Αντώνης Τζήμας, «Παριστάνοντας τον Μπουκόφσκι»

Μια συγγραφική περιδίνηση στον ομιχλώδη ηδονιστικό κόσμο ενός καταραμένου συγγραφέα– Από τις εκδόσεις Ιωλκός

Η κρίση του βιβλίου από τον συνεργάτη μας Κ.Π.Δάρμο.

Mέσα σε δυο χρόνια ο Αντώνης Τζήμας εκδίδει και το δεύτερο έργο του. Έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλιαράκι που σφύζει από ειλικρίνεια, με την έννοια ότι παρουσιάζει αφτιασίδωτη την παρακμή του νεαρού ήρωά του. Ο τίτλος προϊδεάζει άμεσα τον αναγνώστη γι’ αυτό που θα βρει στις σελίδες του, παραπέμποντας στον εμβληματικό ποιητή και συγγραφέα, έναν από τα ευάριθμα σύμβολα του αμερικανικού περιθωρίου, που αν και διάσημο στον Νέο Κόσμο, την αξία του αναγνώρισε κυρίως η Γηραιά Ήπειρος. Στη χώρα του θες από συντηρητισμό, θες γιατί ουδείς εν τη εαυτού πατρίδι προφήτης, άλλωστε στην Ευρώπη το αμερικανικό περιθώριο έχει συχνά πάρει μυθικές διαστάσεις, δεν βρήκε το συγγραφικό κύρος που του άξιζε. Το βιβλίο είναι ότι ακριβώς λέει ο τίτλος του, κινούμενο νομίζω σε δυο επίπεδα. Ο νεαρός πρωταγωνιστής του Φρανκ Κάλερ είναι βυθισμένος στα τσιγάρα, στο αλκοόλ και στις χωρίς προοπτική νοικοκυρέματος σεξουαλικές σχέσεις με διάφορες παθιασμένες μαζί του γυναίκες, που ανέχονται αλλά και διεγείρονται από την παρακμιακή του συμπεριφορά. Βιώνει την ατμόσφαιρα του επώνυμου καταραμένου Αμερικανού, που άσκησε πράγματι μεγάλη επιρροή σε ομότεχνους αλλά και σε ανθρώπους επιρρεπείς να υποκύψουν στη φθοροποιό γοητεία του περιθωρίου. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο δικός μας συγγραφέας επιδίδεται σε ασκήσεις ατμόσφαιρας, λεκτικού και ύφους, που παραπέμπουν στο κλίμα γραφής του «beat writer», που έγραφε και αυτοθεραπευτικά, για να σώσει «την πάρτη» του, «από τα τρελάδικα, τους δρόμους, τον εαυτό μου», όπως ο ίδιος ομολογούσε.

Ο συγγραφέας μας ξεκαθαρίζει από την πρώτη σελίδα τους κεντρικούς νοηματικούς άξονες του βιβλίου του με δυο εξαιρετικά πνευματώδεις αφορισμούς δυο συγγραφικών προσωπικοτήτων αυτού του ευρύτερου χώρου. Μιας βλάσφημης και λίγο μπλαζέ, μέσα στη μεγαλομανία της, ρήσης του γνωστού και ως Κόμη του Λωτρεαμόν, Ιζιντόρ Ντυκάς, ενός προδρόμου του σουρεαλισμού και μιας μεγαλοφυούς φράσης του πολυμήχανου συγγραφέα λάτρη του κόσμου των λεπιδόπτερων και μαιτρ του πολυσήμαντου χειρισμού του γραπτού λόγου, Βλαδίμηρου Ναμπόκοφ. Υποθέτω πως η πεταλούδα του εξώφυλλου (θα ξαναμιλήσουμε γι’αυτήν) αγκαλιά με τη σημαδιακή μποτίλια του πότη, παραπέμπουν σε αυτόν τον κόσμο που σηματοδοτείται από μια πλειάδα ιδιόμορφων συγγραφέων, έξω από τη συμβατική (φαντάζομαι πως ο συγγραφέας μας θα την έλεγε πληκτική) κανονικότητα. Παραθέτω τα λόγια τους με τη σειρά τους: «Δέχτηκα τη ζωή σαν τραύμα, κι απαγόρευσα στην αυτοκτονία να θεραπεύσει την ουλή. Θέλω να βλέπει ο Δημιουργός, την κάθε στιγμή της αιωνιότητάς του, εμένα, το χαίνον ρήγμα. Είναι η ποινή που του επιβάλλω» και «Τη συνείδηση κάθε πολύχρωμης πεταλούδας την βαραίνει ο θάνατος μια κάμπιας». Επιμένω σε αυτά τα εισαγωγικά ρητά, γιατί πιστεύω πως πιο πολύ και από την υπόθεση του έργου, αξίζει στο βιβλίο, η αρχιτεκτονική της περιρρέουσας και καταλυτικής σημασίας ατμόσφαιρας, που αναπόφευκτα θα επηρεάσει τον ψυχισμό του αναγνώστη, μιλώντας του υπόκωφα, πέρα από τα άμεσα αναγνώσιμα.

Για να μεταφερθούμε στην υπόθεση, έχουμε αρχικά τη φιγούρα του επίδοξου συγγραφέα και ποιητή, που φιλοδοξεί να αναγνωριστεί από το κοινό. Από εκεί και πέρα ο ήρωας αυτοεντάσσεται στην ιδιόμορφη κατηγορία των κολασμένων λογοτεχνών, τόσο με το περιεχόμενο αυτών που γράφει όσο και με την αυτοκαταστροφική ζωή του, που φτάνει σε μια από τις μοιραίες καταλήξεις που έχουν κατά κανόνα οι ζωές των μυστών του περιθωρίου. Μουσική υπόκρουση στο μικρό ιδιωτικό του χώρο, είναι ο ήχος του χτυπήματος στον τοίχο, της μπάλας τριών φτωχών αγοριών της γειτονιάς. To ένα από αυτά, το ξανθό και συμπαθέστερο, κουβαλάει πάντα μαζί του μια κάμπια μέσα σε ένα μπουκάλι, ελπίζοντας πως θα τη δει να γίνεται πεταλούδα, μια ελπίδα που εκφράζεται εικαστικά και συμβολικά στο εξώφυλλο και που υποθέτω πως παραπέμπει ευθέως στον ήρωα που σέρνεται μέσα στο μπουκάλι του αλκοόλ και ελπίζει πως μια μέρα θα ξεφύγει πετώντας. Ο συγγραφέας εξιλεώνεται από την ενοχή μιας διαρκούς έκθεσης στα βλέμματα των αναγνωστών του μιας αδιέξοδης παρακμής, μέσα από την αθωότητα, την ελπίδα και την όρεξη για ζωή αυτών των τριών παράταιρων στην λοιπή ατμόσφαιρα τρυφερών υπάρξεων και από μια διακριτική αναφορά-ύμνο στην εργατική τάξη, μέσω του άνεργου οικογενειάρχη που τακτοποιεί τη βλάβη της μπαταρίας του σαράβαλου του Φρανκ, που τον μεταφέρει εποχούμενο στους παραδείσους και στις Κολάσεις του, όταν υπάρχουν λεφτά για βενζίνη. Φαντάζομαι πως το περιστατικό αυτό, θα ελαφρύνει τον συγγραφέα από τους εισαγγελικούς μύδρους της λογοτεχνικής στήλης των επαναστατικών εντύπων μας, αν το βιβλίο κυκλοφορήσει σε έκταση που να επισύρει αναγκαστικά την προσοχή τους, ως ανάγνωσμα που αποθαρρύνει τις επαναστατικές διαθέσεις των μαζών. Για να σοβαρευτώ όμως και να επανέλθω στο θέμα μου, κάποιος μπορεί να ρωτήσει: Έχει και παραδείσους η ζωή του ήρωα; Ασφαλώς και ναι, με ισχυρότερους το καταγώγιο-μπαρ «Καστανή ζάχαρη», που στη δική μου ανάγνωση ο υγιεινιστικός υπαινιγμός του τίτλου είναι σκόπιμος σαρκασμός και βεβαίως τις αγκαλιές των εφήμερων ή και μονιμότερων ερωμένων του, χωρίς να μπορώ να πω τι από τα δυο είναι πιο ευχάριστο για αυτόν. Τα καλόβολα θηλυκά, που δείχνουν τόση ανοχή, συγκριτικά με τη μέση ερωμένη, στις επαναλαμβανόμενες ερωτικές ζαβολιές του, έστω και με μερικές ενδιάμεσες εκρήξεις υστερίας ή η «αποδραστική» μέθη των μπαρ;

Το βιβλίο λοιπόν εκθέτει την μποέμικη ζωή του ήρωά του, που ξετυλίγεται σε μπαρ, σε κρεβάτια γυναικών, στον μικρόκοσμο του σπιτιού του, σε σπίτια ανοιχτόκαρδων φίλων, μια ζωή που μοναδικό στόχο έχει την καλοπέραση της στιγμής και ως αποκορύφωμα δικαίωσης, την έκδοση κάποιου έργου του. Εκδότες κατά βάσιν underground εντύπων, παρελαύνουν στην πραγματικότητά του ή στις ελπίδες του. Χαρακτηριστικά κρίσιμη είναι η συνάντηση σε φιλικό σπίτι με την εκκεντρική πλούσια εκδότρια Νταίζη Γκαζ. Ο συγγραφέας πάει πιωμένος, παρά τις προειδοποιήσεις του οικοδεσπότη που συζεί με έναν παλιό ταραχώδη δεσμό του Φρανκ, κάτι απόλυτα φυσιολογικό μέσα στο πνεύμα του βιβλίου. Η ανάγνωση στο φιλολογικό σαλόνι ενός ακατάληπτου ποιήματος του Φρανκ καταλήγει αναπάντεχα με τον εμπνευσμένο στίχο «Ας τηγανίσω δυο αυγά μάτια», το «απόλυτο τίποτα» κατά τη θριαμβευτική αναφώνηση της κατενθουσιαμένης εκδότριας: «Είσαι το κακό παιδί της ποίησης. Ο αυτοεξόριστος. Μην διστάσεις να κάνεις τη φωνή σου να ακουστεί». Ο αχάριστος νεαρός όμως, κολυμπώντας μέσα στις αιθυλικές αναθυμιάσεις, μιλάει τόσο πρόστυχα και σεξιστικά στο σιτεμένο θηλυκό Μαικήνα, που θα μπορούσε να γίνει και κάτι παραπάνω από εκδότριά του, που εκδιώκεται από το φιλόξενο σπίτι. Η θεατρική φιγούρα της κας Γκαζ όμως, που ξέρει να πουλάει στο παρδαλό κουλτουριάρικο κοινό της ακόμη και το πιο μεθυσμένο λογοτεχνικό περιθώριο, ξεπερνά αργότερα τον τραυματισμό της πρώτης επαφής, με τη μεγαλοθυμία που δείχνου συχνά οι ψυχολογικά ασφαλείς «επιτυχημένοι» προς τους loosers αυτής της ζωής και με τον ψύχραιμο επιχειρηματικό επαγγελματισμό της. Επανέρχεται λοιπόν μετά από καιρό στην πρότασή της για συνεργασία, με μια οικονομικά αρκετά γενναιόδωρη λύση για τον απένταρο και απερίσκεπτο συγγραφέα, που αν και ξέρει να κλωτσάει την καρδάρα με το γάλα, την αποδέχεται όντας ο ίδιος πια στα όρια της επιβίωσης.

Οι δαίμονες του ποτού που ακολουθούν τον ήρωα στις μεγάλες δόσεις λήψης αιθανόλης είναι δυο. Ο «κοντός μελαχρινός» και ο «ξανθός άντρας», για τους οποίους, ο συγγραφέας παίζοντας με την αντιληπτική ανασφάλεια του αναγνώστη, νομίζω πως αφήνει υπαινιγμούς πως είναι κάτι μεταξύ των εωσφορικών εκδοχών του Μεφιστοφελή και του Λούσιφερ, στην προσεγμένη εξιστόρηση των αλλεπάλληλων εμφανίσεων τους κάπου μεταξύ πραγματικότητας και μεθυσμένης ονειροφαντασίας του.

Το τολμηρό στις περιγραφές του βιβλίο, που σίγουρα δεν απευθύνεται σε συντηρητικούς, από τη στιγμή που παραδίδεται στο κοινό, επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις, που όπως συμβαίνει με κάθε απαιτητικό έργο, συχνά ξεφεύγουν και από τις προθέσεις και από τις προσωπικές ερμηνείες και από τη φαντασία ίσως και από τις πιο τολμηρές ελπίδες του συγγραφέα. Αιωρείται όμως ένα υποχρεωτικό ερώτημα. Δικαιούται η συγγραφική πένα να εκθέτει τόσο ανοιχτά το κατάντημα ενός νέου, υγιούς αρχικά, καλής εμφάνισης και ικανού να προσελκύει το άλλο φύλο, που είναι μια συνθήκη αναγκαία και πολλές φορές και ικανή, να εξασφαλίσει μια ευτυχισμένη ζωή; Μήπως έτσι ένα συγκεκριμένο νεανικό κοινό, επιρρεπές στο να αυταπατάται και με έμφυτη τροπή προς την απόκρυφη γοητεία του σκοταδιού, μιμηθεί, με τον δικό του στυλ, την αυτοκαταστροφική πορεία του πρωταγωνιστή προς το πρόωρο τέλος; Νομίζω πως στη συγγραφή όλα είναι επιτρεπτά και αλλοίμονο αν δεν είχαμε και την καταραμένη λογοτεχνία που ασχολείται με την συχνά αποπνικτική ομίχλη των ανθρώπων. Δεν υπάρχει απαγορευμένη θεματολογία, αυτό θα ισοδυναμούσε με συνενοχή και με συγκάλυψη μολυσματικών πληγών, υπάρχουν όμως επικίνδυνες συμπεριφορές και ο καθένας μπορεί να κάνει, όσο οι συνθήκες του το επιτρέπουν, τις επιλογές του. Κατά την ταπεινή γνώμη ενός ανθρώπου που ομολογεί πως από αδυναμία υποφέρει ψυχικά διαβάζοντας σκοτεινές καταστάσεις ή βλέποντας μαζοχιστικά τα σενάριά τους στην Οθόνη, ο «μπουκοφσκισμός» (αυθαίρετος και δικός μου ο όρος) στη Τέχνη, είναι απαραίτητο συστατικό της ύπαρξής της, όπως ακριβώς δεν γίνεται να υπάρξει άνθρωπος χωρίς αμαρτίες (δεν χρησιμοποιώ τη λέξη με τη θρησκευτική της έννοια). Η τελειότητα μπορεί να αναζητηθεί στον Κόσμο των Ιδεών του Πλάτωνα ή στους χριστιανικούς και σταλινικούς Παραδείσους, για όσους πιστεύουν ή ελπίζουν σε αυτές τις μεγάλης ιστορικής επιρροής εύκολες θεωρητικές νομοτέλειες, ενός παρηγορητικού αποπροσανατολισμού. Πολύ πιο επικίνδυνη από μια λογοτεχνία που ίσως νομιμοποιεί τη λατρεία του περιθωρίου (άλλοι θα πουν πως αποκαλύπτει προειδοποιητικά και αποτρεπτικά τη δυστυχία του) είναι η φαρισαϊκή λογοτεχνία της Σχολής του μικροαστικού κατηχητικού, που μέσα από τα ηθικοπλαστικά της ψεύδη κρύβει τι φρίκη αυτής της κοινωνίας, που συχνά δεν δίνει δεκάρα αν δίπλα ή παραπέρα κάποιος πεθαίνει άδικα ή αν σε προσφυγικά στρατόπεδα δολοφονείται απροκάλυπτα ο ανθρωπισμός.

Σε ότι αφορά το συγγραφέα μας, νομίζω πως με αυτό του το πόνημα πάνω στην γλυκιά αυτοκαταστροφικότητα και με τις συναφούς ατμόσφαιρας «Ιστορίες του Ουρητηρίου», έχει κατακτήσει μια συγγραφική ενηλικίωση, που θα του επιτρέψει να ξανοιχτεί και να πειραματιστεί και σε άλλα θεματολογικά πεδία, πράγμα που αν το κατάλαβα καλά, εξαγγέλθηκε κάπως και στην παρουσίαση αυτού του βιβλίου στο φιλόξενο «Polis Art Café».

©Κ.Π.Δάρμος