Υπερασπίζοντας τη γυναίκα: Σαμίρα Μπελίλ, «Στην Κόλαση των ομαδικών βιασμών»

Από τις εκδόσεις Opportuna, σε μετάφραση Φίλιππα Κυρίτση

Η κρίση του βιβλίου από τον Κ.Π.Δάρμο

Συνεχίζοντας τη συγγραφική και τη μεταφραστική του δραστηριότητα ο Φίλιππας Κυρίτσης, παρέδωσε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, άψογα μεταφρασμένο, ένα πραγματικό ντοκουμέντο, που είναι μια κραυγή κατά της αντρικής βίας σε βάρος αδύναμων γυναικών. Στον πολυσέλιδο πρόλογό του ο οποίος αποτελεί κυριολεκτικά ένα εξαιρετικό αυτόνομο δοκίμιο για το θέμα αυτό, ο μεταφραστής  αναλύει διεξοδικά το θέμα στον άνδρα αναγνώστη που του είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθεί πως νιώθει μια γυναίκα την ώρα του βιασμού αλλά και μετά, θα έλεγα κυρίως μετά. Χρειάζονται γενναίες δόσεις ενσυναίσθης για να αντιληφθεί κάποιος αυτήν την πολλαπλά τραυματική ή και εξοντωτική  εμπειρία. Ο Κυρίτσης κάνει μια εμπεριστατωμένη αναφορά σ αυτό που αποκαλεί «κουλτούρα του βιασμού», μια υποκουλτούρα που είναι απλωμένη σε όλες τις υποανάπτυκτες ανδροκρατούμενες κοινωνίες, όχι μόνο στους άντρες που φτάνουν να θεωρούν τον βιασμό δικαίωμα, υποχρέωση, κατόρθωμα,  καύχημα, αλλά και στις  δύστυχες που λόγοι μορφωτικοί, ταξικοί, οικογενειακοί, θρησκευτικοί τις πειθαναγκάζουν να νιώθουν ένοχες για το βιασμό τους και φτάνουν συχνά μέχρι το νοσηρό σημείο να νιώθουν εξάρτηση από τον βιαστή τους σε μια εκδοχή του συνδρόμου της Στοκχόλμης. Ο Josée Stoquart στον δικό του πρόλογο της γαλλικής έκδοσης σημειώνει ενδεικτικά πως μόνο το 1998 συνελήφθησαν 994 ανήλικοι για βιασμούς ανηλίκων, ενώ μόνο το 5% των βιασμών σε ενήλικες γυναίκες καταγγέλλονται. Τα αριθμητικά δεδομένα είναι ανατριχιαστικά.

Η κουλτούρα του βιασμού είναι προέκταση της γενικότερης κουλτούρας της βίας, του εξουσιασμού της επιβολής της θέλησης του ισχυρού στον αδύναμο, μια αλυσίδα βαρβαρότητας που δεν σταματά πουθενά στην πολύμορφη αναζήτηση υποταγμένων θυμάτων. Κάθε σκεπτόμενος αναγνώστης θα προβληματιστεί βαθιά από το γεγονός πως το βιβλίο αναφέρεται στις παρυφές μιας πολιτισμένης κοινωνίας, της γαλλικής, στα υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού, βεβαίως  ειδικά στο περιθώριο των αραβογενών και μουσουλμανικών πληθυσμών, αλλά θα είναι αφελής όποιος θεωρήσει πως η πανούκλα αυτής της βίας σταματά στα σύνορα των αμιγώς γαλλικών και χριστιανικών πληθυσμών και δεν επεκτείνεται με άλλες μορφές, όπως οι φασιστικές απόψεις που επηρεάζουν πολύ ή λίγο ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών, προκαλώντας και στη Γαλλία την ανησυχητική άνοδο της Ακροδεξιάς. Αν θέλει κάποιος να τα μεταφέρει αυτά στην ελληνική πραγματικότητα ας ψάξει στο διαδίκτυο να βρει με πόση επιείκεια αντιμετωπίζει η ελληνική Δικαιοσύνη την υπόθεση του ιδιοκτήτη μιας αλυσίδας φούρνων, «βασιλιά του στριπτίζ» και κατηγορούμενου για μαστροπεία ή ποια μοίρα επιφύλαξε κάποιος καθηγητής Πανεπιστημίου σοσιαλιστής Υπουργός στις δύστυχες εκδιδόμενες γυναίκες που έπασχαν από Aids και τέλος τι συμβαίνει με τη μαστροπεία ξένων γυναικών ειδικά στην αγνή ελληνική χριστιανική ύπαιθρο.

Την κουλτούρα του βιασμού πολεμά στη χώρα του Βολταίρου η οργάνωση «Ούτε πουτάνες ούτε υποταγμένες» που ιδρύθηκε από την αραβικής καταγωγής Φαντέλα Αμαρά το 2002 ως απάντηση στην πυρπόληση μιας κοπέλας από τον σκληρό συμμορίτη εραστή της. Την ίδια εποχή κυκλοφόρησε και το παρόν βιβλίο. Μετά τον πρόωρο θάνατο της Σαμίρας το 2004, η Αμαρά διορίστηκε σε καίριες κρατικές πολιτικές θέσεις της τάξης της Γραμματέως Υπουργείου, ενώ η Σαμίρα τιμήθηκε μετά θάνατον, με ανάρτηση του πορτραίτου της έξω από το κτίριο της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης ενώ ονοματοδότησε και ένα παρισινό σχολειό. Η Γαλλία των Φιλοσόφων, της Επανάστασης του 1789 και του Διαφωτισμού είναι ευτυχώς εδώ, με μαχητικές διαθέσεις κατά των κακούργων και σηματοδοτεί μια ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον της Ευρώπης και του Κόσμου όλου.

Η Σαμίρα ξετυλίγει την προσωπική της Ιστορία που δεν περιορίστηκε μόνο στη Γαλλία αλλά έφτασε μέχρι την Κύπρο και την Ελλάδα με τον φίλο της Γιάννη. Εκείνο που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη είναι η σκληρόκαρδη στάση του πατέρα της και η ελεεινή συμπεριφορά τόσων πολλών ανδρών απέναντι στην ερωτική τους σύντροφο και απέναντι στη γυναίκα συνολικά. Συμμορίες των αραβικής καταγωγής νεαρών οργανώνουν ομαδικούς βιασμούς των κοριτσιών από τις παρέες των «αγοριών» τους,  σε βαθμό που δεν μπορούμε να μιλάμε για μεμονωμένα περιστατικά. Απουσιάζουν τα τρυφερά αισθήματα, η στοιχειώδης αίσθηση του αντρικού ιπποτισμού, κάθε αντίληψη δικαιωμάτων και ισοτιμίας του άλλου, κάθε διάθεση συντροφικότητας. Ωμή εκμετάλλευση της γυναίκας σε κάθε επίπεδο. Μια σειρά νεαρών, με τους οποίους συνδέεται η ηρωίδα διαδοχικά στην απεγνωσμένη αναζήτηση στοργής αποδεικνύονται από εγκληματικοί έως απογοητευτικοί. Οι γονείς της συγγραφέως, αν και αρκετά εξευρωπαϊσμένοι μετανάστες, είναι βεβαρυμένοι από την σκληρή ανατολίτικη παράδοση, που κι αυτήν όμως θα πρέπει, αν θέλουμε να την αναλύσουμε ακριβοδίκαια, να την συνδυάσουμε με τη φτώχια και την έλλειψη παιδείας και ευκαιριών των ανθρώπων. Ευτυχώς όμως η πρωταγωνίστρια πέρασε τα 5 πρώτα χρόνια της ζωής της στη στοργική αγκαλιά ενός ζευγαριού καλοσυνάτων Φλαμανδών, που έπαιξαν το ρόλο της ανάδοχης οικογένειας, στα πλαίσια ενός προγράμματος διευκόλυνσης των οικογενειών μεταναστών που αδυνατούν να μεγαλώσουν κάποια στιγμή το παιδί τους. Είχε δηλαδή μέτρο σύγκρισης, είχε μια γεύση πραγματικής γονικής φροντίδας και αυτό ασφαλώς τη βοήθησε να επαναστατήσει αργότερα διεκδικώντας τα αυτονόητα.

Η ηρωίδα βιάστηκε μια νύχτα διακοπών ακόμη και στην πατρίδα των γονιών της την Αλγερία, σε μια ακροθαλασσιά όπου βρισκόταν με ένα φίλο της Τρεις άνδρες τους επιτίθενται, απομακρύνουν τον σύντροφό της και επιδίδονται στο σκοτεινό έργο τους. Εξηγεί πως τις νύχτες εκατοντάδες άστεγοι, ακόμη και παιδιά, καταφεύγουν στις  παραλίες. Πολλοί άκουσαν τις κραυγές της, κανείς δεν έτρεξε σε βοήθεια. Στο νοσοκομείο και στην Αστυνομία αντιμετωπίστηκε περιφρονητικά. Η γιατρίνα δηλώνει πως σε αυτή ποτέ δεν θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Το πνεύμα παντού είναι πως ήθελε και έπαθε. Στο βιβλίο εκτίθεται και μια ατέρμονη σειρά από επιθέσεις ανδρών στην Γαλλία, με όλα τα επακόλουθα. Περιπέτειες στην Αστυνομία και στα δικαστήρια, συνεχείς προσπάθειες να σταθεί στα πόδια της σπουδάζοντας, εργαζόμενη και στηριζόμενη σε φίλους ή σε κρατικές κοινωνικές υπηρεσίες. Παράλληλα συμβαίνουν και οι συνεχείς παλινδρομήσεις ενός κοριτσιού που δεν έχει ουσιαστικά δίπλα της τα στηρίγματα που κάθε άνθρωπος δικαιούται να έχει. Μια συνεχής πάλι με τις αδυναμίες της και με τους εξωτερικούς εχθρούς της.  Από τη δουλειά της γραμματέως μεταπηδά σε κάτι που της ταίριαζε απόλυτα. Παρουσιάστρια για τουρίστες σε κλαμπ διακοπών, μια δουλειά που απαιτεί κέφι και πολλά ταλέντα. Της δίνεται η ευκαιρία να παίξει στο θέατρο, αποκτά και θαυμαστές που δεν είναι Άραβες. Στην Κύπρο δουλεύει σε ξενοδοχείο. Την πιάνουν όμως για κατοχή μιας μικρής ποσότητας κάνναβης και την διώχνουν. Επιστρέφει στο Παρίσι. Η σωτηρία της όμως βρίσκεται στο Βέλγιο και είναι η ανάδοχη οικογένεια που την είχε φιλοξενήσει ως μωρό. Εκεί συναντιέται και με τρία ακόμη υιοθετημένα στο μεταξύ παιδιά τους και νιώθει τι έχασε φεύγοντας από αυτούς. Μια ψυχολόγος, η Φανή, τη βοηθάει να σταθεί στα πόδια της, να αποκτήσει αυτοεκτίμηση και αυτογνωσία, να βάλει τα πράγματα της ζωής της στη θέση τους. Αυτή θα την προτρέψει αργότερα να γράψει και το βιβλίο. Επιστρέφοντας στο Παρίσι βρίσκεται σε ένα πολύ καλύτερο οικογενειακό περιβάλλον, χωρίς τον άκαρδο πατέρα της. Ζει στο σπιτικό της μάνας της και των μικρών αδελφιών της γιατί στο μεταξύ οι γονείς της έχουν διαζευχθεί. Στο Εφετείο των Βερσαλλιών, με τη βοήθεια ενός καλού δικηγόρου κερδίζει από το γαλλικό Κράτος γενναία χρηματική αποζημίωση για τα παθήματά της. Ακολουθεί μια ακόμη επιτυχία, παίρνει επαγγελματικό δίπλωμα ασφαλιστή. Η συγγραφή του βιβλίου που επακολουθεί, είναι η φυσική συνέχεια ενός διαρκούς αγώνα για το δικαίωμα της ευτυχίας.

Το βιβλίο τελειώνει με την ελπιδοφόρα  μεγάλη διαδήλωση-πορεία σε 23 γαλλικές πόλεις, ενάντια στα Γκέτο και υπέρ της Ισότητας που κράτησε ένα μήνα και κατέληξε ως συγκέντρωση πάνω από 30.000 πολιτών στην παρισινή  πλατεία της Δημοκρατίας, στις 8 Μάρτη του 2003, ημέρα της Γυναίκας, με τις Σαμίρα και Φαντέλα να έχουν επιτελικό ρόλο. Μπορεί η Σαμίρα να πέθανε ένα χρόνο μετά από καρκίνο του στομάχου, υποθέτω ως αποτέλεσμα της συσσωρευμένης εσωτερικής οργής μιας τραγικής ζωής με την οποία δεν ανέχτηκε να συμβιβαστεί, άφησε όμως το βιβλίο της μια κληρονομιά και ένα δώρο στις καταπιεσμένες γυναίκες, αλλά και σε κάθε άνθρωπο που δεν περιορίζει τον συναισθηματικό ορίζοντά του στον δικό του κύκλο και δεν ανέχεται να κακοποιούν τους συνανθρώπους του.

Βιβλία του Φίλιππα Κυρίτση:
«Το τρελόχαρτο» : Ημερολόγια 1987. Αθήνα, Χάος και Κουλτούρα-1993
«Η υπόθεση της Σοφίας και του Φίλιππα Κυρίτση» (αυτοβιογραφία)

Μεταφράσεις:
Λουίτζι Μολινάρι, «Η παρακμή του ποινικού δικαίου». Ιδιωτική Έκδοση, 1990
Λάρυ Τιφτ, Ντένις Σάλιβαν, «Ο αγώνας για να είναι κανείς άνθρωπος. Έγκλημα, εγκληματολογία και αναρχισμός»-Opportuna, 2017
«Αναμνήσεις Τρομοκρατισσών». Συλλογικό έργο. Ιδιωτική Έκδοση-26/10/2016