Χρήστος Μαρτίνης, Προς τη λέαινα

Αρχείο 21/05/2015

fav-3

(απόσπασμα για το χειμώνα που αφήσαμε πίσω)

[…]Ανοίγω την μπουκαπόρτα του μυαλού, μπαίνω μέσα στο χάος να βρω τη λέαινα. Κάπου γυρίζει, ίσως να κομματιάζει τη μητέρα μου, ίσως σπαράζει ιστό και χρώματα σ’ενα λαγούμι του μυαλού μου. Μην έρθεις δε χρειάζεται, είν’ επικίνδυνα, μα μ’αφήσεις μόνο στο σκοτάδι μου να ψάχνω διέξοδο, ν’ ανοίγω πόρτες παιδικές, γυμνούς γυμνές και μπάλες χριστουγέννων. Μπορεί να πεταχτεί η λέαινα από πίσω μου, να κόψει ένα κομμάτι σκέψης, ένα μελλοντικό καρκίνο, μια ανεκπλήρωτη επανάσταση, […] μπήκα γυμνός να βρω τη λέαινα, μπήκα απ’ τα μάτια μου και βούλιαξα μες στα σκουπίδια, γνώσεις και λέξεις που συσσωρεύτηκαν στο κρόταφο, ο Αιζενχάουερ και η δικονομία, η γενική λογιστική ο Μάο, αν ξεκινάς με καταρχήν ή καταρχάς, η θέληση για επιτυχία, πως κάνεις τον καλό καφέ, η απεργία, ο κάθε τύραννος, γνώσεις που δε ρίζωσαν βαθύτερα, πιο πίσω ζούγκλα κι ένστικτα, ζώα πονεμένα που σκοτώνουν για νερό, μάτια μες στο σκοτάδι, μουνιά φιλήδονα σαν άνθη τροπικά, εκεί είναι τα λημέρια της, μουγκρίζει, ο φόβος συμπυκνώνεται στα μάτια της, κάθε της μυς μια αλυσίδα τρόμου, χωρίς τρόπους με αίμα βαμμένα τα μουστάκια της, μας περιμένει (τι λέω μας;) με περιμένει, χαρακώνει με τα νύχια τις ανάσες μου κι όταν μουγκρίζει πέφτουν ασκαρδαμυκτί τα λαιμητόμα στόρια κι η πόλη σκύβει πένθιμα από πάνω μου.

Πάλι με τούβλα χτίστηκαν οι πόρτες, από δωμάτιο σ’άλλο σέρνομαι δωμάτιο δε βρίσκω τα τσιγάρα, είναι μάταιο, κάποιος ανοιγοκλείνει τους διακόπτες. Τροχίζει τα μαχαίρια ένα-ένα, γεμίζει το νιπτήρα ως το χείλος, η λάμπα στο ψυγείο -μόνος ήλιος-, οι αιχμές μες στο σαλόνι στάζουν αίμα. Κόκκος-κόκκος, η σκόνη σφράγισε τις γρίλιες, ένας καθρέφτης στο καρφί κρατάει τις τσίλιες ψάχνω στον καναπέ, στα ράφια, στων παντζουριών τις κάσες στα άδεια παντελόνια, στα συρτάρια, ψάχνω αξόδευτες ανάσες. Ζώα τυφλά τα χέρια μου· οι ελπίδες. Στις τσέπες, μέσα στα ραγισμένα βάζα μόνο στάχτες.

Θα βρώ τη λέαινα θα μπω μες στο μυαλό μου με φακό γκρεμίζοντας μεθοδικά όλες τις γνώσεις μου, βυθομετρώντας με τη μπότα το κρανίο μου, κοιτώντας τη ζωή μέσα απ’το μέσα μου, όπως κοιτάς ένα πηγάδι προς τα κάτω κι ακούς μονάχα σκοτεινό νερό και στάλες που στάζουν με ακρίβεια σε όλο υψηλότερη συχνότητα σαν εποχές, σαν χρόνια.

Αυτός ο χειμώνας μας διέλυσε, ίσως το χιόνι και δε βλέπαμε ο ένας τον άλλον, ίσως το κρύο και δεν ακουστήκαμε, ίσως που περπατούσαμε σκυφτοί, στρέφω στον ήλιο τώρα, τα σκουριασμένα μάτια μου ξέφτια πολύχρωμα εγώ εδώ εσύ εκεί να κυματίζουμε στο φως, η εποχή που πέρασε διαλύθηκε διέλυσε

Μείνε για λίγο ακίνητος. Εδώ στο τύμπανο του αυτιού. Την ακούς; Δε ξέρω που είναι, μπορεί και να κυλιέται στο παιδικό κρεβάτι μου, να κρύβεται πίσω απ’ τα όνειρα που έκανα προχθές στο μπάνιο που τόσο με παρέσυραν και ξέχασα πως πέφτει ο σοβάς από υγρασία πως έχω μια τρύπα μες στο δόντι μου και με χτυπάει κατά καιρούς, έκανα όνειρα για κάποιους που ‘παν κάτι για τις λέξεις μου κι έπειτα οι άλλοι θεώρησαν σωστό να μου χαρίσουν τα βραβεία, ίσως η λέαινα να χέζει στα βραβεία που μου χάρισαν, μα μη γελάς εγώ τα αγαπάω τα βραβεία που μου χάρισαν αφού ποτέ τους δε μου χάρισαν βραβεία ήταν οι λέξεις μου θολές γιατί η λέαινα γεννήθηκε στη γλώσσα μου κάρφωσε με τα δόντια της τ’αυτιά μου και θύμωνα ακίνητος στα πρώτα μου χρόνια.

Τα πρώτα μου χρόνια, σκυφτές αποθήκες και λάμπες καμένες. Στα πρώτα μου χρόνια δε φτάνει ο φακός μου να σβήσει το χάος. Ρουφάνε το φως μου εκείνα τα χρόνια. Τα πρώτα μου χρόνια -κομμένες ανάσες- κοιμούνται τα βράδια σε αγχόνες που τρίζουν. Τα λύνω, ξυπνάνε και σφάζουν τις λέξεις που γράφω. Γυμνά, παγωμένα μαχαίρια χορεύουν ξανά στο σκοτάδι σαν σκόρπιες νιφάδες.

*
©Χρήστος Μαρτίνης
φωτο©Στράτος Φουντούλης -agrimologos.com, Μέρος τοίχου Παλιάς Πόλης Ρόδου, Αυγ. 2014.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε