Πέτρος Κυρίμης, απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «Εγώ ο Χρόνος» II [2015]

Αρχείο 30.3.2015

fav-3

Μια φορά ήταν ένας μόνος του. Ήρθε άλλος ένας και έγιναν δύο. Και μετά άλλοι δυο και έγιναν τέσσερις. Και μετά έφυγαν οι δυο κι έμειναν πάλι δύο. Και μετά έφυγε κι ο άλλος κι έμεινε πάλι ένας μόνος του…

Για δυο χειμώνες μετά από αυτό με τον Αντώνη οι τρεις φίλοι χάθηκαν. Ο Λουκάς στο αναμορφωτήριο, ο Νάσος στην Ιταλία να σπουδάζει και ο Νικόλας μετακόμισε και ζούσε μόνος του κάπου στην Καστέλα. Πέρασαν δυο χρόνια. Και εκεί πάνω στον τρίτο χρόνο ήρθε η μοίρα να επισκεφτεί τον Νικόλα. Αυτή τη φορά είχε ξανθά μαλλιά καταγάλανα μάτια κι ένα κορμί κόλαση.

Ήταν ένα πρωινό του Απρίλη από τη μικρή βεράντα του ο Νικόλας είχε κάτω και μπροστά στα μάτια του όλο τον Φαληρικό όρμο. Ακόμα είχε είκοσι χρόνια πάνω στη πλάτη του, δυο δωμάτια με Χωλ και κουζίνα κι αυτή τη μικρή βεράντα με την απέραντη θέα. Στους τοίχους φωτογραφίες και πίνακες όλων των αστέρων του κινηματογράφου που είχε ζωγραφίσει ο ίδιος. Η «Τζίλντα» σε ξεχωριστή κορνίζα απέναντι από το κρεβάτι του κάθε πρωί να του χαμογελάει. Δυο χειμώνες είχε περάσει μόνος του να δουλεύει μέχρι αργά τη νύχτα και να αποταμιεύει ότι μπορούσε για εκείνο το όνειρο της Αμερικής.

Προχθές είχε πάρει γράμμα από τον Νάσο. Αλληλογραφούσαν συχνά αλλά είχαν δυο χρόνια να ιδωθούν. Ο Νάσος μετά από αυτό με τον Αντώνη λες και δεν ήθελε να ξαναρθεί στον Πειραιά. Έστω κι αν αγαπούσε τη μάνα του είχε ρίξει πέτρα πίσω του. Στο τελευταίο όμως γράμμα του προχθές κι αφού πρώτα του περιέγραφε όπως συνήθως τη ζωή του εκεί στην όμορφη Φλωρεντία στο τέλος έγραφε ότι αυτό το καλοκαίρι θα ερχόταν και να τον περιμένει. Τον ρωτούσε ακόμα αν είχε νέα από τον Λουκά.

Άναψε τσιγάρο κι έκανε αυτό που σχεδόν κάθε πρωί από την ίδια θέση του άρεσε να κάνει. Επέλεξε με το βλέμμα μια από τις δεκάδες βαρκούλες που αρμένιζαν μπήκε μέσα κι άφησε το νου του να ταξιδέψει μαζί της. Αυτό το ταξίδι μερικές φορές κρατούσε μέχρι τα ανοιχτά, πολλές φορές έφτανε και μέχρι το Σούνιο που ξεχώριζε αχνά κι άλλες φορές ακόμα πιο μακριά σε άλλες χώρες που θα ήθελε να βρεθεί. Σαν να είχαν περάσει αιώνες από τότε που όλοι μαζί κάνανε σχέδια για μια ζωή που δεν θα τους χώριζε ποτέ. Για μπάρκα μέσα στα ίδια καράβια σε θάλασσες άγνωστες και σε τόπους μακρινούς. Πάντα μαζί και για πάντα φίλοι. Τώρα ο ένας είχε φύγει είχε μπαρκάρει μόνος του για ταξίδι δίχως γυρισμό. Ο άλλος ο Λουκάς έκλεινε τέταρτο και τελευταίο χρόνο στο αναμορφωτήριο κι ο Νάσος στην Ιταλία.

Ήπιε την τελευταία γουλιά του καφέ του, έσβησε το τσιγάρο κι αποχαιρέτησε με λύπη τη θάλασσα που λαμπύριζε μες τη ζεστή ευτυχία της. Έπρεπε να πάει στο εργαστήριο όπως κάθε μέρα. Κάθε πρωί.

Άνοιξε την εξώπορτα κι έβγαλε το κλειδί να κλειδώσει όταν τον ξάφνιασε η μελωδική γυναικεία φωνή πίσω από την πλάτη του.

«Συγνώμη…

Γύρισε κι έμεινε να κρατάει το κλειδί απάνω στην πόρτα. Η κοπέλα στεκόταν κάτω από την ολάνθιστη αμυγδαλιά κι αυτή η εικόνα έκανε τον Νικόλα αργότερα να λέει πως για μια στιγμή νόμισε ότι ήταν η Περσεφόνη που μόλις είχε αναδυθεί από τον Άδη.

«Συγνώμη – είπε πάλι η κοπέλα- ψάχνω για σπίτι εδώ στην περιοχή… και ήθελα να σας ρωτήσω αν ξέρετε εσείς κάτι…

Ο Νικόλας συνήλθε κάπως και η πρώτη του σκέψη ήταν πως με κανέναν τρόπο δεν θα άφηνε ένα σπίτι να τον χωρίσει από αυτό το κορίτσι. Και είπε αυτό που δεν έπρεπε να πει.

«Α, το δικό μου… το νοικιάζω… τώρα έβγαινα για να αγοράσω ενοικιαστήριο…

Το κορίτσι έβγαλε ένα επιφώνημα χαράς.

«Απίστευτο! Θα μπορούσα να το δω;

Ο Νικόλας άνοιξε την πόρτα και της έκανε νόημα να περάσει. Τα χέρια του έτρεμαν από την ταραχή και στο μυαλό του δεν είχε την παραμικρή ιδέα πως θα τέλειωνε γιατί σε καμιά περίπτωση δεν ήθελε να αφήσει αυτό το σπίτι. Η μόνη δικαιολογία που εύρισκε εκείνη τη στιγμή για την ανόητη αντίδραση του ήταν πως δεν ήθελε το κορίτσι αυτό να τον αφήσει και να φύγει… Μέσα στον έρωτα του για την Ρίτα Χέηγουορθ είχε ξεχάσει να κάνει άλλη σχέση. Εκτός από δυο τρία φιλιά στα πεταχτά όταν ήταν πιο μικρός και μερικές επισκέψεις στο μπουρδέλο με τον Λουκά και τον Αντώνη όταν ήταν ακόμα πιο μικρός άλλη επαφή με γυναίκες δεν είχε.

Παραμέρισε για να περάσει και μύρισε ένα απαλό άρωμα που τον λίγωσε. Συνομήλικη ή κάνα χρόνο πιο μεγάλη σκέφτηκε καθώς την κοίταζε να σεργιανάει ευχαριστημένη στους χώρους του μικρού σπιτιού. Ψηλή σχεδόν στο μπόι του με πόδια ατέλειωτα και γυμνασμένα κάτω από το μίνι που φορούσε γεμάτα πρόκληση μέσα σε δερμάτινες μπότες κι ένα γαλάζιο πουκάμισο που προσπαθούσε να συγκρατήσει δυο περιστέρια έτοιμα να πετάξουν…

Σε δυο λεπτά ο Νικόλας θα μπορούσε να της δώσει το σπίτι του έτσι όπως ήταν και ο ίδιος να την βγάζει στο σκαλάκι της εξώπορτας. Όμως δεν χρειάστηκε.

Καθώς της άνοιξε την μπαλκονόπορτα η κοπέλα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Οι μοίρες δεν είχαν επιλέξει τυχαία αυτό το πρωινό. Ο ήλιος έφτιαχνε απαλούς ίσκιους πάνω στα σπίτια και μετά έπεφτε πάνω στη θάλασσα και την έκανε να λαμπυρίζει σαν νύφη με όλα τα προικιά απάνω της. Η εικόνα ήταν σχεδόν μαγική. Την σιωπή έκοψε ο Νικόλας.

«Μήπως θέλεις καφέ;

«Ναι, αν και θα ήθελα να πιώ τη θάλασσα…

Σε λίγο καθισμένοι δίπλα στο μικρό τραπεζάκι έπιναν αργά τον καφέ τους χωρίς να μιλάνε λες και οι δυό τους είχαν ξεχάσει τον λόγο που η κοπέλα ήταν εκεί…

Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε τσιγάρα. Έβαλε ένα ανάμεσα στα χείλη της κι ο Νικόλας της έδωσε φωτιά.

Η κοπέλα τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και μετά σαν να σκέφτηκε κάτι αστείο γέλασε.

«Δεν πιστεύω να σε λένε Αδάμ;

Ο Νικόλας τα έχασε.

«Όχι, γιατί;

«Γιατί εμένα με λένε Εύα… αυτή θα ήταν σύμπτωση!

Ο Νικόλας λυπήθηκε που δεν τον έλεγαν Αδάμ.

«Νικόλα με λένε…

«Όμορφο όνομα… μου αρέσει…

Ήταν πολύ πιο έμπειρη και είχε καταλάβει την ταραχή του καθώς και τους λόγους. Με μια φυσική κίνηση ξεκούμπωσε το πάνω κουμπί της μπλούζας και σταύρωσε τα πόδια της έτσι που η κοντή φούστα ανέβηκε πιο ψηλά.

«Είμαι φοιτήτρια της Βιομηχανικής Πειραιά και μένω μέχρι τώρα στα Άνω Πατήσια… δεν βολεύει, παίρνω κάθε πρωί τον ηλεκτρικό κι από εκεί με τα πόδια σχεδόν είκοσι λεπτά…

«Ξέρω, έχω έναν φίλο που πάει εκεί από εφέτος είναι κάπου  στην Καραολή και Δημητρίου… από δω με τα πόδια είναι δέκα λεπτά…

Ο Νικόλας θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή να της υποσχεθεί ότι θα την πηγαίνει με ταξί κάθε πρωί.

«Δεν μιλήσαμε για το ενοίκιο… φοβάμαι πως εδώ στην περιοχή θα είναι ακριβά…

Δεν ήταν προετοιμασμένος και τα έχασε για λίγο. Πλήρωνε 800 δραχμές. Αρκετά ακριβά για τα οικονομικά δεδομένα της εποχής αλλά και για τα δικά του.

Έκανε τη σκέψη να της πει ότι ήταν δικό του και ας πλήρωνε ότι μπορούσε, όμως δυστυχώς για εκείνον δεν το έκανε.

«800 δραχμές» είπε.

Η Εύα σηκώθηκε ήρεμα και πήγε στα κάγκελα του μπαλκονιού. Πιάστηκε με τα δυο χέρια και τεντώθηκε κοιτώντας κάτω στη θάλασσα.

«Είναι πολύ ακριβό για μένα… μου έρχεται να βάλω τα κλάματα…

Έμεινε εκεί αφηρημένη να κοιτάει μπροστά κι ο Νικόλας να κοιτάει όχι αφηρημένα αλλά με όλη την καύλα των είκοσι χρόνων του εκείνο το κορμί ένα μέτρο πιο πέρα που όταν εκείνη γύρισε προς το μέρος του είδε και την μπροστινή του όψη και τα μέσα του ταράχτηκαν τόσο πολύ που τα λόγια βγήκαν αυθόρμητα.

«Μπορούμε να το… μοιραστούμε… έχει δυο δωμάτια…

Η Εύα δεν τον άφησε να τελειώσει. Έβγαλε ένα χαρούμενο γέλιο, άπλωσε τα χέρια της σαν φτερά κι έκανε μια στροφή γύρο από τον εαυτό της.

«Είσαι απίστευτος… η καλή μου μοίρα με έκανε σήμερα το πρωί να μπω στο δρομάκι αυτό…

Και δεν μπορούσε να φανταστεί εκείνη τη στιγμή πόσο κοντά στην αλήθεια ήτανε. Μόνο που δεν ήταν η καλή μοίρα αλλά η κακή.

Ούτε κι ο Νικόλας το ήξερε αλλιώς δεν θα έλεγε αυτό που είπε καθώς πήγε στο μικρό τραπεζάκι και πήρε τα δεύτερα κλειδιά που ήταν πάνω.

«Να, πάρε τα κλειδιά γιατί σίγουρα θα θέλεις να φέρεις τα πράγματα σου κι εγώ θα είμαι στη δουλειά… το βράδυ θα γυρίσω…

Η Εύα πράγματα δεν είχε. Μια βαλίτσα ρούχα μόνο που την είχε αφήσει σε μια φίλη της μετά την έξωση που της έκαναν.

«Θα πάω και θα έρθω γρήγορα και θα τακτοποιήσω εγώ…

Ο Νικόλας έφυγε και στον δρόμο σφύριζε κάποιο σκοπό. Χρόνια είχε να το κάνει.

Όταν το βράδυ γύρισε η Εύα είχε… τακτοποιήσει.

Τα ρούχα του παντελόνια, σακάκια, παπούτσια ριγμένα ανάκατα πάνω στον μικρό καναπέ στο δωμάτιο που είχε για στούντιο. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας κλειστή κι από μέσα έφτασε στα αυτιά του μουσική.

Πήγε στο μπάνιο να πλυθεί κι εκεί τον περίμενε ένα πολύχρωμο χάος. Πούδρες, κραγιόν, βούρτσες, μπουκαλάκια με μανό για τα νύχια και στο τέλος ανακάλυψε την οδοντόβουρτσα του κάτω στο πάτωμα. Ήταν έτοιμος να νευριάσει όταν το μάτι του έπεσε στο σχοινάκι που είχε στη γωνιά για να κρεμάει για στέγνωμα όταν έπλενε. Έμεινε άφωνος να κοιτάζει μια σειρά από σουτιέν και βρακάκια. Ποτέ στη ζωή του τόσο κοντά σε γυναικεία εσώρουχα δεν είχε έρθει. Ήταν έτοιμος να πάει πιο κοντά και ίσως να τα μύριζε κι όλας όταν άκουσε την πόρτα να χτυπάει.

«Μια στιγμή» είπε κι έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του. Σκουπίστηκε στην πετσέτα του που ευτυχώς ήταν ακόμα στη θέση της και βγήκε.

Στεκόταν μπροστά του και τα γυμνά της πόδια άρχιζαν εκεί που τέλειωνε το γαλάζιο τζιν πουκάμισο του που φορούσε.

*

©Πέτρος Κυρίμης
φωτο©Στράτος Φουντούλης

– Επίσης του Πέτρου Κυρίμη:  απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «Εγώ ο Χρόνος»