Ο Brendan Gill για την Ντόροθυ Πάρκερ και το έργο της [ΙΙa] -μτφρ. Ασημίνα Λαμπράκου

 Αρχείο 20.10.2018

(πρόλογος στον τόμο:
Dorothy Parker: The Collected – Dorothy Parker. Modern Classics, Penguin)

ΙΙ
(μέρος πρώτο)

Αναγνώστες που έρχονται σε επαφή με το έργο της κυρίας Πάρκερ για πρώτη φορά, ενδεχομένως βρουν τόση δυσκολία να κατανοήσουν την  υψηλή θέση που κρατούσε η Ντόροθι Πάρκερ στον κόσμο της λογοτεχνίας σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν, όση να αντιληφθούν την περιφρόνηση των κριτικών στην οποία αργότερα περιήλθε. Η πρώτη προφύλαξη στην περίπτωση τέτοιων αναγνωστών, είναι να θυμούνται το γεγονός πώς, ο επονομαζόμενος «κόσμος» που της έδωσε τη φήμη, ήταν στην πραγματικότητα, ένας στενός κύκλος (ανθρώπων) και, σαν όλους τους κύκλους, θεωρούσε τον εαυτό του πολύ πιο μεγάλο και πιο σπουδαίο από ότι ήταν. Οι κριτές του έπραξαν ορθά να εγκωμιάσουν την κ. Πάρκερ, αλλά εκείνη ήταν καλύτερη συγγραφέας από ότι οι ίδιοι αυτοί θεώρησαν, και η διαφορά ανάμεσα στο ποια ήταν και στο ποια εκείνοι υπέθεσαν πως ήταν, ενείχε αρκετούς κινδύνους για την ίδια. Όχι ο πιο ασήμαντος από αυτούς, ήταν η πιθανότητα ότι, όταν οι πρωταγωνιστές της θα έφταναν να πεταχτούν στον σκουπιδοτενεκέ, εκείνη θα περνούσε στη λήθη επίσης. Η μικρή φιλολογική παρέα που συγκεντρωνόταν στη Νέα Υόρκη τις δεκαετίες του ’20 και του ’30, και η οποία χαιρέτησε την κ. Πάρκερ σαν ένα από τα πρωτοπόρα στοιχεία της, συμπληρώθηκε κυρίως από δευτερο- και τριτο-κλασάτους (επιτιμητές). Η κ. Πάρκερ αντιλήφθηκε το γεγονός σαν μεσήλικας και στράφηκε κατακρίνοντας τους παλιούς συναδέλφους της με την οξύτητα του λόγου ενός που είχε υπερ-υμνηθεί από ανθρώπους που ήταν ακατάλληλοι να αποδώσουν είτε εγκώμιο είτε μομφή. Ήταν(2) μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες (– μπροστινά φώτα) τους· θα μπορούσε να έχει η ίδια σχολιάσει: για να είναι έτσι, θα αρκούσε να είμαι μια πυγολαμπίδα.(3) Επεσήμανε ότι οι μεγάλοι Αμερικανοί συγγραφείς της εποχής, δεν είχαν υπάρξει μέλη κάποιας ομάδας· είχαν ζήσει και εργαστεί μακριά από κλίκες αυτο-υποστηρικτών που συγκεντρώνονταν κάτω από την καθοδήγηση της Στρογγυλής Τραπέζης του Αλγκονγκέν. Οι Hemingway, Faulkner, Lardner, Fitzgerald, Dos Passos, Cather, Crane, και O’Neil, δεν βρέθηκαν να καλαμπουρίζουν και να εξυμνούν ή να πληγώνουν ο ένας τον άλλον με κακεντρεχή ξεσπάσματα στην 44η Δυτική Λεωφόρο. Μερικοί από τους συναδέλφους της κ. Πάρκερ στην Αλγκονγκέν, ήταν εξαιρετικά γοητευτικά άτομα (Robert Benchley, Robert E. Sherwood, Marc Connelly), και κάποιοι από αυτούς, εξαιρετικά μη ελκυστικοί (Alexander Woollcott, George S. Kaufman, Edna Ferber), αλλά, πέρα από τη συναδελφικότητα, με κάθε δίκαιο ιστορικό μέτρο, τι ασήμαντη εσοδεία επρόκειτο να κερδηθεί από αυτούς! Εάν διαρκέσει κάποιος αριθμός από διηγήματα και ποιήματα της κ. Πάρκερ και αν κάποια από τα χιουμοριστικά κομμάτια του Μπέντσλεϋ διαρκέσουν επίσης, είναι δύσκολο να σκεφτείς έργα άλλων μελών αυτής της καλοδιαφημισμένης κλίκας που είναι πιθανόν να επιζήσουν του αιώνα.

Η φήμη της κ. Πάρκερ ζημιώθηκε από την λογοτεχνική παρέα που διατήρησε· ζημιώθηκε επίσης από το γεγονός πως ο περίγυρος (κοινωνικό περιβάλλον) που ήταν το φυσικό δικό της αντικείμενο θεματολογίας – ο στενός τομέας της Αμερικανικής κοινωνίας που θα μπορούσε να συνοψισθεί σαν ανατολική, αστική, διανοούμενη και μεσαία τάξη – έχει υποστεί μια αιφνίδια και συντριπτική αλλαγή κατά τη διάρκεια της Οικονομικής Κρίσης. Οι άνθρωποι που η κ. Πάρκερ είχε παρακολουθήσει στενά και για τους οποίους είχε γράψει σαν αυθεντία, έμοιαζαν τόσο μακρινοί με την προ-Κρίσης περίοδο, ώστε να σταμπαριστούν, για κάποιο χρονικό διάστημα, με ένα είδος αναδρομικής ακυρότητας. Τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, απλώς δεν είχαν πια σημασία, και το αναγνωστικό κοινό μπήκε στον πειρασμό να συμπεράνει, εσφαλμένα, πως δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν σημασία. Σιγά-σιγά με τα χρόνια, η εποχή και οι άνθρωποι που έδωσαν σ’ αυτήν τον χαρακτήρα της, επανέκτησαν σπουδαιότητα. Θεωρούμε πλέον πως αξίζει τον κόπο να κάνουμε μια προσπάθεια να τους κατανοήσουμε χωρίς προκατάληψη, σύμφωνα με το πνεύμα και τον χαρακτήρα των δικών τους ημερών και, επιθυμώντας να πράξουμε έτσι, επιστρέφουμε στην κ. Πάρκερ με ζέση.

Καμιά αμφιβολία (δεν χωράει πως) στους νέους αναγνώστες θα δώσει την εντύπωση αλλόκοτου, αλλά, η δεκαετία του ’20 στην οποία η κ. Πάρκερ ξεκίνησε να φανερώνει το έργο της, θεωρούνταν μια εποχή εξαιρετικής και πιθανόν επικίνδυνης ηθικής χαλαρότητας, ειδικά όσον αφορά στα κοινωνικά πειράματα που πραγματοποιούνταν από γυναίκες. Καθώς έπιναν, κάπνιζαν, σνίφαραν κοκαΐνη, κόνταιναν τα μαλλιά τους, χόρευαν τσάρλεστον, χαϊδολογιόντουσαν, τις έκαναν «τσακωτές», ήταν δύσκολο να φανταστείς ότι τα πράγματα μπορούσαν να πάνε πολύ πιο μακριά προτού αυτός ο ίδιος ο πολιτισμός πάθει νευρική κρίση. Οι νεαρές γυναίκες που έδιναν τον ρυθμό, αποκαλούνταν κουλτουριάρες, αν και λίγες από αυτές ήταν· το σοκαριστικό μοτίβο τους ήταν «Οτιδήποτε επιτρέπεται»(4) και το εννοούσαν. Η Νέα Υόρκη ήταν τα δικά τους θορυβώδη Σόδομα, και τα ποιήματα της κ. Πάρκερ εκχώρησαν γρήγορες, σύντομες ματιές στην καλλιτεχνική ελευθερία που θα συναντούσαν εκεί, και το, εξ αυτού, βαρύ κόστος όσον αφορά τα συναισθήματα κάποιου. Αυτοί οι στίχοι που έγιναν κάτι σαν εθνικό ξέσπασμα, θεωρήθηκαν ένα δυνατό υλικό: κοφτοί, πικροί, και μη θηλυπρεπείς στον υποτιθέμενο κυνισμό τους. Έδωσαν στον μέσο αναγνώστη μιαν εντύπωση να πηγαίνουν παράτολμα μακριά υποστηρίζοντας τη διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων για τις γυναίκες σε μια σεξουαλική σχέση, περιλαμβάνοντας και το δικαίωμά τους στην απιστία. Σήμερα, οι στίχοι (αυτοί) δεν μοιάζουν απότομοι, πικροί, μη θηλυπρεπείς: εκτός αυτού, οι στίχοι που τη στιγμή της πρώτης τους δημοσίευσης προσέλκυσαν τους αναγνώστες ως έκφραση μιας πραγματικότητας, γεμάτοι από έναν πόνο απώλειας έξοχα μεταφερόμενο, είναι οι ίδιοι που πιθανόν σήμερα μας νευρίαζαν επειδή κηλιδώθηκαν με κάποια ευχερή αβροφροσύνη εξίσου ψεύτικη όσο το αηδιαστικό γλυκούτσικο υψηλό πνεύμα του λογοτεχνικά θανάσιμου εχθρού της Ντοροθι Πάρκερ, Α. Α. Μίλνε.

Η κ. Πάρκερ μνημονεύτηκε αδιάκοπα από τους θαυμαστές της· οι παραθέσεις τους ήταν σχεδόν πάντοτε από ποιήματα τα οποία σύγχρονοι αναγνώστες θα θεωρούσαν ανάμεσα στα πιο πνευματώδη αλλά λιγότερο εγκάρδια:

Κι ας αφήσουμε τους αγαπημένους της,
όταν θάναι νεκρή,
Αυτό να γράψουν στα οστά της πάνω:
«Πια δε ζει να μας δίνει άρτο
Ποιος μόνο πέτρες ζήτησε απ’ αυτή.»

=======

την ώρα που όρκο παίρνεις πως δική του είσαι,
με ρίγη και στεναγμούς βαθείς,
και κείνος βεβαιώνει πως το πάθος του για σένα είναι
απέθαντο, χωρίς περιορισμούς μακρείς-
κυρά, τη γνώση τούτη μην (την) αρνείσαι:
ένας από εσάς όρκους κάνει ψευδείς.

========

Πρίγκιπες, ποτέ δεν θα επιτεθώ.
Δε θα μ’ έχετε στη σκέψη σας τρυφερή;
Η δύναμη κι η αδυναμία μου, εδώ:
Άντρες – τους αγάπησα μέχρι που μ’ αγάπησαν κι αυτοί.

=========

Τα ξυράφια σε πονάνε
Σκοτεινά τα ποτάμια κυλάνε
Τα οξέα σε λερώνουν
Τα χάπια σε ναρκώνουν
Τα όπλα νόμιμα δεν είναι
Σε θηλιές σε πηγαίνουν
Το αέριο απαίσια μυρίζει
Καλύτερα να ζήσεις!

Η πιο διάσημη ποιήτρια του 20ου αιώνα που προηγήθηκε της κ. Πάρκερ, ήταν η Edna Vincent Millay, η οποία συχνά θεωρήθηκε πως χρησίμευσε ως λογοτεχνικό μοντέλο (πρότυπο) γι αυτήν. Δεν ήταν καθόλου έτσι· για έναν λόγο: η κ. Millay υπήρξε μια περισσότερο ικανή στιχουργός από την κ. Πάρκερ, με μια μαεστρία σε πολλές ποιητικές φόρμες που η κ. Πάρκερ ποτέ δεν δοκίμασε, και για έναν ακόμη:

(Συνεχίζεται)

_____________________
Σημειώσεις
Μέσα σε παρενθέσεις, λέξεις που θεώρησα αναγκαίο για το κείμενο να προστεθούν.

(2) τονίζεται και στο αρχικό κείμενο
(3) «παίζει» με την διττή έννοια του όρου: leading lights: ηγετικές φυσιογνωμίες/μπροστινά φώτα, καταδεικνύοντας το ύφος σχολιασμού της Ντόροθι Πάρκε
(4) Anything goes: σύνθημα που αποδίδει την άποψη πως δεν υπάρχουν κανόνες συμπεριφοράς ή ένδυσης· όλα επιτρέπονται.
Ο ιδιωματισμός  anything goes μπήκε στη ζωή σαν: everything goes, όπως παρουσιάστηκε στη νουβέλα του George Meredith: Ο εγωιστής (1879). Στην Αμερική προτιμήθηκε η λέξη: anything, και κέρδισε περισσότερη πέραση όταν ο Cole Porter χρησιμοποίησε την φράση Anything goes, σε τίτλο τραγουδιού και μουσικής κωμωδίας που έγραψε το 1934.

*

©Ασημίνα Λαμπράκου