Μαρία Πανούτσου, τέσσερα ποιήματα

Ballade

Άνοιξα τα πόδια διάπλατα
το ανθρώπινο ποτάμι
να περάσει
κάτω και πέρα από κάθε
προσμονή
και μύριζε σαν πάχνη
ξεχασμένη

Όσο ο άνεμος κουνούσε
απαλά και κυμάτιζε
το πλήθος και τα πρόσωπα
εγώ περπάτησα ανέμελα
μα ξάφνου εικόνες
από οικείες στιγμές
σούβλιζαν το κάθε κύτταρό μου

Περίμενα να ελευθερώσεις τι φωνές
Εσύ-
ο άλλος μου εαυτός
και τις καρδιές με στέμμα
κύκλους να κάνεις πάνω τους
μα έτσι προδίδουν τα τριαντάφυλλα
όσους τα κόβουν με γυμνά
τα δάχτυλα

Και τότε άκουσα την φωνή να λέει:
«Έλα τρέξε να προφτάσεις εκείνο το σύννεφο
που ξεπροβάλει δυτικά
βλέπεις εκεί βρέχει και ποτίζει την διψασμένη γη
τρέξε κάτω από το μοναδικό αυτό σύννεφο
και αν σε φοβίζει
με την καταχνιά που κουβαλάει
σκέψου την υγρασία».

Nα ζει κανείς ή να μην ζει

Αφιερώνεται στον W.B Y

Σε κέρδισε η αγάπη μου
Όπως κερδίζει ο ήλιος τον αέρα
Τις ιστορίες που γέννησες
Για προσωπική ευχαρίστηση
Δεν έφτασαν το μεγαλείο μιας δόξας
Όμως εγώ δεν πόθησα την δόξα
Πιότερο από τον άνεμο και το φεγγάρι

Αλλά το μέτωπο σου
Που πρώτο χρωματίζεται
Και από τα χείλια σου
Που πρώτα αυτά γεύονται
Την νοσταλγία μου

Ναι είναι αλήθεια σε πόθησα πιότερο
Και από την νοσταλγία
Πιότερο από την ίδια σου την σκέψη
Που σαλεύει να με τοποθετήσει
Στα ουράνια ή σε πηγάδι,- δεν ξεγελιέμαι
Με κομμάτια απ’ το κορμί σου δεμένη

Έτσι έφτασα σε σένα
Από την οδό της άρνησης
Να μπω ή να μη μπω
Να σε αγαπήσω ή όχι
Να σε ζητήσω ή όχι
Να σε παγιδεύσω η όχι
Να ζήσω ή όχι
Να σε πιστεύω ή όχι

Η πραγματικότητα η δική σου
Με βρίσκει ανέτοιμη για σένα
Δεν ξέρω από πού να φυλαχτώ
Πια στάση να κρατήσω
Πιο φόρεμα να βάλω
Πώς να σου χαμογελάσω
Πώς να πλαγιάσω πλάι σου

Ναι με βρήκες ανέτοιμη
Γι’ αγάπη ερωτική
Και ξάφνου έγινε το θαύμα
Να σε λατρέψω θέλω
Όπως ο γύπας, το αθώο αρνί
Όπως λιοντάρι, το ψοφίμι
Κι αυτό ασάλευτο στο ξερό χορτάρι
Όπως γυναίκα εγκυμονούσα
Τον λατρευτό της άνδρα

Ας σμίξουμε σαν δυό αστέρια
Που κατεβαίνουν με ορμή στην γη
Σαν δυο πουλιά τραυματισμένα
Από το ίδιο βόλι
Ας σμίξουμε μια βραδιά
Σ’ ένα τοπίο λιτό και καθαρό
Όπως δυο κύτταρα
Όπου ‘ο λόγος’ τα ονομάζει ζωή

Η πλατεία

Στον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκυ

η πλατεία δεν ήταν πια η ίδια
ο κύκλος εχάθη
ούτε ένα πράσινο φύλλο
ένα ποτάμι από τσιμέντο
χύνεται βαθειά μέσα στα σώματα
κανείς πια δεν ακούει
τις καρδιές που χτυπούν

ένας σκύλος περιδιαβάζει την πλατεία
λίγο πριν το χάραμα
μυρίζει ανθρώπους
αλλά δεν τους βλέπει

από εκεί ψηλά ένα τελευταίο
αστέρι χαιρετά τον ήλιο
κανένα βλέμμα προς τα εκεί ψηλά

μια φιγούρα ανέλπιστη σέρνεται
κοντά σε ένα κτίριο ερειπωμένο
που θυμίζει το έτος 1967
ήμουν λέει ένα μωρό και μεγάλωνα

τα ρούχα μύριζαν απλυσιά ημερών
τα τραπεζάκια ζητούσαν οβολό
περνούσα με κλειστά μάτια
ονειρευόμουν ένα μέλλον
που έχει ήδη περάσει

Αν έτσι βρεθείς…

Στον Dylan Thomas

Σε βλέπω μακριά από όλα/
Εσένα μόνο και  γυμνό/
Μαζί μου/ κοντά/
Αποκαμωμένο/ ξεριζωμένο
Ν’ αφήνεις / σε μια μνήμη /ένα  κενό/
Καθαρός από σκέψεις και  πράξεις/
Δίχως θολούρα και βάρος / τρικλίζουν
Τα μαλλιά ριγμένα στην πλάτη/
Με ήχους συντροφιά/
Πρωτόπλαστοι / 
Στον παράδεισο  /
Πριν την εμφάνιση του μήλου/
Έτσι σε βλέπω/   με χωρίς φωνή
Χωρίς  μαθημένες ατάκες/
Δάνειους τόνους / δάνεια περπατήματα 
Σιωπηλό/ ήσυχο / γεμάτο  από ένα κενό/
Να γεμίζεις από μας/  την κάθε στιγμή/
Και η ζωή να μαθαίνεται βήμα στο  βήμα
Χωρίς βοηθήματα/
Αν έτσι βρεθείς/
Να ξέρεις /  θα έρθω κοντά σου  

*
©Μαρία Πανούτσου 2019

φωτο: Στράτος Φουντούλης