Φραντς Κάφκα, Μπροστά στο νόμο

Mπροστά στο νόμο στέκει ένας θυρωρός, σ’ αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός και ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά μήπως θα μπορούσε να μπει αργότερα. «Ίσως», λέει ο θυρωρός, «τώρα όμως όχι». Η πόρτα είναι ανοιχτή όπως πάντα και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, σκύβει ο άνθρωπος, για να κοιτάξει μέσα από την πόρτα. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο θυρωρός, γελά και λέει: «Αν το τραβά η όρεξή σου, δοκίμασε να μπεις, μ’ όλο που σου το απαγόρεψα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Φραντς Κάφκα, Μπροστά στο νόμο»

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ο άλλος

Το περιστατικό συνέβη όταν ήμουνα στο Καίμπριτζ, το Φεβρουάριο του 1969. Εκείνη την εποχή δεν έκανα καμιά απόπειρα να το καταγράψω, γιατί, καθώς φοβόμουνα για το μυαλό μου, είχα την πρόθεση να το ξεχάσω. Τώρα, που έχουν περάσει μερικά χρόνια από τότε, αισθάνομαι πως αν το εμπιστευθώ στο χαρτί οι άλλοι θα το διαβάσουν σαν ένα διήγημα, κι ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνει διήγημα και για μένα τον ίδιο. Ξέρω πως ήταν τρομερή εμπειρία — κι η ανάμνησή της ήταν ακόμα πιο τρομερή, στις άγρυπνες νύχτες που ακολούθησαν — αλλ’ αυτό δε σημαίνει πως η αφήγηση του περιστατικού θα συγκινήσει, κατ’ ανάγκην, και κάποιον άλλο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ο άλλος»

Ερνέστο Σάμπατο, Ελπίδα

Ερνέστο Σάμπατο (γεννήθηκε σαν σήμερα 24 Ιουνίου 1911 – 30 Απριλίου 2011)

«Είναι μέρες που σηκώνομαι από το κρεβάτι με μια τρελή ελπίδα, στιγμές που νιώθω ότι οι δυνατότητες για μια πιο ανθρώπινη ζωή είναι κοντά μας, φτάνει ν’ απλώσουμε το χέρι μας. Μια τέτοια μέρα είναι η σημερινή. Κι έτσι, κάθισα το χάραμα να γράψω σχεδόν ψηλαφιστά, βιαστικά, σαν κάποιος που βγαίνει στο δρόμο να ζητήσει βοήθεια μπροστά στην απειλή μιας πυρκαγιάς ή σαν πλοίο που, λίγο πριν βυθιστεί, στέλνει έναν ύστατο, φλογερό μήνυμα σε κάποιο λιμάνι που ξέρει που βρίσκεται εκεί κοντά, αλλά έχει κουφαθεί από το θόρυβο της πόλης και από την ποσότητα των επιγραφών που θολώνουν τη ματιά.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ερνέστο Σάμπατο, Ελπίδα»

Joseph Roth, Ο θρίαμβος της ομορφιάς – Η προτομή του αυτοκράτορα

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου – Άγγελος Αγγελίδης. Από τις εκδόσεις Άγρα

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΓΙΟΖΕΦ ΡΟΤ περιλαμβάνονται οι νουβέλες Ο θρίαμβος της ομορφιάς, μια κυνική ιστορία για τον έρωτα και την απιστία, γραμμένη με αδιάλειπτη πικρή ειρωνεία, και Η προτομή του αυτοκράτορα, μια σπουδαία ελεγειακή ιστορία για τη μεταπολεμική απώλεια της πατρίδας και του κόσμου της. Μαζί με τον Σταθμάρχη Φαλλμεράυερ, γράφτηκαν στην παραγωγικότατη περίοδο του Ροτ του 1934-1935. Οι τρεις νουβέλες αποτελούν μια «χρυσή» τριάδα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Joseph Roth, Ο θρίαμβος της ομορφιάς – Η προτομή του αυτοκράτορα»

Jose Angel Buesa, Το τραγούδι του Μακρινού Έρωτα

Jose Angel Buesa (Κούβα 1910-1982)

Αυτή δεν ήταν, ανάμεσα σ’ όλες, η πιο όμορφη
αλλά μου έδωσε τον πιο βαθύ και παράφορο έρωτα.
Άλλες με αγάπησαν περισσότερο· και, χωρίς αμφιβολία,
καμιά δεν αγάπησα όπως αυτήν.

Ίσως ήταν επειδή την αγάπησα από μακριά,
σαν ένα αστέρι απ’ το παράθυρό μου…
Και το αστέρι που λάμπει πιο μακριά
μας φαίνεται πως έχει περισσότερες λάμψεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Jose Angel Buesa, Το τραγούδι του Μακρινού Έρωτα»

Pablo Neruda, μες τη δική σου σιωπή

M’ αρέσεις όταν σωπαίνεις…

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Pablo Neruda, μες τη δική σου σιωπή»

Giovanni Boccaccio, στον αιώνιο δρόμο προχωρούσε

Giovanni Boccaccio ή Βοκκάκιος (1313-1375), ποιητής του «Δεκαήμερον»

Σονέττο

Ήταν ήσυχα κι’ αστροφωτισμένα
τα ουράνια, και άνεμος δεν εφυσούσε·
κάπου-κάπου ένα σύγνεφο περνούσε
με άλλα σύγνεφα γύρω σκορπισμένα.

Και αντίκρυσα με μάτια θαμπωμένα
μια φλόγα που ψηλά ελαμποκοπούσε Συνεχίστε την ανάγνωση του «Giovanni Boccaccio, στον αιώνιο δρόμο προχωρούσε»

Gabriel García Márquez, Τα πάντα διέψευδαν το θάνατό του

«[…]Δεν μπορούσε να είναι πεθαμένος, γιατί καταλάβαινε πολύ καλά τα πάντα: τη ζωή που στριφογύριζα γύρω του μουρμουρίζοντας. Την ελαφριά μυρωδιά από τα ηλιοτρόπια που έμπαινε από το παράθυρο και ανακατευόταν με την άλλη «μυρωδιά». Αντιλαμβανόταν τέλεια την αργή ροή του νερού στην στέρνα. Το τζιτζίκι που είχε απομείνει στη γωνία και συνέχιζε το τραγούδι του νομίζοντας πως ακόμα ξημερώνει. 

Τα πάντα διέψευδαν το θάνατό του. Όλα εκτός από τη «μυρωδιά». Αλλά πώς θα μπορούσε να ξέρει αν εκείνη μυρωδιά ήταν δική του; Ίσως η μητέρα του να είχε ξεχάσει να αλλάξει το νερό στα βάζα και τα κοτσάνια είχαν αρχίσει να σαπίζουν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Gabriel García Márquez, Τα πάντα διέψευδαν το θάνατό του»