Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Μετά βουκολικός ιμπρεσιονισμός ή η αρπαγή του ποιμνιοστασίου

Ανταπόκριση σε καθημερινή εκπομπή με  θέμα
τα νέα του βουνού
και της στάνης

“Η Μαριαλένα που βρίσκεται επί ποδός, μας μεταφέρει τον παλμό. Στο μεταξύ, κληρώνεται ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο”.

Χειροκροτούν όλοι εδώ, είναι ένα καταπληκτικό αυτοκίνητο. “Έλα Μαριαλένα”.

Λάμπουν τα χρυσά φλουριά στην ποδιά της παρουσιάστριας και το αυτοκίνητο είναι σκεπασμένο με ένα χράμι, σκέτο αριστούργημα των ταπητουργίων του κάμπου.

“Καλημέρα σας από τα χωριά της πεδιάδας. Βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να καταγράψουμε τη θαυμαστή σύναξη των αρχιτσελιγκάδων”, λέει η Μαριαλένα και ισιώνει την ποδιά της, γαλάζια να ‘ρχονται τα παιδιά και τα πουλιά να ξεδιψάνε. Την υφάνανε αργαλειοί της Φλάνδρας, ο σύζυγος της εμπορεύεται χαρούπι, οι δουλειές πάνε περίφημα. “Υποψίες για νοθεία και υπόγεια αλισβερίσια ανάμεσα στους άρχοντες που μαζεύονται κατόπι. Κάθε νύχτα, όπως και την προηγούμενη, μπορεί να ιδείς τα κλεφτοφάναρα όσων πάνε στην άλλη πλευρά. Άμα φωνάξει κάποιος “προδοσία”, αποκρίνονται και οι άλλοι, έπειτα πέφτουν βλαστήμιες και όλα ησυχάζουν. Μα αυτό που συνέβη κάτι νύχτες ξοπίσω, άμα ήταν γεμισμένη η φεγγαράδα, δεν έχει ταίρι μήτε δικιωμό. Διότι , άκουσον άκουσον”, από το κοντρόλ ακούγεται η παρουσιάστρια με τη βελάδα τώρα που ανακοινώνει, σήμερα κληρώνεται ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο και χειροκροτάει. Η Μαριαλένα σφίγγει τα δόντια μην την διαολοστείλει και άντε μετά να βρίσκει δουλειά που συνδυάζει τα ελεύθερα πρωινά με τα διαθέσιμα μεσημέρια και τις υπέροχες νύχτες με τα ελαφριά απογευματινά μπράντσις. Όλα γίνονται άμα το θέλει η Μαριαλένα, όμως αν διαολοστείλει τώρα την κυρά στο στούντιο, όλα θα χαθούν μεμιάς. Για αυτό την υπομένει και συνεχίζει το ρεπορτάζ της. “Οι καταγγελίες κάνουν λόγο για πρωτοφανή γεγονότα. Ισχυρίζονται πως οι ληστές που βρήκαν λημέρι εδώ γύρω, δεν θέλουν τα ζωντανά. Όχι, δεν τους αρκούν οι αρνάδες με τα νιόβγαλτα, γυρεύουν τα ποιμνιοστάσια. Πρώτη φορά καταργήθηκε ετούτος ο κανόνας και τώρα οι προδότες κλέβουν ολόκληρες τις αποθήκες. Τι ποιμνιοστάσια ολόκληρα ταξιδεύουν μες στην νύχτα αλλάζοντας χέρια. Οι αρχιτσελιγκάδες κατηγορούν αλλήλους και η σύναξης κινδυνεύει ποικιλοτρόπως. Πιθανότερο σενάριο, – το αμάξι κληρώθηκε κυρά μου; – πιθανότερο σενάριο”, η παρουσιάστρια που ‘χει φορέσει τώρα την τελευταία λέξη του θερινού γιλέκου με πουκαμίσα από λεπτή οργάντζα στο γιακά και χρυσά, ραμμένα άνθια πορτοκαλιάς, ουρλιάζει, “τώρα κληρώνεται!”. Έρχονται κάτι άνθρωποι του συνεργείου, αλλάζουν γρήγορα τα λάστιχα, κοιτάζουν τα λάδια, όλοι χειροκροτούν, η Μαριαλένα, λέει την ιστορία. “Ο ένας ισχυρίζεται πως είναι ο καλός ποιμένας και δεν λέει όχι άμα μες στο σύθαμπο του’ρθουν καμιά δεκαριά ζωντανά ή κανένας μικρός σταύλος. Ποιος είναι εκείνος να αρνηθεί την πλατιά αγκαλιά του σοσιαλισμού; Παίζει τη φλογέρα του και αρνείται κάθε ανάμειξη και άμα η καρδιά του κάνει κέφι θυμάται και κανένα λογαριασμό που τον είχε λησμονημένο και το μέσα του ευφραίνεται που ‘χει περσότερα για να φχαριστηθεί. Όσο για τον άλλον, αυτός ζωή να έχει, το ‘χει βάλει σκοπό του να πάρει για δικά του όλα τα πράγματα των άλλων. Τα παιδιά τον φοβούνται τόσο, λένε μήπως πάρει και τα δικά τους παιχνίδια και τα κρύβουν μες στα πατάρια. Κάθεται απάνω στη λυγερή την καρυδιά και βλέπει που αυγατίζει η περιουσία του και χαίρεται η ψυχούλα του. Κάθε τόσο φαντάζει σπλαχνικός και σαν τον πατέρα αφήνει να επιστρέψουν τα απολωλά του κοπαδιού. “Ελάτε”, τους γνέφει και εκείνα έρχονται, επειδή δεν έχουν πού να πάνε και τριγύρω παραμονεύουν οι λύκοι. Βεβαίως, και αυτός αρπακτικός μοιάζει να είναι, μα πρέπει με το θάνατο να βγάζει κανείς ένα κάποιο κέρδος.  Ο τρίτος, στέκει πάνω στο ύψωμά του. Πίσω του ακοίμητο το κάστρο του, με τους πιστούς τσοπάνηδες που του τα προλαβαίνουν όλα. Κανείς δεν τα βάζει μαζί του και ο λόγος του μοιάζει με προσταγή. Τέτοια πειθαρχία σε κοπάδι είχε χρόνια να φανεί και όλοι απορούν για τις μεθόδους του. Μα αυτός δεν νοιάζεται και έχει θωρακισμένο το κάστρο του. Κάθε τόσο παίρνει τη βόλτα του με τ’άλογο και οι κυράδες εκόβονται για πάρτυ του. Ποζάρει ως άλλος Ναπολέων, κρίνει τους φτωχούς, σφίγγει το χέρι των πλουσίων και ηγείται του εθνικού οράματος. Στο μεταξύ, όσο οι τσελιγκάδες ερίζουν το βέβαιο δίκιο τους, η ιστορία πίσω από το μεγάλο βιβλίο, γελά”.

“Α δεν σας είπα”, πετάγεται στο φινάλε η παρουσιάστρια. “Κληρώθηκε καλέ τ’αμάξι, το πήρε ο Κίτσος του Μπράλλου. Καλοτάξιδο Κίτσο” και δώστου τα φιλιά και οι διακοσμήσεις και τα κουνήματα. Η Μαριαλένα ακίνητη στο μεταξύ καθώς οι συνεργάτες χορεύουν ένα απαλό τσάμικο στα πετρόχτιστα, τα καμαρωτά παραθύρια του τηλεοπτικού δέκτη. Έπειτα διαφημίσεις, φάρμακο για τις διευκολύνσεις που επιβάλλει το κοντοσούβλι και τα αρνίσια τα παϊδάκια στην πρωινή μας ρουτίνα και η ταινία των δώδεκα και τέταρτο. Απόψε, “αγάπη μου συρρίκνωσα το ποιμνιοστάσιο” με πρωταγωνιστή τον Τζαβέλα του μπάρμπα Δήμου του πατωματζή και το Λενιώ του Κάργα. Στις τρεις η Βασίλω του Γερογιώργη, για τον “μετά – βουκολικό ιμπρεσιονισμό και τη φυσιολατρία”. Εκλεκτοί καλεσμένοι, παγωμένη προβατίνα, αμελέτητα. Ω, τι ωραίος κόσμος, σε ήρεμη πάντα απελπισία.

Στο μεταξύ, στο Μπράλο στήσανε σωστό πανηγύρι. Άμα γύρισε ο Κίτσος, κορνάροντας παρακαλώ, μαζεύτηκαν όλοι, ιερείς και κοινοτάρχες, διοικητικοί και ενωμοτάρχες και επιθέωρησαν το όχημα, του ρίξανε την αγιαστούρα και έπειτα φάγανε και ήπιανε και χάζευαν βακχεμένοι το ωραίο, περλέ μπλε χρώμα του ηλεκτρικού αυτοκινήτου. Αργά, μεθυσμένοι όλοι τους χόρεψαν το “τίποτε άλλο δεν έχει σημασία” σε μπλουζ ρυθμό και ο Κίτσος πήγε την καλή του βόλτα με το περλέ ως κάτω στη σταφίδα, να αλλάξει, λέγει το νερό.

“Χωριά μέσα στα χωριά, το ίδιο σκληρά παλιότερα, το ίδιο δυσκολεμένα, το ίδιο αρχαία κι ασταμάτητα”, που γράφει και ο Κακίσης. Ζωή απαράλλαχτη, Τι τα θες;

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης