Μιχαήλ Λέρμοντοφ, Ο θάνατος του ποιητή* -μετάφραση Δημήτρης Τριανταφυλλίδης

Αρχείο 20/05/2015

fav-3

Πέθανε ο ποιητής – δέσμιος της τιμής –
Σωριάστηκε. Με φήμες συκοφαντημένος,
με το μολύβι στο στήθος και τη δίψα της εκδίκησης,
σκύβοντας το περήφανο κεφάλι!..
Δεν άντεξε η ψυχή του Ποιητή
των ευτελών προσβολών τη ντροπή,
ενάντια στην άποψη του κόσμου πήγε

Μόνος, όπως και πριν …. μα σκοτώθηκε!
Σκοτώθηκε!… Προς τι τώρα οι κλαυθμοί,
των ανόητων εγκωμίων η χορωδία
και ο θλιβερός της δικαίωσης ψίθυρος;
Του πεπρωμένου η απόφαση εφαρμόστηκε!
Εσείς δεν ήσασταν που πρώτοι διώξατε με φθόνο
το ελεύθερο, παράτολμο του χάρισμα
και για τη διασκέδαση φυσούσατε
την πυρκαγιά που μόλις είχε σβήσει;
Εμπρός λοιπόν! Διασκεδάστε…τα τελευταία
βάσανα δεν άντεξε:
έσβησε, σα κερί, η θαυμαστή διάνοια,
μαράθηκε του θριάμβου το στεφάνι.
Ψυχρά ο φονιάς του
χτύπησε … δεν έχει σωτηρία:
η άδεια καρδιά χτυπάει ρυθμικά,
το χέρι δεν πρόλαβε να αγγίξει το πιστόλι.
Προς τι η έκπληξη; … Από μακριά,
αυτός ανάμεσα σε εκατοντάδες πρόσφυγες,
αναζητώντας ευτυχία κι αξιώματα
ρίχτηκε από της μοίρας το καπρίτσιο ∙
Γελώντας, περιφρονούσε τολμηρά
της γης τη ξένη γλώσσα και τα έθιμα ∙
Δεν μπόρεσε από τη δική μας δόξα να γλιτώσει ∙
Δεν μπόρεσε να καταλάβει εκείνη τη ματωμένη τη στιγμή,
ενάντια σε τι εσήκωνε το χέρι!…
Να όμως που σκοτώθηκε – το μνήμα μας τον πήρε,
όπως εκείνος ο τραγουδιστής, ο άγνωστος, μα τόσο συμπαθής,
θήραμα φθόνου άγριου,
τραγουδισμένος απ’ αυτόν με πάθος θαυμαστό,
μα σκοτωμένος όπως κι αυτός, από ανελέητο χέρι.
Γιατί απ’ την ανέμελη ζωή και την απλοϊκή φιλία
στον άλλο κόσμο πήγε ζηλόφθονος και πνιγηρός
για την ελεύθερη καρδιά και τα φλογερά πάθη;
Γιατί έδωσε το χέρι του σε συκοφάντες ποταπούς,
γιατί σε λόγια ψεύτικα και χάδια πίστεψε,
εκείνος που απ’ τα νιάτα του κατάλαβε τους άλλους;…
Κι αφού το στεφάνι έβγαλε – ήταν στεφάνι αγκαθωτό,
φτιαγμένο από δάφνες εκείνο που του φόρεσαν:
μα τα αγκάθια στα κρυφά άγρια
πληγώσανε το ένδοξο κεφάλι ∙
Φαρμακωμένες ήταν οι τελευταίες του στιγμές
με ψίθυρους ύπουλους αγράμματων γελοίων,
πέθανε εξαιτίας δίψας άσβεστης για εκδίκηση,
με το κρυφό παράπονο απατηλών ελπίδων.
Έσβησαν οι ήχοι τραγουδιών θαυμαστών,
δεν θα ακουστούν ποτέ ξανά:
το καταφύγιο του τραγουδιστή στενάχωρο, μουντό,
τα χείλη του έχουν σφραγιστεί.
Κι εσείς, αγέρωχοι απόγονοι
γνωστής αθλιότητας πατέρες δοξασμένοι,
με πέλμα δουλικό ποδοπατήσατε τα ερείπια
με το παιχνίδι της ευτυχίας των ατιμασμένων γόνων!
Εσείς, σα πλήθος διψασμένο στεκόσασταν δίπλα στο θρόνο,
της Ελευθερίας, της Μεγαλοφυΐας και της Δόξας δήμιοι!
Κρυφτείτε τώρα κάτω από του νόμου τη σκιά,
δίκη σας περιμένει κι η αλήθεια – σωπαίνετε όλοι!…
Μα υπάρχει κι η δίκη του Θεού, της ατιμίας εραστές!
Υπάρχει η Θεία Δίκη : σας περιμένει ∙
Δεν ακούει του χρυσού τον ήχο,
τις σκέψεις και τις πράξεις γνωρίζει από πριν.
Άδικα τότε καταφεύγετε στην κακιά:
Ξανά δε θα σας βοηθήσει,
Δε θα ξεπλύνετε ποτέ με το μαύρο σας το αίμα,
το δίκαιο αίμα του ποιητή!

.

Μετάφραση από τα ρωσικά ©Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

________________________________________
* Το ποίημα αυτό, το έγραψε εν θερμώ ο ποιητής στο άγγελμα του θανάτου, σε μια ανόητη μονομαχία, του Αλεξάντρ Σεργκέγιεβιτς Πούσκιν. Λίγα χρόνια αργότερα και ο ίδιος ο Λέρμοντοφ σε ηλικία 26 ετών θα σκοτωθεί σε μια παρόμοια ανόητη μονομαχία. (σ.τ.μ.)

vintage_under2