Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Το κοπερτί, Πλάτωνος [2015]

Αρχείο 31.3.2015

fav-3

Ζητά στο φουλ τα αιρ κοντίσιον
τα μηχανήματα του ήχου.
Αναζητά μεθυσμένη έναν άνεμο στις βεράντες
να την πάρει για πάντα στην Ταυρίδα
Γ. Χρονάς

Έχει ζωγραφισμένο ένα παλιό στόμα παλιάτσου. Ένα μεγάλο, τολμηρό φεγγάρι σαν χαρακιά απ΄άκρη σ΄άκρη του κόσμου. Ανάμεσα στα τόσα παλιά πράγματα που ακονίζονται το ένα με τ΄άλλο, ανάμεσα σε σένα και σ΄εμένα, τις φωτιές και τα χειροκροτήματα κοιμάται ο νεαρός διασκεδαστής. Έχει στεριώσει τα ψηλά δοκάρια που χρησιμεύουν για ν΄ανάβει κάθε βράδυ σαν θαύμα εμπρός στα μάτια μας. Αργά η γρήγορα αναδυόμενες φύσεις θα πνίξουν την κρύπτη του αιχμαλώτου. Κάθε τόσο φθάνουν οι φρουροί και τον ρωτούν. Μα εκείνος τίποτε δεν καταδέχτηκε τόσον καιρό. Μονάχα καμιά φορά ζήτησε να του επιτρέπεται ν΄αναρριχάται στους τοίχους έξω ακριβώς απ΄το λυπημένο του παράθυρο, σαν καπνός και σαν σημαία. Οι φρουροί όλο φθάνουν και τον ρωτούν αν γνωρίζει το μυστικό όνομα της χρυσής πόλης και αν κοιμούνται στους μέσα κήπους του πουλιά. Όμως εκείνος δεν αποκρίνεται, βαθαίνοντας στη μια πλευρά της θλιβερής του φυλακής. Τώρα πίσω απ΄τις λόχμες που μου έδειχνες πατέρα, πίσω απ΄την πυκνή βλάστηση τόσων αιώνων κοιμάται ο διασκεδαστής του βασιλιά. Απ΄εκείνη τη μικρή, την ασήμαντη γωνιά αυτού του κόσμου, ξεχύνεται τ΄αγαπημένο, το θεατρικό φεγγάρι. Εκεί που κάποτε και πάλι θα συντριβεί θειαφίζοντας ως πέρα τα νερά.

Αυτήν τη χαμένη ευκαιρία την είπες κοπερτί και εννοούσες τις λεωφόρους των παιδιών μαρτύρων που από ταπεινοφροσύνη και μόνον κανένα όνομα δεν επέλεξαν. Γι΄αυτό και εκεί δεν φθάνουν ποτέ τα γράμματα και οι ναοί παραμένουν ανέγγιχτοι, σαν τίποτε να μην έπαψε απ΄την παλιά, την αξεπέραστη αίγλη της θεάς.Αυτήν την ατμόσφαιρα τόσων χρόνων αποθανάτισες εσύ στο ακέραιο με τη λέξη κοπερτί, φτιάχνοντας ολόκληρες μουσικές απο το υλικό του διαστήματος, σπάζοντας την αρχαία καρδιά ενός πιάνου κάτω από χέρια ιερά που έμελε για πάντα να φυλάττουν τους βωμούς και τις εστίες. Το κοπερτί είναι το πιο παλιό σου όνομα μες στην άνοιξη που χάθηκε. Είναι το ποίημα που αντέχει, ο στίχος που γερνά μαζί σου και μπορεί πάντοτε να εκπυρσοκροτήσει. Η συνέχεια ενός νεκρού ήρωα και ο παράφορος αυγερινός.

Κάποτε στο μέλλον θα εφεύρουν τρόπους άλλους να χωρέσουν την τέρψη μιας ζωής. Και τα λεξικά μ΄ακρίβεια θα ερμηνεύουν με σιγουριά όλες τις μυστηριώδεις για μας λέξεις. Ως τότε όμως κοπερτί σημαίνουν όλοι αυτοί οι νεκροί ήλιοι που ορίζουν την πιο βαθιά ρυτίδα μας.

Αυτά τα κείμενα, να ξέρεις δεν διαβάζονται. Χτυπούν σαν σφυγμοί και ακούγονται.

Έχει ζωγραφισμένο ένα παλιό στόμα παλιάτσου. Ένα μεγάλο, τολμηρό φεγγάρι σαν χαρακιά απ΄άκρη σ΄άκρη του κόσμου. Ανάμεσα στα τόσα παλιά πράγματα που ακονίζονται το ένα με τ΄άλλο, ανάμεσα σε σένα και σ΄εμένα, τις φωτιές και τα χειροκροτήματα κοιμάται ο νεαρός διασκεδαστής.  Έχει στεριώσει τα ψηλά δοκάρια που χρησιμεύουν για ν΄ανάβει κάθε βράδυ σαν θαύμα εμπρός στα μάτια μας. Αργά η γρήγορα αναδυόμενες φύσεις θα πνίξουν την κρύπτη του αιχμαλώτου. Κάθε τόσο φθάνουν οι φρουροί και τον ρωτούν. Μα εκείνος τίποτε δεν καταδέχτηκε τόσον καιρό. Μονάχα καμιά φορά ζήτησε να του επιτρέπεται ν΄αναρριχάται στους τοίχους έξω ακριβώς απ΄το λυπημένο του παράθυρο, σαν καπνός και σαν σημαία. Οι φρουροί όλο φθάνουν και τον ρωτούν αν γνωρίζει το μυστικό όνομα της χρυσής πόλης και αν κοιμούνται στους μέσα κήπους του πουλιά. Όμως εκείνος δεν αποκρίνεται, βαθαίνοντας στη μια πλευρά της θλιβερής του φυλακής. Τώρα πίσω απ΄τις λόχμες που μου έδειχνες πατέρα, πίσω απ΄την πυκνή βλάστηση τόσων αιώνων κοιμάται ο διασκεδαστής του βασιλιά. Απ΄εκείνη τη μικρή, την ασήμαντη γωνιά αυτού του κόσμου, ξεχύνεται τ΄αγαπημένο, το θεατρικό φεγγάρι. Εκεί που κάποτε και πάλι θα συντριβεί θειαφίζοντας ως πέρα τα νερά.

Αυτήν τη χαμένη ευκαιρία την είπες κοπερτί και εννοούσες τις λεωφόρους των παιδιών μαρτύρων που από ταπεινοφροσύνη και μόνον κανένα όνομα δεν επέλεξαν. Γι΄αυτό και εκεί δεν φθάνουν ποτέ τα γράμματα και οι ναοί παραμένουν ανέγγιχτοι, σαν τίποτε να μην έπαψε απ΄την παλιά, την αξεπέραστη αίγλη της θεάς.Αυτήν την ατμόσφαιρα τόσων χρόνων αποθανάτισες εσύ στο ακέραιο με τη λέξη κοπερτί, φτιάχνοντας ολόκληρες μουσικές από το υλικό του διαστήματος, σπάζοντας την αρχαία καρδιά ενός πιάνου κάτω από χέρια ιερά που έμελλε για πάντα να φυλάττουν τους βωμούς και τις εστίες. Το κοπερτί είναι το πιο παλιό σου όνομα μες στην άνοιξη που χάθηκε. Είναι το ποίημα που αντέχει, ο στίχος που γερνά μαζί σου και μπορεί πάντοτε να εκπυρσοκροτήσει. Η συνέχεια ενός νεκρού ήρωα και ο παράφορος αυγερινός.

Κάποτε στο μέλλον θα εφεύρουν τρόπους άλλους να χωρέσουν την τέρψη μιας ζωής. Και τα λεξικά μ΄ακρίβεια θα ερμηνεύουν με σιγουριά όλες τις μυστηριώδεις για μας λέξεις. Ως τότε όμως κοπερτί σημαίνουν όλοι αυτοί οι νεκροί ήλιοι που ορίζουν την πιο βαθιά ρυτίδα μας.

Αυτά τα κείμενα, να ξέρεις δεν διαβάζονται. Χτυπούν σαν σφυγμοί και ακούγονται.

*

©Απόστολος Θηβαίος
Στη φωτογραφία αγνώστου, η Λένα Πλάτωνος -Ωδείο Ηρώδου Αττικού, 28 Ιουλίου 2008