Χλόη Κουτσουμπέλη, Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ

Από τις εκδόσεις Πόλις

Πρόλογος

Με λένε Τζέιν. Τζέιν Μποντ.
Από τότε που τυφλώθηκε ο εργοδότης
παίρνω επίδομα ανεργίας
για παραστρατημένες γκουβερνάντες.
Στους άγριους βάλτους του Θόρνφιλντ
αποκαΐδια,
παραμορφωμένες πεταλούδες
στα δέντρα.
Κρατώ ομπρέλα.
Γεννήθηκα το 1846.
Γράφω ακόμα

Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ

Αγαπημένε,
όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό
το μελάνι θα ’χει πια στεγνώσει,
η ζάχαρη θα ’χει μουχλιάσει,
ένα σύκο θα σαπίζει
στο κρεβάτι.
Σε μια γαβάθα θα βρεις υπολείμματα τροφής.

Στην πραγματικότητα δεν ξέρω
αν θα το έχω γράψει εγώ
ή κάποια άλλη
με όνομα παράξενο όπως
Αδελαίδα, Εριφύλη ή Περσεφόνη.

Αγαπημένε,
ήσουν απελπιστικά αθώος,
ανυπεράσπιστα ένοχος,
τις νύχτες ζωγράφιζες ελάφια,
έκλαιγες μετά καθώς τα σκότωνες,
γέμιζαν σκάγια τα σεντόνια.
Μια μέρα ενώ σου ετοίμαζα καφέ
είδα μες στο φλιτζάνι ένα δέντρο.
Τότε κατάλαβα πως έπρεπε να χαθώ στο δάσος.

Αγαπημένε,
όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,
τι άραγε θα έχει απομείνει από μας σ’ αυτήν τη γη;
Σκόνη στα δάχτυλα κάποιου θεού που θα φυσήξει.

Ξένε, όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,
θα γίνεις λαθραναγνώστης.
Κανίβαλος θα τραφείς από τη σάρκα μιας αγάπης.
Θα σου θυμίσει μια δική σου.
Καμία σχέση.

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς
που αφήνουν σημειώματα.
Εννιά στις δέκα φορές επινοούν.