Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Cafe Beckett

Αρχείο 12/07/2014

fav-3

Περνούσα προχθές απ’ έξω και το είδα για άλλη μια φορά κλειστό και σιωπηλό, όπως σ’ εκείνο το όνειρο που επανέρχεται τακτικά. Δεν ήταν της μοίρας του, φαίνεται, να προκόψει αυτό το μαγαζί. Μια ξεθωριασμένη πινακίδα, που κρεμόταν κάθετα στην ξυλόγλυπτη πόρτα, έγραφε «Spartakos». Να λοιπόν που ένας άλλος ήρωας αντικαθιστούσε τον ασυμβίβαστο Ιρλανδό σε μια αναίμακτη μάχη-υποθέτω. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην ξαναπεράσω απ’ αυτά τα μέρη αλλά να, που ένας φίλος μου μένει στην πλατεία Βικτορίας και έτσι, φεύγοντας από το σπίτι του οδηγώντας το λευκό μου Πόλο, χώθηκα ασυναίσθητα στο στενό δρομάκι. Όπως τότε.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί ορισμένα μέρη της πόλης σε δένουν περισσότερο με τον μύθο τους. Μια ολόκληρη πρωτεύουσα, ένας λαβύρινθος δρόμοι κι αδιέξοδα κι εγώ δυο φορές χρειάστηκε να σταματήσω στην ίδια οδό. Για την πρώτη φορά δεν είναι της ώρας να μιλήσω. Η εποχή του «Ναύτη» έγινε μυθιστόρημα και το τριώροφο σπίτι της Φυλής αγαπήθηκε από πολλούς αναγνώστες μέχρι που ράγισε στους σεισμούς του ’98. Μέσα σε δυο δεκαετίες δυο παλιόσπιτα στην οδό Φυλής κόντεψαν να με στοιχειώσουν.
Θα κρατήσω τη δεύτερη δεκαετία, αρχίζοντας κάπως θλιβερά. Ο φίλος μας Π. Μουλιάσης αργοπεθαίνει και εμείς σπαράζουμε κρυφά στα μέσα δωμάτια του διαμερίσματός του. Ηθοποιός αρκετά γνωστός, βαθύτατα μορφωμένος, με πολλαπλά ταξίδια στο εξωτερικό και πολλά όνειρα για το μέλλον: Σχεδίαζε μια ομάδα θεατρική, ένα δικό του στέκι και μάλιστα χωρίς επιχορηγήσεις. Ο Μουλιάσης ανήκε στους ηθοποιούς που είχαν λεφτά, πολλά λεφτά, κληρονομημένα εννοείται, μα τι σημασία έχει αυτό; Όταν δεν έπαιζε σε παραστάσεις, μας έβγαζε -τους λιγοστούς φίλους του- στα καλύτερα στέκια της Αθήνας. Τρώγαμε, πίναμε, παρακάμπταμε το face control και ήταν όλα πληρωμένα. Εγώ τότε μόλις είχα βγάλει το πρώτο μου μυθιστόρημα, προσπαθώντας να επιβιώσω μέσα στην καινούργια μου ταυτότητα. Ο Μουλιάσης ήταν παντού γνωστός, όχι όμως ιδιαίτερα αγαπητός, γιατί έλεγε πικρές αλήθειες γύρω από αυτά που αγαπούσε πιο πολύ: το θέατρο.
Ένα χρόνο πριν την κατάρρευσή του είχε αρχίσει να ψάχνει για ένα χώρο όπου θα στέγαζε τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις. Μας έβαζε στο αυτοκίνητο, εμένα, τη Ζωζώ και τον Χρήστο και τριγυρνούσαμε στα στενά της Αχαρνών, στα κάθετα δρομάκια της Ιουλιανού, στην Ηπείρου, στην Μιχαήλ Βόδα. Παρά το γεγονός ότι εκείνος έμενε πίσω από το Στάδιο, σε ένα ευήλιο οροφοδιαμέρισμα, στις καλλιτεχνικές του αποδράσεις προτιμούσε τα ανήλια περάσματα που τη νύχτα μετατρέπονταν σε παρακμιακά σκηνικά. Ερημωμένες γειτονιές, μισοκατοικημένες και υποβαθμισμένες περιοχές, πάντοτε όμως «οι γειτονιές των άλλων» .
Η Ζωζώ έβλεπε με δυσπιστία αυτούς τους δρόμους και πρόβαλε αντιρρήσεις. «Δεν είναι δυνατόν να σκέφτεσαι να φτιάξεις εδώ το θεατράκι σου», γκρίνιαζε. «Χάθηκαν τόσα όμορφα μέρη;».
Στα μέσα του ‘90 οι περιοχές του Ψυρρή και το Γκάζι μόλις είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται ως χώροι «πολιτισμού» και διασκέδασης. Ο Μουλιάσης πίστευε ότι η δική του αποκέντρωση θα μετρούσε περισσότερο στην θεατρική πιάτσα στην οποία ανέκαθεν πήγαινε κόντρα. Το δημιουργικό του όνειρο ήταν επίσης ιδιόμορφο: ένα μπαρ και θέατρο μαζί, που θα το ονόμαζε Cafe Beckett. Ο Θεός του ήταν ο Μπέκετ και δεν είχε αφήσει έργο για έργο στην Ευρώπη που να μην το παρακολουθήσει. Θα ήταν τολμηρό να προσθέσω ότι φυσιογνωμικά ο Μουλιάσης θύμιζε πολύ τον συγγραφέα. Ήταν αδύνατος, με γωνιώδη χαρακτηριστικά, σοβαρός και με μια αυστηρότητα στο βλέμμα.
Παλιότερα ο Μουλιάσης είχε παίξει στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» και ευελπιστούσε να ανεβάσει όχι μόνον τα θεατρικά του Μπέκετ αλλά και την τριλογία «Μολλόυ» -άγνωστο επίσης πώς θα ανέβαινε το πυκνό αυτό πεζογράφημα που και ο ίδιος του ο συγγραφέας το είχε σιχαθεί! Για τον Μουλιάση ο Μπέκετ θα ήταν έργο ζωής και δουλειά εν προόδω.
Σχέδια φιλόδοξα και ριψοκίνδυνα, γιατί το να προτείνεις ένα στέκι στην θεατρική Αθήνα, που θα στηριζόταν αποκλειστικά σε έναν συγγραφέα, ήταν σαν να είχες έναν κινηματογράφο όπου θα παιζόντουσαν οι ταινίες ενός και μόνον σκηνοθέτη -και όχι από τους πλέον εμπορικούς. Ωστόσο οι βραδινές μας βόλτες πλήθαιναν, ο Μουλιάσης προτιμούσε να βλέπει τους χώρους τη νύχτα γιατί, υποστήριζε, «μόνον τότε μετράει η λάμψη τους και η λειτουργικότητά τους». Καμιά φορά σταματούσαμε έξω από τα μπορντέλα κι αυτός μαγευόταν από το πλήθος των αρσενικών που μπαινόβγαιναν στα πορτάκια πάνω από τα οποία κρέμονταν οι γυμνές λαμπίτσες, σύμβολα πόθου και φάροι του έρωτα.
«Αυτοί είναι οι αληθινοί θεατές, το ωραιότερο έργο παίζεται εκεί μέσα», φώναζε, κινδυνεύοντας να πατήσει τους περαστικούς που δεν ήταν και λιγότερο ζαλισμένοι από τον δικό μας οδηγό και ξεναγό.
Η Ζωζώ, που αντιπαθούσε το όνομά της καθώς και τις σπουδές της, αισθανόταν σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα και όχι άδικα. Κόρη δημοσίων υπαλλήλων, απόφοιτος του αμερικάνικου κολεγίου, τριτοετής στη Νομική, με απροσδιόριστες καλλιτεχνικές ανησυχίες, μάλλον διεκδικούσε τον ρόλο του μάνατζερ στην ιστορία αυτή και πιο μακροπρόθεσμα τον πρωταγωνιστικό ρόλο της συμβίας για έναν τόσο ανεξάρτητο και αδέσμευτο άνθρωπο όπως ήταν ο Μουλιάσης. Η σχέση τους παρέμενε φιλική και ερωτική ταυτόχρονα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχαν παράλληλες σχέσεις όταν προέκυπτε κάτι αναπάντεχα. Όταν βρέθηκε το σπιτάκι στην Φυλής, εκείνη σηκωνόταν από τα χαράματα και έτρεχε στους δικηγόρους και τους συμβολαιογράφους, στο υποθηκοφυλακείο και στις εφορίες, πετυχαίνοντας σε χρόνο ρεκόρ -σε τρεις μήνες για την ακρίβεια- να υπογραφούν τα συμβόλαια της αγοράς και να αρχίσουν αμέσως οι μετατροπές στον χώρο.
Πράγματι το ψηλοτάβανο νεοκλασικό σπίτι πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε έναν ευέλικτο εσωτερικά χώρο όπου λειτουργούσε ως σκηνή και μπαρ, με κουζίνα και μπάνιο στο υπόγειο, βοηθητικούς χώρους και ανάλογο ηλεκτρικό και ηχητικό εξοπλισμό. «Πολλά λεφτά, πολλή σπατάλη», γκρίνιαζα από μέσα μου, τη στιγμή που σκεφτόμουν πώς να φτιάξω μια βιβλιοθήκη για να ξεκουράσω τα σκορπισμένα μου βιβλία.
Θα κάνω ένα άλμα στον χρόνο και θα αφήσω πίσω μου ό,τι θλιβερό με συνδέει με την ιστορία του άτυχου Μουλιάση που ανέκαθεν φοβόταν μην πάθει την «εγκεφαλική κρίση» του πατέρα και του μεγαλύτερου αδελφού του. Λίγο πριν πεθάνει (συντομεύω τα θλιβερά γεγονότα) άφησε όλη του την περιουσία στην Ζωζώ με την προϋπόθεση να επενδύσει στο Cafe Beckett και τις δραστηριότητές του. Εμένα με έχριζε σύμβουλο εκδηλώσεων, κάτι εντελώς ακαθόριστο και πέρα από τις μοναχικές συγγραφικές μου επιδόσεις, ενώ θα πληρωνόμουν κάθε φορά που θα πρότεινα και θα προωθούσα μια παράσταση ή εκδήλωση που θα συσχετιζόταν με το έργο του Σάμουελ Μπέκετ. Διαχειριστής και ελεγκτής της όλης ιστορίας θα ήταν ο δικηγόρος Α. Στάμος, παιδικός φίλος του Μουλιάση και ημι-φιλότεχνος, δεδομένου ότι παραβρισκόταν σε οποιοδήποτε καλλιτεχνικό γεγονός της πόλης αρκεί να του προσφερόταν μια πρόσκληση.
Ακόμη και σήμερα αναρωτιέμαι γιατί θέλησε να μας εκδικηθεί ο καλός μας φίλος και θεατράνθρωπος. Λίγα τραβήξαμε στην αρρώστια του, τι άγχος, τι τρέξιμο, τι κλάμα, υπαρξιακά, ηρεμιστικά, παραιτήσεις, λοξοδρομήσεις… Μας είχε τρελάνει με την συμπεριφορά του γιατί, ύστερα από το πρώτο εγκεφαλικό και μέχρι να έρθει το μοιραίο δεύτερο, δεν τον παρατήσαμε ούτε λεπτό. Δεν είχε πολλούς συγγενείς και τους απέφευγε συστηματικά στη ζωή του. Είχε όμως εμάς.
Βρεθήκαμε λοιπόν, εγώ και η Ζωζώ, σε έναν χώρο που μάλλον δεν μας αφορούσε σε σχέση με τις αναζητήσεις μας. Μπορεί, ως ναύτης, να έμενα στο υπόγειο ενός παρόμοιου κτίσματος, που βρισκόταν λίγο παραπέρα και δούλευε ακόμη ως μπορντέλο, όμως, ως «νέος λογοτέχνης», δεν πίστευα σε τέτοιου είδους αποκεντρώσεις. Κάθε περιοχή έχει την ομορφιά της γι’ αυτό ακριβώς που είναι ή φτιάχτηκε. Η Φυλής ανήκε στους ανθρώπους που χρόνια ζούσαν εκεί, στους φτωχότερους αλλά και στους παλιότερους κατοίκους της πόλης, στις γυναίκες με τους πελάτες, στους μπορντελιάρηδες ακόμη και στους άνδρες που έψαχναν αγόρια στα μπαρ της ίδιας περιοχής. Ο ακατονόμαστος πώς θα στέριωνε ανάμεσά τους;
Σε ένα συμβολικό ή μεταφορικό επίπεδο μπορεί να ήταν και η ιδανική περιοχή για μια τέτοια κατάσταση. Ως θεατρική μεταφορά, ως κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Τελικά ανοίξαμε το στέκι και ο Μουλιάσης με το ζόρι μπόρεσε να παραβρεθεί, αφού μόλις είχε συνέλθει από το πρώτο εγκεφαλικό. Ήξερε ότι κινδύνευε κάθε ώρα και στιγμή, όμως προτιμούσε να πεθάνει μέσα σε εκείνον τον χώρο.
Στα εγκαίνια κατέφθασε πολύς κόσμος που συχνάζει σε γεγονότα. Μέσα ο διάκοσμος ήταν ομολογουμένως προσεγμένος, οι επεμβάσεις δεν έβγαζαν μάτι (κυριαρχούσε το ξύλο αρμονικά δεμένο με το μέταλλο) και ο σκηνογράφος Κώστας Β. είχε μετατρέψει την μονοκατοικία σε ένα σύγχρονο χώρο.
Η διαδρομή Στάδιο-Φυλής ήταν μια καθημερινότητα. Πηγαινοφέρναμε τον Μουλιάση από νωρίς το απόγευμα στο μαγαζί και, μόλις νύχτωνε, εκείνος άρχιζε τις πρόβες με τα κείμενα στο χέρι. Οι πελάτες τον έβλεπαν να μουρμουρίζει σε μια γωνιά, ελαφρά γερμένο, λόγω της κατάστασής του, και αποδέχονταν την εκκεντρικότητά του. Στο μπαρ δούλευε ο Χρήστος, τριτοετής σπουδαστής της γυμναστικής ακαδημίας, απ’έξω σερβίριζε ποτά μια δεύτερη εξαδέλφη της Ζωζώς, η Τάνια, που έμενε στην Νέα Φιλαδέλφεια. Η Ζωζώ επόπτευε τα πάντα και φρόντιζε τον Μουλιάση, που κατά καιρούς παραπατούσε. Πολλοί πίστευαν ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών στα τελευταία του στάδια. Λέω πολλοί, γιατί όσοι τον γνώριζαν και ήξεραν κάποια πράγματα από την πρότερη ζωή του έβαζαν με το μυαλό τους κάθε είδους σκέψη. Στη δεκαετία του ογδόντα ο Μουλιάσης είχε ζήσει στην Νέα Υόρκη και παρακολουθούσε μαθήματα υποκριτικής σε ένα φημισμένο θεατρικό εργαστήρι. Τότε -εμείς το ξέραμε καλά- έζησε πολύ έντονα…
Οι περαστικοί, που πολλές φορές σταματούσαν με απορία στην δική μας ξύλινη πόρτα, άκουγαν μια φωνή να τους λέει : «Καφέ-θέατρο».
Εγώ ήμουν αυτός που στεκόταν έξω από την πόρτα. Αυτός ήταν ο άχαρος ρόλος που μου είχε ανατεθεί. Φυσικά δεν έκανα επιλογές. Απλώς ενημέρωνα όσους μου φαίνονταν άσχετοι ότι το μαγαζί δεν είναι για κείνους, δείχνοντάς τους την επιγραφή. Για πολλούς και μόνον η ξενική αναγραφή σήμαινε κάτι διαφορετικό, πόσο μάλιστα που τα γράμματα ήταν πατιναρισμένα με χρυσό. Μου άρεσε να στέκομαι στο ψηλότερο από τα πέντε πλατύσκαλα. Από κει έμπαινες στο χωλ που φωτιζόταν από ένα μεταλλικό φωτιστικό του οποίου οι λάμπες ξεπετάγονταν σαν φιδίσιες κεφαλές. Εκεί έξω γλίτωνα από την κλεισούρα και από την γκρίνια του Μουλιάση. Τώρα είχε φέρει έναν πολύ γνωστό του φίλο, σκηνοθέτη, για τις πρόβες, καθόλου όμως αφιλοκερδώς.
Ο σκηνοθέτης αποδέχθηκε την πρόταση όχι τόσο επειδή θα πληρωνόταν, αλλά επειδή πίστευε ότι η παράσταση δεν θα ανέβαινε ποτέ. Το έργο ήταν δύσκολο, τα κείμενα του Μπέκετ δεν είναι από κείνα που τα κόβεις και τα ράβεις παίζοντας με αφόρητη θεατρικότητα. Ο Μουλιάσης ήξερε πολύ καλά τι δυσκολία έκρυβε το εγχείρημά του. Ίσως κι αυτός ο ίδιος να πίστευε ότι δεν θα υλοποιούσε το όραμά του, όμως ακόμη και αυτή η δυσκολία του εγχειρήματος προσέγγιζε περισσότερο τον κόσμο του συγγραφέα: της αναμονής του τίποτα.
Στο μεταξύ εγώ, προχωρημένο φθινόπωρο ήταν, ξαναζούσα όπως και στο ναυτικό μια εμπειρία που είχε σχέση με το «σπίτι» και την απέναντι «γυναίκα». Αυτή τη φορά η πουτάνα δεν ήταν ένα παραδοσιακό θηλυκό αλλά μια εγχειρισμένη τραβεστί-πολύ πετυχημένη, δεν λέω- αλλά προδιδόταν τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Μπορεί να ξεγελούσε τους άντρες της στο μισοσκόταδο του δωματίου. Ποιος ξέρει…
Ένα βράδυ λοιπόν, μόλις είχαμε ανοίξει, ήρθε η «γυναίκα» και μας ζήτησε έναν καφέ. Έκτοτε μου έκανε εντύπωση πως κάθε φορά κρατούσε μια διαφορετική τσάντα, σαν να ήταν το μόνο γυναικείο εξάρτημα που ανέδειχνε την θηλυκότητά της. Αναζητούσε λίγη παρέα και η Ζωζώ μίλησε μαζί της για τη δουλειά και τις δυσκολίες της περιοχής. Αμέσως μετά ήρθε και την ζήτησε ένας μικρόσωμος τριαντάρης, που τελούσε χρέη «τσατσάς», και μάλιστα μόνο που δεν την έβρισε με το που την είδε θρονιασμένη στο δικό μας μπαρ.
Συνήθως η Ευρυδίκη ήταν η πρώτη μας πελάτισσα. Εγώ, πορτιέρης στο πλατύσκαλο, μετρούσα το πλήθος που την επισκεπτόταν, ανάμεικτο πλήθος ταξικά και ηλικιακά. Στον ίδιο δρόμο βρισκόταν και ένας σύλλογος Πολωνών και έτσι ο δρόμος μας γέμιζε με εκδηλώσεις ειδικά τα βράδια της Παρασκευής. Οι Πολωνοί μετανάστες, οι πιο σοβαροί ξένοι της χώρας, οργάνωναν μια χορωδία, εμείς συνεχίζαμε τις πρόβες που, μόλις πήγαινε δέκα, σταματούσαν για να δεχθούμε τους πρώτους πελάτες.
Για κάμποσες βδομάδες το μαγαζί έγινε κάπως της μόδας. Έγραψαν καναδυό περιοδικά, κάποιοι από αυτούς που τρέχουν παντού στα in μέρη μπήκαν στον κόπο να έρθουνε και σε μας, όμως σύντομα απογοητεύτηκαν. Ποιος ξέρει τι περίμεναν να συναντήσουν! Στο τέλος κατέληγαν όρθιοι στα παράθυρα να χαζεύουν τον άλλο κόσμο, τον κανονικό, που περνούσε απ’έξω. Απεγνωσμένα βλέμματα που αναρωτιόντουσαν αν η δική τους ζωή σχετιζόταν και τις διεργασίες που λάμβαναν χώρα μέσα στο καφέ-θέατρο ή με τις αναζητήσεις των περαστικών απ’έξω.
Το τραγικό τέλος του Μουλιάση, με τη μορφή ενός δεύτερου και μοιραίου εγκεφαλικού, μας ανάγκασε να συσπειρωθούμε. Μόλις πέρασε η μπόρα, και αφού ο καθένας μας κατέρρευσε με τον δικό του τρόπο, επιστρέψαμε και πάλι στο μαγαζί. Η Ζωζώ πρότεινε να το νοικιάσουμε και να παρατήσουμε κάθε καλλιτεχνική προσπάθεια. Όμως ο Στάμος μας απέτρεψε ρητά από κάθε τέτοια σκέψη, αν όντως θέλαμε να έχουμε στο χέρι κάτι από την μεγάλη περιουσία του φίλου μας.
Η αγγελία στις καλλιτεχνικές στήλες των εφημερίδων ότι νοικιάζεται χώρος για θεατρικές ομάδες έφερε αρκετό κόσμο. Ήταν συνήθως νέοι ηθοποιοί, απόφοιτοι θεατρικών σχολών, που ενθουσιάζονταν με το χώρο όχι όμως και με την ιδέα να ανεβάσουν αποκλειστικά Μπέκετ. Αναγκάστηκα εγώ και η Ζωζώ να κάνουμε οντισιόν στα σχέδια κάθε φιλόδοξου και ανερχόμενου καλλιτέχνη. Κάπου στο βάθος κατανοούσα και συμμεριζόμουν την ανησυχία τους. Μήπως κι εγώ έτσι δεν ξεκίνησα; Με τα χειρόγραφα στο χέρι, κόβοντας βόλτες σε εκδοτικούς οίκους, χωρίς διαμεσολαβητές;
Πάντως εμείς εφαρμόζαμε ένα σχέδιο-παγίδα. Μόνον σε όσους θα αποδέχονταν εξ αρχής την πρόταση για το ανέβασμα ενός Μπέκετ θα τους αποκαλύπταμε τη χρηματοδότηση της παράστασης. Κάπως έτσι θα γλιτώναμε από τους απρόθυμους και τους επιπόλαιους.
Ήδη η θλίψη υποχωρούσε στις επιταγές της καθημερινότητας, και έτσι αρχίσαμε να οργανώνουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε το μαγαζί. Βρήκαμε ένα παιδί που έπαιζε καλή μουσική, βάλαμε άλλον έναν απ’έξω στα τραπέζια, τα βρήκαμε με τους προστάτες της περιοχής και ξαφνικά άρχισε να ξανάρχεται κόσμος. Όμως από την πρώτη κιόλας βδομάδα έβλεπα ότι ήταν ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός. Όχι το γνωστό trendy πλήθος, αλλά περαστικοί, ζευγαράκια της περιοχής, κάποιοι Πολωνοί και πολλοί μοναχικοί τύποι σαν κι αυτούς που τριγυρνούσαν στα στενά της περιοχής…Τι είχε συμβεί;
«Σας στέλνω πελατεία», βροντοφώναξε η Ευρυδίκη, πίνοντας τον καφέ της και κρατώντας μια δερμάτινη τσάντα «από φίδι Βραζιλίας»-όπως ισχυριζόταν. Η Ζωζώ την κοίταξε έντρομη. «Λέω στους πελάτες μου να περνάνε για ένα ποτό από το μαγαζί σας. Στεναχωριέμαι που το βλέπω άδειο!»
Δεν αμφιβάλλαμε καθόλου γι’ αυτό. Ήδη η Ζωζώ αντιμετώπιζε πρόβλημα με ορισμένους τύπους που έρχονταν αποκλειστικά γι’ αυτήν, ενώ η Τάνια απειλούσε ότι θα παρατήσει την δουλειά επειδή την ενοχλούσαν κάποιοι άλλοι. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ευτυχώς πλησίαζε η πρεμιέρα του έργου και περιμέναμε να αλλάξει κάπως η κατάσταση.
Η ομάδα που βρέθηκε για να ανεβάσει το «Περιμένοντας τον Γκοντό» ήταν μια ομάδα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Βοηθούμενη από έναν σαραντάχρονο ψυχίατρο, δραματοθεραπευτή και σκηνοθέτη, έκαναν τις πρόβες τους, νωρίς το απόγευμα, ετοιμάζοντας το έργο με ρυθμούς κανονικούς. Η χρηματοδότηση ήταν επίσης απλόχερη, άσε που ο Στάμος πίστευε ότι επιτελούσαμε και κοινωνικό έργο. Το λιτό σκηνικό έδειχνε έναν δρόμο, μια μεγάλη πέτρα, ένα πελώριο δένδρο που ακουμπούσε στην ανάγλυφη οροφή.
Τo βράδυ της πρεμιέρας ο ένας εκ των πρωταγωνιστών, ένα αδύνατο αγόρι από την Καλλιθέα, που θα έπαιζε τον Βλαντιμίρ, σουτάρισε κάτω στα καμαρίνια και ο σκηνοθέτης έγινε έξαλλος που τον είδε σωριασμένο. Τους μάζεψε όλους και έφυγε παρά τις διαμαρτυρίες του κόσμου και των άλλων παιδιών. Παρότι στο μαγαζί γινόταν “πατείς με πατώ σε” η παράσταση αναβλήθηκε. Κάποια στιγμή, κλείνοντας το δικό της “μαγαζί”, πέρασε η Ευρυδίκη για ένα ποτό, ήρθε και η Τσατσά με έναν πελάτη, που δεν πρόλαβε την Ευρυδίκη, και όλοι μαζί ενωθήκαμε σε ένα κεφάτο βράδυ. Ο Βλαντιμίρ είχε χρόνο να κρεμαστεί μιαν άλλη φορά, εκτός κι έρθει ο Γκοντό.
Δεν ξαναήρθε όμως ο θίασος των παιδιών, γιατί δημιουργήθηκαν προβλήματα στην ομάδα. Εμείς ανταμειφθήκαμε από τον Στάμου για την προσπάθειά μας, αλλά σκεφτόμασταν αν έπρεπε να συνεχίσουμε με τους ίδιους όρους. Στο κάτω-κάτω ό,τι βγάζαμε ήταν κέρδος, το μαγαζί πήγαινε καλά και οι πελάτες της Ευρυδίκης δεν παρέλειπαν να πάρουν το ποτό τους λίγο πριν ή μετά την επίσκεψή τους.
Η Ζωζώ αντιμετώπιζε με ψυχραιμία την καινούργια κατάσταση και εγώ βρέθηκα στο παλιό μου πόστο, στην είσοδο του καφέ, μόνο που τώρα αν έβλεπα κάποιον καθωσπρέπει πελάτη τον προειδοποιούσα: «Ξέρετε στο μαγαζί συχνάζει και κόσμος της περιοχής» πράγμα που λειτουργούσε περισσότερο προτρεπτικά.
Είχαμε κατορθώσει να φτιάξουμε ένα μαγαζί όπου οι «περιθωριακοί» αισθάνονταν αποδεκτοί, ενώ οι «κουλτουριάρηδες» βουτούσαν στην ετερότητα και τη διαφορά. Μια χαρά δηλαδή για όλους.
Μια χαρά… ώσπου δύο αναπάντεχα γεγονότα ήρθαν να αναταράξουν τις ισορροπίες. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Η Ζωζώ από καιρό τα είχε φτιάξει με τον Χρήστο κι ας μου το κρύβανε, δεν ξέρω γιατί, ίσως από τον καιρό που ζούσε και ο συχωρεμένος. Εδώ είχαμε μοιραστεί του κόσμου τα μυστικά και ο νεαρός γυμναστής ντρεπόταν να μου το φανερώσει. Μια μέρα τους τσάκωσα μέσα στην τουαλέτα να ποδοπατιούνται, δε λέω, ο Χρήστος ήταν όμορφο αγόρι, τον κυνηγούσαν όμως περισσότερο οι άνδρες-αν αυτό θεωρείται απόδειξη της υπερβολικής γοητείας ενός αρσενικού. Εγώ προσωπικά γνώριζα και άλλα πράγματα για τον, κατά δέκα χρόνια μικρότερό μου, καλογυμνασμένο νεαρό. Ότι σύχναζε σε σπίτι σεναριογράφου της ιδιωτικής τηλεόρασης και μάλλον θα τον βλέπαμε να ντεμπουτάρει σε νεανική σειρά, που ετοιμαζόταν εκείνη την εποχή, σαφώς με κάποια ανταλλάγματα όπως απαιτούν ορισμένοι σιωπηροί νόμοι του casting.
Όμως την Ζωζώ την ποθούσε και ο τύπος που περίμενε την Ευρυδίκη κάθε φορά για να φύγουν μαζί. Αυτός κι αν δεν ήταν παράξενος! Δήλωνε υπαξιωματικός του ναυτικού, ήταν ψηλός με ενωμένα καραμανλίδικα φρύδια, υπερόπτης και μάγκας. Δεν χρειάζεται να δηλώσω ότι όλα αυτά τα στοιχεία οδηγούσαν σε πελοποννησιακή καταγωγή-τα βορειοελλαδίτικα φρύδια λίγο μου το χάλαγαν. Φρόντιζε λοιπόν ο …Εστραγκόν (ας του δώσω αυτό το ψευδώνυμο-ποτέ δεν θα εξέθετα έναν στρατεύσιμο) να έρχεται λίγο νωρίτερα ώστε να έχει τον χρόνο να μιλάει με την Ζωζώ που ήταν εξ ίσου ψηλή, μελαχρινή και όμορφη κοπέλα, όπως εκείνη που δούλευε στο απέναντι σπιτικό.
Στο μεταξύ μια νέα παραγωγή βρισκόταν και πάλι στα σκαριά. Αυτή τη φορά υπήρχαν ελπίδες να ανεβάσουμε το έργο. Μια ηθοποιός, βακχίδα σωστή, μας προσέγγισε και ζήτησε να νοικιάσει το χώρο μας. Μόλις είχε γυρίσει από την Αγγλία όπου έκανε θέατρο, η λατρεία της ήταν ο Μπέκετ και την έλκυσε το όνομα του χώρου. Ιδανική περίπτωση. Όταν μάλιστα έμαθε ότι η παραγωγή ήταν μια προσφορά του μαγαζιού έβαλε τα κλάματα και θεώρησε της μοίρας της να συναντήσει τον Μπέκετ στην οδό Φυλής.
Όμως το έργο «Ω ευτυχισμένες μέρες» απαιτεί μια ηρωίδα που θάβεται σταδιακά σε ένα σωρό χώμα. Ο σκηνογράφος πρότεινε τις λιγότερο επώδυνες λύσεις από το να μετατραπεί το μισό μαγαζί σε γιαπί. Η Ζωζώ άρχισε την γκρίνια τη στιγμή που ο Στάμος ετοιμαζόταν να βγάλει τα χρήματα από τις τράπεζες. Η αλήθεια είναι ότι η Ζωζώ είχε τα νεύρα της βλέποντας ότι ο Χρήστος φλέρταρε με την Ευρυδίκη και είχε την βάσιμη υποψία ότι στο ρεπό του έκανε κι εκείνη ρεπό. Γι’ αυτό όσο προχωρούσαν οι πρόβες με την Χαρά Β., στον ρόλο της Γουίνι, η Ζωζώ κατάφερε να τα βρει με τον υπαξιωματικό και μάλιστα τη μέρα εκείνη που οι άλλοι είχαν το ρεπό τους!
Η Χαρά Β. είχε βρει έναν τρόπο να θάβεται, όπως απαιτούσαν οι δραματουργικές ανάγκες του έργου. Σκηνοθετούσε μόνη τον εαυτό της έχοντας από δίπλα έναν μικρόσωμο φίλο της, στον ρόλο του συζύγου, ο οποίος ταυτόχρονα εκτελούσε έργο βοηθού και υποβολέα. Όσο πλησίαζε η μέρα της πρεμιέρας και είχανε σταλεί προσκλήσεις και δελτία τύπου, εκείνη άρχισε να παρουσιάζει ψυχοσωματικά προβλήματα, με αφορμή το θάψιμό της στο χώμα. Δεν υπήρχε πολύ χώμα, βέβαια, μια εξωτερική κάλυψη μόνον στο χαρτονένιο σωρό έδινε την εντύπωση του σωρού. Τέλειο το κείμενο όταν το διαβάζεις με το βιβλίο στο χέρι, όμως όταν το παίζεις πώς να σταθείς; Έμενε βωβή, φώναζε, «βγάλτε με από δω κάτω», «πνίγομαι, σώστε με», καθώς έπρεπε να απομείνει με το κεφάλι απ’έξω κι εμείς δεν τρέχαμε για βοήθεια, γιατί νομίζαμε ότι όλα αυτά ήταν λόγια του έργου ή ασκήσεις υποκριτικής.
Όταν όμως τής γύρισε ανάποδα η γλώσσα και έφτασε το ασθενοφόρο να την παραλάβει, αντιληφθήκαμε -για άλλη μια φορά- ότι η παράσταση δεν θα γινόταν και άντε να βγάλεις τόσα «μπάζα» από το μαγαζί. Η Ζωζώ ούτε που συγχύστηκε γιατί ήταν ερωτευμένη με τον Εστραγκόν («ξέρει να φερθεί σε μια γυναίκα», υποστήριζε η φίλη μου), ενώ ο Χρήστος με την Ευρυδίκη έφυγαν τριήμερο στη Μύκονο. Εκείνος θα έπαιζε σε ένα διαφημιστικό σποτ για μια μπύρα και κουβάλησε και την καλή του παρέα. Η Τσατσά ήρθε στο μαγαζί και μας έκανε «σκηνή» λέγοντας ότι έτσι που πάμε σε λίγο καιρό θα χάσουμε όλοι την πελατεία μας. Το τριήμερο έβαλε μιαν καινούργια να δουλέψει και ο υπαξιωματικός ανέλαβε να με αντικαταστήσει στην πόρτα και να συνομιλεί με τους προστάτες, όταν προσέρχονταν φυσιολογικά για την τακτική αμοιβή τους (ήταν δυο ψηλόσωμοι, με σακάκια και πολύ υπομονετικό βλέμμα).
Σκέφτηκα ότι δεν χωρούσα άλλο εκεί μέσα. Γι’ αυτό και αποφάσισα να αποχωρήσω πανηγυρικά, διεκδικώντας κι εγώ το μερίδιό μου από κάποια εκδήλωση. Θα οργάνωνα μια βραδιά λογοτεχνική με ποιήματα του Μπέκετ όπου θα διάβαζα εγώ και ένας φίλος μου από την Πάτρα, που σπούδαζε ηθοποιός στην Αθήνα. Κάπως έτσι θα βοηθούσα και οικονομικά και το φίλο μου.
Ο Στάμος δεν είχε αντίρρηση, σχεδόν ήταν έτοιμος να κάνει κάθε είδους παραχωρήσεις προκειμένου να ανεβαίνει έστω και μια σκηνή από το επόμενο έργο.
Τη βραδιά της ανάγνωσης η Ζωζώ κανόνισε να φάει με τους γονείς της για να γνωρίσουν τον Εστραγκόν, έχοντας την εντύπωση ότι θα δουλέψει ο Χρήστος στο μπαρ. Όμως ο Χρήστος άρχισε να δέρνεται από τις πέντε το απόγευμα με την Ευρυδίκη η οποία αποδείχτηκε πιο γυμνασμένη από τον γκόμενο (είχε βγει πρώτη στα εκατό στο Λύκειο πανελλαδικώς). Ο καυγάς τους έφερε το εκατό και κατέληξαν αμφότεροι μαυρισμένοι, και με την Τσατσά να ολοφύρεται, στο γειτονικό αστυνομικό τμήμα.
Δυο πελάτες μπήκαν και κάθισαν στις καρέκλες κι εκείνοι τυχαία. Μόλις εμείς αρχίσαμε την απαγγελία μάς διέκοψαν λέγοντας, «αφήστε τις μαλακίες και βάλτε κάνα τραγουδάκι». Τους εξηγήσαμε τι συνέβαινε, ο Στάμος μπήκε ανάμεσά μας, εκείνοι ανένδοτοι.
Η φασαρία που ακολούθησε δεν είχε προηγούμενο. Δυο άτομα εκείνοι και διέλυσαν σχεδόν όλο το μαγαζί. Εμείς κλεισμένοι κάτω στο υπόγειο, στα καμαρίνια, ακούγαμε από πάνω μας την καταστροφή. Όταν ξανάρθε η αστυνομία ήταν πια πολύ αργά. Θεωρώντας μας ταραχοποιό παράγοντα στην περιοχή μάς αφαίρεσαν την άδεια για δεκαπέντε μέρες.
Μέσα σ’ αυτές τις δυο βδομάδες:
H Ευρυδίκη πήρε τον Χρήστο και εγκαταστάθηκαν στα Χανιά ανοίγοντας δικό της «σπίτι».
Η Ζωζώ και ο Εστραγκόν άλλαξαν βέρες, αφού η Ζωζώ ήταν ήδη γκαστρωμένη.
Η Τσατσά νοίκιασε το Cafe Beckett και το μετέτρεψε σε gay-bar, βάζοντας δυο Πέρσες για πορτιέρηδες.
Κι εγώ ξυπνάω περασμένα μεσάνυχτα. Μέσα στο μαγαζί. Ποτέ μου δεν αφουγκράστηκα τόση σιωπή. Κι αναρωτιέμαι μήπως κι η γη η ίδια είναι ακατοίκητη.

fav-3

©Θεόδωρος Γρηγοριάδης, πρώτη δημοσίευση Περιοδικό Heteron ½ και πρώτη διαδικτυακή στις Στάχτες Μάιος-Ιούνιος 2001.
Image by Flickr user alonzo, used under a Creative Commons License

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε