Ο Brendan Gill για την Ντόροθυ Πάρκερ και το έργο της[II] -μτφρ. Ασημίνα Λαμπράκου

(πρόλογος στον τόμο:
Dorothy Parker: The Collected – Dorothy Parker
Modern Classics, Penguin)

ΙΙ
(μέρος δεύτερο)

Η πιο δημοφιλής ποιήτρια του 20ου αιώνα, πριν από την Πάρκερ, ήταν η Edna St. Vincent Millay, η οποία συχνά εθεωρείτο να έχει χρησιμεύσει ως φιλολογικό μοντέλο γι’ αυτήν (Πάρκερ). Δεν ήταν καθόλου έτσι· για έναν λόγο: η Millay υπήρξε μια περισσότερο ικανή στιχουργός από την κυρία Πάρκερ, με μια μαεστρία πάνω σε πολλές ποιητικές φόρμες που η κυρία Πάρκερ ποτέ δεν επεχείρησε, και, για έναν ακόμη λόγο: η δεσποινίς Millay έχαιρε ενός πολύ μεγαλύτερου βεληνεκούς εκφραστών συναισθημάτων, για τα οποία ξόδεψε μια ζωή σκληρής διανοητικής προσπάθειας να τα διερευνήσει. Πάλεψε σκληρά για να καταφέρει να φτάσει το τέλειο, και αν η προσπάθεια αποτύγχανε, αυτό παρήγαγε ένα πλήθος αρκούντως αξιοπρόσεκτου όγκου ποιημάτων. Η κυρία Πάρκερ δούλεψε λιγότερο σκληρά και λιγότερο σταθερά και δείλιαζε στην προσεκτική ενδοσκόπηση: τα βάθη ήταν εκεί, και θα έπρεπε από καιρού εις καιρόν να ρίχνει μια ματιά εντός τους, αλλά δεν ήταν προετοιμασμένη να κατέβει και να περπατήσει στις όχθες τους.

Ο πραγματικός λογοτεχνικός μέντοράς της ήταν εκείνη η αυστηρή αρσενική γεροντοκόρη, ο A. E. Housman, που με τη βοήθεια υψηλής ευφυΐας, κλασικών γνώσεων, και ένα εκλεκτό αυτί, κατάφερε να τρέψει το επαναλαμβανόμενο κλαυθύρισμα σε σπουδαία ποίηση. Κάποιος διαβάζει Housman στις μέρες μας, όχι για το νόημα αλλά τον ρυθμό, ευχόμενος συχνά να μην ήταν αναγκαίο να κατανοήσει τα μακροσκελή ανώριμα ουρλιαχτά του και, αντιθέτως, να μπορεί να αφουγκραστεί τις απαράμιλλες τοποθετήσεις των συλλαβών του – “For this of old the trader / Unpearled the Indian seas.” Ο Housman υποκρίθηκε πως έβλεπε τα βάθη, αλλά ήταν άλλων ανθρώπων «βάθη», όχι τα δικά του. Τέτοιες αράδες όπως το τολμηρό ψευδο-ρωμαϊκό “Life, to be sure, is nothing much to lose”, συχνά παρακινούσαν την κυρία Πάρκερ, ώστε να κτυπήσει ακριβώς το λάθος σημείο της υπεροπτικής, συναισθηματικής αμεριμνησίας: και τα δικά της ποιήματα επίσης, αμαυρώθηκαν περιστασιακά από «παλληκάρια» αν όχι «νεαρούς» και συμμερίζεται την ευαισθησία του Housman για να περιλούσει με άφθονα συγχαρητήρια όποιον αυτοκτόνησε νέος. (Σαν την κυρία Πάρκερ, και ο Housman επρόκειτο να ζήσει ως τα εβδομήντα του και να πεθάνει από φυσικά αίτια. Πίστευε στην αυτοκτονία, αλλά με ένα όρο: ήταν για τους άλλους.) Ό,τι η κυρία Πάρκερ συνέγραψε, ήταν ουσιαστικά ελαφρύς στίχος· δεν ήταν η αιώνια μεταμέλεια του Housman που έπρεπε να έχει μιμηθεί, αλλά η πνευματώδης αυτοπεποίθηση του σύγχρονού της Ogden Nash.

Ο Ogden Nash, μαζί με την δεσποινίδα Millay σε στιγμές καλύτερης διάθεσής της, έσπασε τις παλιές φόρμες και διαμόρφωσε νέες που εξοικονομούσαν την τελειότητα της ομιλούμενης γλώσσας της εποχής. Εν τούτοις, η Πάρκερ ήταν κάποια να την παίρνεις στα σοβαρά. Ο Edmund Wilson έγραψε εκείνη την περίοδο πως «μερικές φορές είχε κατηγορηθεί επειδή υπερεκτίμησε τις πιο δημοφιλείς ειρωνείες της κυρίας Ντόροθυ Πάρκερ. Είναι αλήθεια πως τα επιγράμματα της κυρίας Πάρκερ, έχουν τον τόνο του Hotel Algonquin περισσότερο παρά εκείνον των καφεποτείων του 18ου αιώνα. Αλλά, πιστεύω πως αν θαυμάζουμε, όπως είναι της μόδας να κάνουμε, την ελαφριά στιχουργική των Prior και Gay, θα έπρεπε να θαυμάζουμε και της Ντόροθυ Πάρκερ επίσης. Γράφει καλά: το πνεύμα της είναι το πνεύμα της ιδιόρρυθμης εποχής και τάξης της, αλλά είναι συχνά τόσο καθαρά οικονομικό την ίδια στιγμή που είναι ορθά κοφτά κτηνώδες όπως το πνεύμα της εποχής του Pope· και, με τον δικό του μικρό ορίζοντα, είναι μια κριτική ματιά της ζωής. Έχει τις ρίζες του στην σύγχρονη πραγματικότητα, και αυτό είναι που ζητάω στην ποίηση.

Ο Wilson εξέφρασε αυτή τη γνώμη για την κυρία Πάρκερ σχεδόν πενήντα χρόνια πριν· εξακολουθεί να είναι υποστηρίξιμη και τα ποιήματα που θαυμάζουμε σήμερα, είναι εκείνα που περισσότερο επιδέξια συνοψίζουν την δική της ιδιαίτερη εποχή και τάξη. Είναι ένας κόσμος που αναπτύχθηκε πολύ μακριά από τον δικό μας, αλλά επειδή η ίδια ήταν πιστή στη φύση του, παραμένει, με κάθε συνεπακόλουθο κίνδυνο, επισκεπτός.

Το 1944, κατά τη διάρκεια της επανέκδοσης της 1ης έκδοσης αυτού του βιβλίου, ο Wilson έγραψε στο «The New Yorker» ότι, αν και βρίσκει τα ποιήματα της κυρίας Πάρκερ λίγο ξεπερασμένα, η πρόζα της έμοιαζε σ’ αυτόν, τόσο οξεία και αστεία, όσο τα χρόνια που πρωτοεμφανίστηκε. Επίσης, μια άποψη που βγάζει νόημα, αξίζει να αναφερθεί μετά σχεδόν τριάντα χρόνια. Εάν είναι πιο εύκολο να επισκεφθείς τον κόσμο της δεκαετίας του ’20 και του ’30, μέσα από τις νουβέλες και τους μονολόγους της Ντόροθυ Πάρκερ από ότι μέσα από τους στίχους της, είναι επίσης κάτι που προσφέρει μεγαλύτερη ικανοποίηση· έχουν, σε κάποιον εντυπωσιακό βαθμό, μιαν ουσία, μια σταθερότητα, που τα ποιήματά της κάνουν λίγα να μας προετοιμάσουν γι αυτό. Ούτε ο ελάχιστος υπαινιγμός για την Round Table of Algonquin είναι ανιχνεύσιμος στις ιστορίες της– κανένας επιδεικτικός ενθουσιασμός, καμιά βαθειά υπόκλιση στους αναγνώστες. Η συγγραφέας κρατάει τις αποστάσεις της, και κάποιες φορές είναι μια απόσταση μεγάλη αρκετά για να θυμίσει εκείνη του Φλωμπέρ. Έχει γράψει τις ιστορίες της με γενναία προσοχή και τους έδωσε μια επιφάνεια τόσο σκληρή και λεία σαν πέτρα και δεν υπάρχει ανάγκη γι αυτήν να κινηθεί νευρικά στο προσκήνιο και να τραβήξει την προσοχή στην ευφυΐα της. Από την μια πρόταση στην άλλην, αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε στα χέρια ενός επιδέξιου και σίγουρου οδηγού και κάθε ιστορία μπορεί να περπατηθεί από την αρχή ως το τέλος δίχως να σκοντάψουμε σε αβεβαιότητες ή ανώφελες παρενθέσεις.

Ο καθένας δεν έχει παρά να πάρει δείγμα από τις εξαιρετικά σίγουρες για τον εαυτό τους εισαγωγικές προτάσεις δύο ή τριών από τις ιστορίες:

Ήταν ένας ευπαρουσίαστος νέος άντρας πράγματι, φτιαγμένος να ενοχλείται.

Εάν οι Bains είχαν αγωνιστεί για χρόνια, δεν θα μπορούσαν πια να τρέψουν με επιτυχία το λιβινγκ ρουμ τους σε ένα μικρό αλλά θαυμάσια πλήρες μουσείο αντικειμένων τέτοιων όπως: ένταση, δυσφορία, θάνατος.

Η γυναίκα με τις ροζ βελούδινες παπαρούνες, τυλιγμένες γύρω από το υποβοηθούμενο* χρυσαφί των μαλλιών της…

Η δύναμη από αυτό το «assisted»*, που ελευθερώθηκε τόσο ήσυχα στο κείμενο, είναι σαν χτύπημα από σφυρί. Η εισαγωγική παράγραφος της πρόσφατης ιστορίας της, “The Lovely Leave”, αποκαλύπτει το στυλ-Πάρκερ στο πιο απλό και καλύτερό του· ούτε μια λέξη λάθος:

Ο σύζυγός της τής είχε τηλεφωνήσει από μακριά να της πει σχετικά με την άδεια. Δεν περίμενε το τηλεφώνημα, και δεν είχε λέξεις τακτοποιημένες. Σπατάλησε ολόκληρα δευτερόλεπτα εξηγώντας την έκπληξή της που τον άκουγε, και αναφέροντας πως έβρεχε πολύ στη Νέα Υόρκη, και ρωτώντας αν ήταν τρομερά ζεστά εκεί που βρισκόταν. Την διέκοψε για να πει, κοίτα, δεν είχε χρόνο για να πολυμιλήσει· και της είπε γρήγορα πως το σμήνος του επρόκειτο να μεταφερθεί σε άλλο πεδίο την επομένη βδομάδα, και καθοδόν θα είχε εικοσιτέσσερις ώρες άδεια. Εκείνη δυσκολευόταν να ακούσει. Πίσω από τη φωνή του ήρθε ένας ακανόνιστος χορός από νεαρές αντρικές φωνές, που όλες ούρλιαζαν την συλλαβή “Hey!”

Την περίοδο που συνέγραφε αυτά (νουβέλες κ. ά.), οι μονόλογοι της κυρίας Πάρκερ προξένησαν μεγάλη έξαψη ανάμεσα στους αναγνώστες της, ειδικά τους συναδέλφους της συγγραφείς. Αυτοί οι μονόλογοι ήταν σαν οι εξαιρετικές παραστάσεις ακροβάτη που εργαζόταν ψηλά, στην κορυφή της τέντας χωρίς δίχτυ, και μέρος της ευχαρίστησης που έδιναν, βρισκόταν στην διερώτηση των αναγνωστών με ποιον πιθανά τρόπο θα μπορούσε να τελειώσει με επιτυχία ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα. Όπως πολλά από τα κατορθώματα αυτής της σειράς, ήταν φτιαγμένα να φαίνονται εύκολα στο άτομο που τα εκτελούσε– αυτό από το οποίο τελικά αποτελούνταν, δεν ήταν άλλο παρά ένα δίχως ταυτότητα γυναικείο κουβεντολόι, ένας τρόπος προς τον εαυτό της (εσωτερικός μονόλογος) σαν αλληλουχία σκέψεων που κουτρουβαλούσαν φύρδην-μύγδην, από την μια πλευρά της συνείδησής της στην άλλην· αλλά σύντομα φάνηκε ότι, απλό όσο η θεμελιώδης αρχή των κατορθωμάτων, η μαεστρία του ήταν κοντά στο αδύνατο· η κυρία Πάρκερ βρήκε λίγους μιμητές. Ένας από τους πλέον  διάσημους μονολόγους της ήταν το “The Telephone Girl”, που ξεκινούσε (έτσι):

«Σε παρακαλώ Θεέ, κάνε τον να μου τηλεφωνήσει τώρα. Αγαπημένε Θεέ, κάνε να με καλέσει τώρα. Δεν θα ζητήσω τίποτε άλλο από Εσένα, αληθινά όχι. Δεν είναι πολύ αυτό που ζητάω. Θα είναι τόσο λίγο για Σένα, Θεέ, μια τόσο ασήμαντη, μικρή πράξη. Μόνο κάνε τον να τηλεφωνήσει τώρα Σε παρακαλώ, Θεέ. Σε παρακαλώ, Σε παρακαλώ, Σε παρακαλώ.»

Ένα άλλο λεγόταν “The Little Hours” και ξεκινούσε (έτσι):

«Τι είναι αυτό τώρα; Ποιός είναι ο λόγος όλης αυτής της μαυρίλας από πάνω μου; Δεν έφυγαν θάβοντάς με ζωντανή όταν γύρισα την πλάτη μου, έτσι δεν είναι;/το έκαναν; Α, τώρα πιστεύεις πώς θα έκαναν ένα πράγμα σαν αυτό; Ω, όχι, ξέρω/γνωρίζω περί τίνος πρόκειται. Είμαι ξύπνια. Αυτό είναι. Ξύπνησα στη μέση της νύχτας. Τι να γίνει, δεν είναι τόσο ωραία. Δεν είναι τόσο απλά ιδανικό.»

Στην ανασκόπησή του στην πρώτη έκδοση του Portable, ο Wilson υπογράμμισε μιαν αντίθεση ανάμεσα στη δεκαετία του είκοσι και τη δεκαετία του σαράντα, που ήταν ιδιαίτερα δυσμενής για τους τελευταίους:

«Το πράγμα που με ακρίβεια ένοιωσα, είναι η διαφορά ανάμεσα στον γενικό τόνο, ψυχολογική και φιλολογική ατμόσφαιρα, της εποχής – ’20 και νωρίς το ’30 – οπόταν τα περισσότερα από αυτά τα κομμάτια της κυρίας Πάρκερ γράφτηκαν, και η ατμόσφαιρα της παρούσας εποχής. Ξαφνικά με έπεισε (η κυρία Πάρκερ) πόσο πιο ελεύθεροι άνθρωποι ήταν – στα συναισθήματά τους, στις ιδέες τους και στον τρόπο που εκφραζόντουσαν οι ίδιοι. Το ’20 μπορούσαν να αγαπήσουν, ταξιδέψουν, να  μείνουν ξάγρυπνοι ως αργά τη νύχτα, τόσο άσωτα όσο ήθελαν· μπορούσαν να σκεφτούν ή να πουν ή να γράψουν οτιδήποτε έμοιαζε σε αυτούς διασκεδαστικό ή ενδιαφέρον. Υπήρχε αρκετή ανευθυνότητα, και αρκετά χρήματα και ενέργεια σπαταλήθηκαν, και οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες του καιρού υπέφεραν από γενικές ατέλειες, ωστόσο ήταν ένα πολύ πιο ευνοϊκό κλίμα για την συγγραφή παρά η εποχή στην οποία είμαστε τώρα.»

Το κείμενο γράφτηκε στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κάτω από συνθήκες πιο άγριες από οποιεσδήποτε κάποιος γνώρισε σε αυτή τη χώρα από τότε. Για τους νέους συγγραφείς του ’70 η κατάσταση δεν είναι διάφορη από εκείνην που ο Wilson θυμόταν ότι οι νεαροί συγγραφείς του ’20 είχαν βιώσει και βεβαίως στη δική του περίπτωση και την περίπτωση της κυρίας Πάρκερ – και από την οποία απέκτησαν νοητικά κίνητρα. Οι συγγραφείς σήμερα, είναι ελεύθεροι να αγαπήσουν, να ταξιδέψουν, και να ξαγρυπνήσουν (ένα παράξενο προνόμιο για τον Wilson να το έχει παρατηρήσει, καθώς, ούτε το ’40, ούτε σε καμιά άλλη περίοδο της μακρόβιας ζωής του ένοιωσε υποχρεωμένος να πάει στο κρεβάτι νωρίς), και είναι ελεύθεροι να σκεφτούν ή να πουν ή να γράψουν οτιδήποτε φαίνεται σε αυτούς διασκεδαστικό ή ενδιαφέρον. Υπό το πρίσμα της συνεχιζόμενης εμπόλεμης κατάστασης στο εξωτερικό και της συνεχιζόμενης κοινωνικής αδικίας στο εσωτερικό, δεν δύνανται να είναι τόσο αμέριμνοι στα συναισθήματά τους όσο ο Wilson υπαινίσσεται ότι ο ίδιος και οι σύγχρονοί του υπήρξαν – υπάρχουν σκοτεινές σκέψεις που κανένας συμψηφισμός αγάπης και ταξιδιών δεν θα εξαλείψουν, αλλά τα χρήματα και η ενέργεια είναι σε μεγάλη προσφορά και η σπατάλη αυτών δεν είναι πάντοτε τόσο ανεύθυνη όσο δείχνει. Έχουμε πράγματι κατακτήσει ένα ευνοϊκό κλίμα για να γράφουμε, και αυτό είναι ίσως ένας λόγος που πολλοί από εμάς έλκονται πιο δυναμικά από την δεκαετία του είκοσι από ότι οι συνήθεις λειτουργίες της νοσταλγίας θα εξηγούσαν. Μια πολύ βαθειά άβυσσος μας χωρίζει από εκείνα τα χρόνια, όμως δεν αισθανόμαστε καθόλου αποξενωμένοι από αυτούς όπως συμβαίνει  με το ’40 και το ’50 – πιο ευδιάκριτα από ποτέ είναι σε μας τα χαρακτηριστικά προσώπου των συγγραφέων που θαυμάζουμε όπως επιστρέφουμε σε αυτούς εδώ και πάνω από μισό αιώνα. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι επιλέγουμε για καλούς φίλους τους Fitzgerald, Lardner, Hemingway, και τα άλλα αγόρια του πίσω δωματίου, ούτε αποτελεί έκπληξη ότι θα μπορούσε να ορμήσει ξαφνικά ανάμεσά τους, ποτήρι στο χέρι, καπέλο λοξά, η καλοαναθρεμμένη φωνή της πλήρης λεπτών απολογιών, η αστεία, λεπτοκαμωμένη φιγούρα της κυρίας Πάρκερ.

Σημειώσεις:
Σε παρενθέσεις όσα έκρινα πώς έπρεπε να προστεθούν σαν διευκρινήσεις ή εξασφαλίζοντας τη συνέχεια των κειμένων όπως τα έδωσα για δημοσίευση.

Μετάφραση ©Ασημίνα Λαμπράκου