχο Μιας βροχής

Mελαγχολικό σκηνικό επαρχιακού καφενείου. Παλιά κάδρα, άδεια ψυγεία, βαλσαμωμένα κυνήγια και πολλές ρέπλικες από τα διασημότερα πλεούμενα αυτού του κόσμου. Αρχαίοι τοίχοι, χώμα κάτω και σιδερένια τραπεζάκια με ψάθινες καρέκλες που έχουν πια λησμονήσει την παραδοσιακή και ευγενική τους ομορφιά. Ακούγεται ο ήχος της βροχής που πνίγει εδώ και μέρες το νησί. Οι θαμώνες στέκουν μαζεμένοι στις δικές τους σκέψεις, κάτω από το φως μιας αδύναμης γκαζολάμπας. Το παραδοσιακό αυτό καφενείο δεν έχει φώτα, μαρκίζες, προσόψεις, μονάχα παλιούς τενεκέδες φορτωμένους με ανεμώνες και χειμωνανθούς που αντέχουν στον παγωμένο άνεμο. Στο φόντο απλώνεται το αμφιθέατρο των κυβιστικών σπιτιών, στα πρότυπα της βίλας του Λίντο που συνιστά μια ακραία έκφραση όλων ανεξαιρέτως των τάσεων.

Στο κεντρικό μαγαζί κάθονται σιωπηλές τρεις μορφές. Πίνουν από ώρα και μια ματιά πάνω τους μπορεί να βεβαιώσει τις παράλογες και μεθυσμένες τους καρδιές. Είναι ο δήμαρχος, ο αστυνόμος και η κυρία του, ντυμένη ελαφρά, προκαλώντας τα βλέμματα των σερβιτόρων που τριγυρίζουν πλάι της, ξοδεύοντας την ομορφιά της. Η βροχή δυναμώνει, οι τρεις τους στέκουν σιωπηλοί. Μοιάζουν με παλιούς φίλους που συναντιούνται ξανά έπειτα από δεκαετίες και τώρα πια κανείς τους δεν γνωρίζει τον τρόπο να πεθάνει και να θυμηθεί, τον τρόπο να αγαπηθεί κανείς δεν γνωρίζει πια. Ο φωτισμός στην σάλα είναι χαμηλός. Από το παράθυρο του καφενείου φαίνεται κάποιος αστερισμός και μια ιδέα του φεγγαριού. Η βροχή δεν θα πάψει καθ΄όλη την διάρκεια του έργου. Σ΄όλα τα μάτια θα βαθύνει την μικρή, μυστική στοά που μονάχα στους μυημένους της πλατείας κάποτε θ΄αποκαλυφθεί. Όμως, κάποτε όταν τα θέατρα και οι σκηνογραφίες θ΄απομείνουν συντρίμμια και άδεια χειρόγραφα και τίποτε. Μην λησμονήσετε ποτέ την βροχή  και τις αδέξιες τροπές της μοίρας μας. Διαδραματίζουν έναν ρόλο αινιγματικό και υπόκωφο σε αυτό το πρωτόλειο.

Ακούγεται ένας δυνατός κρότος. Κάποιος μπαίνει στο μαγαζί, βρεγμένος ως το κόκκαλο. Κλείνει την πόρτα πίσω του, στέκει και κοιτάζει γύρω. Δεν είναι κάποιος από αυτά τα μέρη, δεν είναι κανείς. Βαδίζει αργά, επιφυλακτικά, κάθεται σ΄ένα αδειανό τραπέζι, κάτι λέει και σωπαίνει.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: Έξω χαλάει ο κόσμος. Ο δρόμος πέρα από την εκκλησία έχει πλημμυρίσει. Κατεβάζει τρακτέρ, πνιγμένα κοπάδια, δέντρα και ό,τι βάνει ο νους σου. Ο θεός μας ξέχασε, σας λέω.

Κανείς δεν απαντά, όλοι συλλογίζονται τα βρεγμένα, κατακόκκινα χείλη του. Οι καρδιές τους σπαράζονται από μια άγνωστη αιτία, το πάθος και η θλίψη τους κρατιούνται από ένα, τελευταίο φράγμα. Στο τέλος ετούτης της νύχτας κανείς δεν θα ΄ναι ο ίδιος άνδρας. Πάντα, τα κόκκινα χείλη.

ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: (κάτι ψιθυρίζει στον δήμαρχο την ώρα που εκείνος διαλύεται) Δεν γνωρίζω ποιος είναι. Πρώτη φορά τον βλέπω εδώ γύρω. Θα΄φτασε με το νυχτερινό βαπόρι, ίσως είναι φυγάς, κάποιος δραπέτης, ίσως πίσω του σέρνει μια φριχτή ιστορία. Θα μάθω και ίσως αύριο να διαθέτω όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες, κύριε.

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: (χαμογελά, στην αρχή ήσυχα και υπαινικτικά προτού ξεσπάσει σε τρομερές κραυγές. Απότομα σταματά και κάτι λέει στον κόρφο του αστυνόμου.)

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: Ξέρω καλά πως κανείς σας δεν με πίστεψε, πως τούτα τα κουρέλια (δείχνει το αποκοιμισμένο πλήθος γύρω του) γελούν μαζί μου. Λύκοι! Να τι είστε όλοι σας! Λύκοι σε κύκλο τρομερό!

ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: (σαν να προσβλήθηκε τινάζει το σώμα του μακριά από τον δήμαρχο) Δεν ξέρετε τι κάνετε! Οι περασμένοι αυτού του κόσμου ακούνε και προσμένουν. Σας παρακαλώ ηρεμήστε κύριε, για τον θεό!

Η γυναίκα του αστυνόμου, ντυμένη προκλητικά χαϊδεύει τ΄άσπρα του μαλλιά.)

ΓΥΝΑΙΚΑ: (απλώνει το χέρι της και αγγίζει τον δήμαρχο που ευθύς συνέρχεται. Μα το άλλο χέρι της λειτουργεί προδοτικά προς όφελος των αρχών. Απευθύνεται με ύφος Μέριλυν και την γλυκύτητα της ανατολή στον έκπληκτο αστυνόμο.)

 Μην ταράζεστε! Καταλάβετε πως δεν πρόκειται παρά για μια αθώα αμφισβήτηση. Πάω στοίχημα πως θα νιώσετε καλύτερα, αν συγχωρέσετε τους τρόπους του. Σκεφτείτε, κιόλας τις πράξεις μας τις σκεπάζει η λευκή, καταπραϋντική και αξεδιάλυτη σκόνη. Τι λέτε; Λοιπόν;

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: (γοητευμένος και αμήχανος κοιτάζει το χέρι της, το πρόσωπό της που γίνηκε φιλήδονο και αινιγματικό πολύ. Οι δυο άλλοι στρέφουν περιφρονητικά, δίχως συγχώρεση το πρόσωπό τους.)

 Σας λέω, τους είδα με τα ίδια μου τα μάτια! Τινάζονταν σαν ψάρια, όχι, όχι καλύτερα σαν χαρταετοί και έπειτα βυθίζονταν στο πέλαγο. Περνούν όλη τους την ζωή στις σπάνιες νησίδες με τις ολομόναχες ελιές. Καταλαβαίνετε;

ΓΥΝΑΙΚΑ : (τραβά το χέρι της διακριτικά, κοιτάζοντας το τραπέζι, τα λιγοστά της διαμάντια που γερνούν) ω, μα σίγουρα, σίγουρα τους είδατε! Θα ΄ταν υπέροχο το θέαμα. Ωστόσο φαντάζεστε τι τρομερή και ασύλληπτη εικόνα; Όλοι εκείνοι οι πνιγμένοι να τινάζονται μέσα από το νερό, δίχως δελφινιέρες να πλέουν, δίχως πυξίδες, ω κύριε τι ευγενική και ωραία εικόνα.

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: (αγγίζει το χέρι της γυναίκας πιο σκληρά, πιο βίαια) Στα μάτια τους καθρεφτιζόταν μια απερίγραπτη συγνώμη. Τίποτε άλλο δεν θυμάμαι. Όμως τους είδα και οι τρόποι σας, κυρία (φιλά το χέρι της), δεν αρμόζουν σε κάποια με τέτοια θέση, με τέτοιο κύρος.

ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ: (αγγίζει τρυφερά το πρόσωπό της. Η προδοσία εξελίσσεται.)

Είσαι τόσο όμορφη απόψε. Δεν ήσουν τόσο χθες, αύριο τα μάτια μου θα πονέσουν σαν σε δουν, είμαι βέβαιος.

(Η γυναίκα χαμογελά και περήφανα βολεύεται στην θέση της.  Η βροχή πέφτει με αμείωτο ρυθμό. Ο άγνωστος άνδρας από την βαθιά του θέση μιλά.)

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: (μιλά δίχως το πρόσωπό του να αποκτά μια έκφραση, μιλά ανεπαίσθητα, η φωνή του ίσα που ακούγεται μες στην σάλα.) Μια τέτοια καταιγίδα χρειάζεται για να γυρνούν τα χώματα. Στο φαράγγι έβαλαν σακιά, είπαν πως αν περάσει το φαράγγι είμαστε χαμένη υπόθεση. Το πιστεύετε; Πως θα χαθούμε σε τούτη την γωνιά του κόσμου και πως οι πολιτείες που κάποτε θα μας συγκινούσαν θα απομείνουν τώρα μακρινές και απρόσιτες! Τι βροχή θεέ μου! Το αλύχτισμα σημαίνει θάνατος.

(Στον κόσμο του αποτραβιέται ξανά, κάποιος σε εκείνο τον χορό των θλιμμένων θαμώνων.)

ΔΗΜΑΡΧΟΣ: (σηκώνεται από την θέση του, κρατιέται με το ζόρι από το σιδερένιο τραπεζάκι. Το ποτήρι του άφησε ένα ίχνος, την υγρασία του στόματός του πάνω στο μέταλλο. Τα φώτα του καταστήματος σφάζουν το πρόσωπό του. Ως το τέλος αυτού του έργου θα΄χει απομείνει μισός, με τρανταγμένο πρόσωπο.)

Τους είδα να ξυπνούν από τα νερά, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, αγάλματα αιολικά, ατλαντίδες που ουρλιάζουν το μυστικό τους. Το χάραμα αποτραβιούνται στις κρυφές σπηλιές του όρμου, ανάμεσα σε ρυθμούς και σε πλεγμένα φύκια διηγούνται ιστορίες από τον τόπο τους. Τις φωνές τους τις ακούνε καθαρά, ναι, καθαρά οι εργάτες των ορυχείων και οι ναυπηγοί. Τις ακούνε μα τίποτε δεν μπορούν να κάνουν για τον πόνο τους. Και σιωπηλά συνεχίζουν να λάμνουν μες στην γη, γυρεύοντας το σμιρλί κάτω από τόνους λάσπη. Κάποτε ακολουθούν κάποιο πλοίο και αποκαλύπτονται στις πρύμνες με όστρακα στα μάτια και αφρούς μετάξια. Τα παιδιά τινάζονται μια ιδέα πιο ψηλά, μια ιδέα  πιο ευτυχισμένα, φωνάζουν τα παραμύθια που ξυπνούν και πάλι λέγονται, δίχως τέλος. Δεν έχουν όνομα και πατρίδα, παρά μόνο κάτι χαρτιά ψεύτικα και τα δαμασκηνιά τους δέρματα.

(Ο άγνωστος άνδρας και κάποιοι άλλοι τον πλησιάζουν. Ακούνε την ιστορία του, ο αστυνόμος, επιφυλακτικός στέκει όρθιος, κρατώντας σαν απόκτημα την γλυκιά Μέριλυν.)

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΔΡΑΣ: (τρυφερά γονατίζει εμπρός του. Όλοι μαζί τον παραστέκουν και η βροχή δυναμώνει και απ΄τα μεγάφωνα παίζει ένα πολύ συγκινητικό τραγούδι. Η γκαζολάμπα σβήνει, η Μέριλυν σφίγγεται στην αγκαλιά του αστυνόμου. Ο άγνωστος άνδρας μιλά. Μάρτυς μου ο θεός, αυτός ο άνθρωπος υπήρξε αίνιγμα και τίποτε.)

Ησυχάστε, κύριε. Βλέπετε το νερό τα κάνει όλα να μοιάζουν παράλογα, έτσι δεν είναι;

(Κάποιοι χορεύουν στην σκοτεινή σάλα, έξω χαλά ο κόσμος. Όλα τους ξεχνούν και η παράσταση σωπαίνει.)

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→