Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τ΄ ανυπόταχτο βήμα


Αγαπημένε Μπέρτολντ από τα μαύρα δάση

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ μοιάζει να επιβεβαιώνει πρόθυμα εκείνη τη διαπίστωση που θέλει την τέχνη να στέκει στο πλευρό της Εύας. Η έννοια της δημιουργίας, η θηλυκή προοπτική, η μήτρα της ανθρώπινης δραστηριότητας που γεννά και γεννιέται μες στην πιο βαθιά και τρυφερή έκφανση της ανθρωπιάς μας. Ο Μπρεχτ, τιμημένος με την πίκρα της εξορίας και την πολιτική εκείνη αγωνία που σε λίγους μονάχα κυριαρχεί και ορίζει τη ζωή τους, αντικρίζει στον ίδιο τον κόσμο το μητρικό εκείνο υλικό από το οποίο τρέφονται οι κοινωνίες και οι εξελίξεις. Διακριτικός στον πυρήνα της συλλογιστικής του, διατυπώνει μες στο ποιητικό σώμα, σε επίπεδα πολλαπλά τις ανθρώπινες, τις αιώνια δικαιωμένες αξίες του. Στην ποιητική δειγματοληψία του Μάριου Πλωρίτη, πέρα από τις μεταφραστικές απόπειρες, οι οποίες διαθέτουν με διαύγεια αμείωτο το στοιχείο της κοινωνικής ευαισθησίας, διαπιστώνονται η κριτική στάση του ποιητή για την αστική πραγματικότητα που αναγεννιέται τη νέα χιλιετία. Και έτσι αναγνωρίζει μες στην πικρή ιστορία της παιδοκτόνου Μαρία Φεράρ που με τόση ένταση και απανθρωπιά δολοφόνησε το δυο μηνών παιδί της, την απελπισία, την αμείωτη αγωνία του ανθρώπου, τη μοναξιά του σύγχρονου εργάτη που δίχως καμιά προοπτική εξαντλεί τη δυστυχισμένη ζωή του. Ο Μπρεχτ αναγνωρίζει στην περσόνα της Φεράρ μια αφορμή για να αξιολογηθεί η εποχή μας, ένας καιρός δίχως τρυφερότητα, μια εποχή ανύπαρκτων ευκαιριών, η αστάθμητη εποχή που πλησίαζε και ήταν στα μάτια και την ψυχή μονάχα λίγων ριζωμένος ο φόβος της αδικίας. Στη μορφή της παιδοκτόνου, στην αγαπημένη όψη της νεκρής μητέρας που στοιχειώνει τη μνήμη του ποιητή, σε τέτοιες γωνιές υφίσταται η μυστική λύπη, ένα υπόστρωμα κάτω και πέρα από τον ανυπότακτο κυνισμό των ποιητικών σωμάτων. Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, αναγνωρίζει στο μέλλον την όψη του ανθρώπου που καραδοκεί, κατώτεροι οι θεοί και τα οράματα, υπαίτιοι μονάχα εκείνοι για τις αδυναμίες και τις απρέπειες του καιρού μας, φοβεροί θεοί που απέμειναν υψηλά σύμβολα μες στα ρωμαϊκά μνημεία, στις ιουδαϊκές συναγωγές, στα επιβλητικά ρύγχη των αναγεννησιακών ναών. Οι θαλασσινές πολιτείες, τα χιόνια στη σκεπή, οι γυναίκες, το άρωμα των ώριμων μήλων στο κελάρι, οι αναγεννημένες αισθήσεις, όλα τούτα πράγματα και ονειροπολήσεις καταργημένες στα καινούρια, ασφάλτινα χρόνια, με τη μαιναδική επιστημοσύνη να φλέγει τις άπειρες στις νέες τοπογραφίες ζωές. Οι αιώνες πριν την ποιητική διατύπωση του Μπρεχτ, με τις ανακατατάξεις, τις αγωνίες και τους σχεδιασμούς τους τίποτε δεν δίδαξαν τον άνθρωπο, μήτε την ιερογλυφική ιερότητα της ύπαρξής του, την έννοια του δίκαιου και την υποχρέωση ενός απαραβίαστου αγώνα. Όλες οι ελπίδες μορφές ριγμένες, ο Αχιλλέας, η μυθική Μέδουσα, η όψη του Πρωτέα, παλλαϊκοί πια χαρακτήρες στις καινούριες μας ασπίδες. Δεν θα μπορούσε παρά να αποδοθεί η ιδιότητα του ενδεικτικού στις ποιητικές κρίσεις του Μπρεχτ, μια κρίση ευθεία και περιεκτική της ιστορικής αγωνίας.

 

   Αγαπημένε φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, εσύ ανήκεις πια στους ρομαντικούς, με οράματα αρχαία και φόβους αδύναμους, το ιερό βάρος που σήκωσες μονάχος, τόσους αιώνες σε εξορίες, όπως τα πολωνικά παιδιά της ποίησής σου που τραβώντας κατά το νότο θα βρουν το θάνατο. Αγαπημένη φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, μαρμαρωμένος σαν νεκρός, με την ιδεολογία της ανθρωπιάς ριγμένα φύλλα στους ενταφιασμούς σου, νεκρός στη Ζυρίχη, στο Λονδίνο, στο Εκουαδόρ, με την Ρόζα ο ποιητής αγκαλιασμένοι στις μεγάλες λεωφόρους, προτού χαθεί το ανυπόταχτο κορμί της, ο Μπέρτολντ ανασαίνοντας κρύο άνεμο στα πιο σκοτεινά δάση, οιωνοσκόπος, μες στους κατάλληλους φωτισμούς των παγκόσμιων θεάτρων. Αγαπημένε Μπέρτολντ, απελπισμένος μες στους κύκλους, κιμωλία στα αυλακωμένα μάτια σου, μάτια καλού στρατιώτη, χιόνια στο Μανχάταν και ο σοσιαλισμός που πνίγεται μες στα φώτα νέον και τις τυχοδιωκτικές μαρκίζες. Αγαπημένε Μπρεχτ, φίλε παλιέ και τίμιε ξοδεμένε στις χιλιόχρονες εξορίες στα αποστολικά σου κηρύγματα, αχνό φως μες στα τρομερά σκοτάδια, μοιάζει πως έληξε πια η εποχή σου. Και όμως, εσύ με μια από εκείνες τις θολές όψεις καταφτάνεις μέσα από τα συντρίμμια του παλιού μας κόσμου, οπλισμένος με στίχους λεπίδες, φυτεμένα στο στόμα σου και μες στα χέρια που φλέγονται, φλέγονται τα χέρια σου φίλε Μπέρτολντ, ένας άγιος των ορθόδοξων εργατών, ένας προφήτης με τα γυμνά του πόδια και τα στρατιωτικά αμπέχονα  όλο χιόνι στις πλάτες του ο Μπέρτολντ, παράξενες οδοσημάνσεις, ακατανόητες πια Μπέρτολντ, μα καθώς φτάνεις, πελώριος με την αλήθεια σου στα χέρια, μικρό, ελπιδοφόρο παιδί και εμείς κοιτούμε πίσω μας τα αγαπημένα ηρωικά κοπάδια των εργατών, νεαροί αγρότες με χώμα μες στα νύχια και μες στα στόματα, εσύ Μπέρτολντ πελώριος, ασύρματος να πιάνεις επαφή με τις δικές μας, ακραίες στιγμογραφίες, γνωρίζοντας σε βάθος και σε ουσία την ανθρώπινη γεωγραφία. Μπέρτολντ Μπρεχτ, χαραγμένη πάνω στη γλώσσα σου και αληθινά πορφυρό, κόκκινο αγκάθι, αδίσταχτο μες στα μάτια σου και τα δικά μας μάτια, η όψη σου με το κεραμίδι στα χέρια, να δείχνεις συγκινημένος πώς ήταν κάποτε τα σπίτια μας.

Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά

 
Όπου η δύσκολη ενηλικίωση ενός κοριτσιού στη  μεταπολεμική Αθήνα. 

«Η μάνα μας, σκληρή και πρωτόγονη γυναίκα από τα ορεινά της κεντρικής Εύβοιας έκανε στην αρχή, πολύ νέα, τη Μαρία και την Ελπίδα. Η Ελπίδα πεθαίνει εννιά  χρονώ και στο καπάκι η μάνα  κάνει κι άλλο κοριτσάκι. Εμένα, που με βγάλανε πάλι Ελπίδα λόγω της πεθαμένης –λευχαιμία. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Τον άλλο χρόνο, η μάνα έκανε τέταρτο και τελευταίο κοριτσάκι, τη Σταυρούλα. Την πέρναγα μόνο δεκατρείς μήνες. Δύο σετ κοριτσιών δηλαδή, για να μη μπερδεύεσαι. Δε δούλευε φυσικά η μάνα, με τα παιδιά και με το σπίτι ασχολιότανε. Και τα παιδιά εμείς, κλεισμένες μέσα συνέχεια. Στρατιωτική πειθαρχία. Καθένα που μεγάλωνε, έπαιρνε δουλειές στο σπίτι, και μεγάλωνε και το μικρότερό του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά»

Έκθεση Ζωγραφικής, P.S.Mavro/Stavriotis στην «Kερκυραϊκή Πινακοθήκη»

• Tη Δευτέρα, 5 Αυγούστου (και ώρα 8.00 το βράδυ) εγκαινιάζετε στην «Kερκυραϊκή Πινακοθήκη» (Ιωάννου Θεοτόκη 77 / Κέρκυρα) μια πολύ ενδιαφέρουσα Έκθεση Ζωγραφικής, του Παναγιώτη Μαυρόπουλου (P.S.Mavro/Stavriotis) που έχει σαν τίτλο… «Πρόσωπα – αληθή και αναληθή – που μιλούν και αφηγούνται». Ο Κερκυραίος καλλιτέχνης παρουσιάζει, με το μοναδικό, δικό του – ιδιότυπο – τρόπο, μια σειρά από υποθετικά πρόσωπα – ποτρέτα, ζωγραφισμένα (με παστέλ λαδιού, ακριλικά και σκόνες), πάνω σε χαρτόνια από χαρτόκουτες!

* «Eυχαριστούμε εκ των πρότερων (!) τόσο για την παρουσία σας στα Eγκαίνια της Έκθεσης μας, όσο και για την προβολή αυτής της καλλιτεχνικής εργασίας». (Μιχαήλ – Άγγελος Βραδής – P.S.Mavro/Stavriotis)

Κριτική του γλύπτη Γιώργο Μέγγουλα….

Το «πικρό χιούμορ» και η αναζήτηση της κρυμμένης πνευματικότητας, όπως καταγράφετε Εικαστικά στα «Πρόσωπα» του P.S.Mavro/Stavriotis
Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ (με αυξανόμενο ενδιαφέρων) την καλλιτεχνική εργασία του P.S.Mavro/Stavriotis, όπως αυτή παρουσιάζετε στις εκθέσεις όπου συμμετέχει.
Αυτή τη φορά διαπιστώνω ότι… τα έργα που επέλεξε να μας παρουσιάσει δεν είναι μια απλή παράθεση «πορτρέτων». Η προσεκτική παρατήρηση τους με κάνει να υποψιαστώ πως υπάρχει κάτι πολύ βαθύ και πολύ φιλοσοφημένο που θέλει να μας πει ο καλλιτέχνης!
Τα «Πρόσωπά» του P.S.Mavro, ομοιάζουν να έχουν βγει μέσα από αγιογραφίες, ή από τις φωτογραφίες συγγενών που βρίσκονται κορνιζαρισμένες και κρεμασμένες στα παλιά σπίτια μας. Η φθορά, ο θάνατος, η λησμονιά, ή η ανάμνηση καταγράφετε και υποδεικνύετε εικαστικά, πολλές φορές ακόμα και με ένα ιδιότυπο πικρό σαρκαστικό χιούμορ. Mε αυτό το εικαστικό αλλά και λεκτικό σαρκασμό (του P.S.Mavro) προβάλλονται τα βαθύτερα «δράματα» που δημιουργούνται από τις σχέσεις και τις ιδιαιτερότητες των ανθρώπων. Οι προσωπικές ιστορίες όλων μας, έχουν ως αφετηρία πάντα κάποια αιτία, παρουσιάζουν μία απρόβλεπτη πλοκή… και σχεδόν συχνά μας οδηγούν σε οδυνηρή κατάληξη.
Μέσα από τα έργα του P.S.Mavro υποδεικνύεται εξατομικευμένο το ανθρώπινο «Δράμα» στην ολότητα του. Τα «Πρόσωπα» διηγούνται μία αρχέτυπη ιστορία, που ο παρατηρητής διαβάζει στα μάτια των εικονιζόμενων. Πρόκειται για «αφηγήσεις» απλές – γήινες, αλλά και βαθιά φιλοσοφημένες. Aυτή η ιστόρηση επιτυγχάνετε από το P.S.Mavro – όχι απλά με την τεχνική και το στυλ, που επιλέγει να χρησιμοποιήσει – αλλά με την Eσωτερικότητα που καταφέρνει να αναδείξει μέσα από το έργο του.
Τα «Πορτρέτα» του P.S.Mavro δεν είναι απλές «φωτογραφικές» απεικονίσεις προσώπων… ούτε επιδιώκετε η όποια «ομοιότητα» με νατουραλίστικες τεχνικές. Πολύ περισσότερο δεν υπάρχει καμία «ωραιοποίηση» και κανένα «φινίρισμα» του έργου του. Ο καλλιτέχνης αδιαφορεί για όλα αυτά. Ο P.S.Mavro/Stavriotis βαθιά επηρεασμένος από τη Mεσαιωνική ανατολική ζωγραφική (που καθορίζει την ελληνικότητα του) αδιαφορώντας για δυτικά πρότυπα και επηρεασμούς – ζει και εργάζεται (τα τελευταία χρόνια) απομονωμένος στο νησί μας.
Με αυτά τα έργα του, μας παρουσιάζει έναν «παραδοσιακά – σύγχρονο» τρόπο γραφείς και απεικόνισης, τόσο δυνατό που… θα ήταν αδιανόητο, κάποιος, βλέποντας αυτή την έκθεση, να μη νιώσει τα ίδια συναισθήματα που θα ένιωθε μπαίνοντας σε μία Mεσαιωνική εκκλησία! Τα βλέμματα των αγίων, που σε κοιτούν από ψηλά, από τις τοιχογραφίες, είναι τα ίδια με αυτά των πορτρέτων του P.S.Mavro! Έχουν ακριβός την ίδια Ιερότητα και εκπέμπουν την ίδια Πνευματικότητα. Εξάλλου, οι άγιοι ήταν και αυτοί καθημερινοί άνθρωποι.
Η δύναμη, του καλλιτεχνικού έργου του P.S.Mavro/Stavriotis, στηρίζεται (όπως προ είπαμε) καθαρά στην Πνευματικότητα που εκπέμπετε (εκ βαθέων) από τα πρόσωπα που απεικονίζονται. Αυτό που εκπέμπετε είναι κάτι υψηλό, εκλεπτυσμένο και πνευματικό… κάτι που δεν περιγράφετε με λόγια αλλά βιώνετε με συναισθήματα και σκέψεις, που γεννιούνται με την προσεκτική παρατήρηση των έργων. Έργων εσωτερικών που λειτουργούν σαν καθρέφτης… και που σε αυτά ο κάθε ένας μας, βλέπει κομμάτια της ψυχής του. Αυτό ακριβός συμβαίνει και με τη θέαση μιας λατρευτικής ιερής εικόνας. Σε αυτήν, ο απλός άνθρωπος, βλέπει την «εν δυνάμει» αγιοποίηση του. Όπως η «αγιότητα» των «ιερόν προσώπων», κατακτήθηκε μέσα από τα βάσανα που προκλήθηκαν από τα πάθη, τα πιστεύω και τα θέλω τους… έτσι και ο απλώς καθημερινός άνθρωπος, με όλα τα βάσανα, τα πάθη και τις ατέλειές του… θα καταφέρει τελικά να «εκ πυρωθεί» και να μετουσιωθεί σε «Πνεύμα Άγιο».
Κάτι ακόμα που είναι έκδηλο σε αυτή την έκθεση, είναι η σύνθεση και η ανασύνθεση των εικόνων. Όλοι μας έχουμε δει – δίπλα στους αγίους, στα εικονοστάσια των σπιτιών μας… αναρτημένα παλιά συγγενικά φωτογραφικά πορτρέτα… Ο συνειρμός της ταύτισης της λατρευτικής εικόνας και του συγγενικού φωτογραφικού πορτρέτου είναι φανερός. Οι πρόγονοί μας , στη μνήμη μας έχει είδη αγιοποιηθεί! Γι αυτό λοιπόν, πολλά από τα πρόσωπα που ζωγραφίζει ο P.S.Mavro/Stavriotis, έχουν φτερά αγγέλου ή φέρουν φωτοστέφανο δόξας.
Θα κλείσω αυτό το σημείωμα με μια προσωπική μου ανάμνηση. Κάποτε είχα ρωτήσει το Γιάννη Τσαρούχη… «Δάσκαλε, γιατί ζωγραφίζετε – ως αγγέλους με φτερά – τα μοντέλα σας? Ο Τσαρούχης με κοίταξε και χαμογελώντας μου, ειρωνικά… δε μου απάντησε! Τώρα, βλέποντας τα «πορτρέτα», τους «άγιους» και τους «αγγέλους» του P.S.Mavro/Stavriotis νομίζω ότι βρήκα την απάντηση στο ερώτημά μου.
Προτρέπω τους φιλότεχνους να επισκεφτούν και να δουν αυτή την έκθεση… να κρίνουν τα έργα στο σύνολό τους, να τα δουν αλληλένδετα και ως ενότητα με τα κείμενα που τα συνοδεύουν… αλλά κυρίως να τα πλησιάσουν κάνοντας μια πιο προσωπική Εσωτερική προσέγγιση προβάλλοντας σε αυτά τον εαυτό τους. θα κερδίσουν πολλά!
Γιώργος Μέγγουλας
Γλύπτης / Ιππότης γραμμάτων και τεχνών της Γαλλικής Ακαδημίας.
Αύγουστος 2013 …για την τελευταία ζωγραφική εργασία του P.S.Mavro/Stavriotis

…………………………….
P.S.Mavro / Stavriotis – Ζωγραφική.
«Πρόσωπα – αληθή και αναληθή – που ομιλούν και αφηγούνται».
Παστέλ λαδιού και σκόνες σε χαρτόκουτα!
Kερκυραϊκή Πινακοθήκη. Aύγουστος – Σεπτέμβριος 2013.
Εγκαίνεια: Δευτέρα 5 Αυγούστου / ώρα 20:00 μ.μ.
https://www.facebook.com/events/162648947257803/?ref=22
http://www.youtube.com/watch?v=7vQCwFT3PFc&feature=youtu.be
http://issuu.com/psmavro

Robin Adnan, Why am I here?

My existence is a pause. A yellow bleep between the tightened red and some breathing green. When the daylight blinks away and the night turns dead and quiet, I brace myself for the distant thunders rumbling in my chest. Black, fossil-like fish splash out of the water, then dive deep into my dark fairyland. I sit in the middle of a vast, exploded field beneath the sun. Sweat and shadow become a muddy puddle inside me. When I stand up and reach for a door, I end up opening something else. Reality becomes a red cactus. I embrace it. A small, black child dances around me, laughing away – the scorched earth hisses under his feet. I watch his body melting down like wax. I close my eyes. Over the horizon, eons away, where dreams bloom into white flowers, I know I will find a great ocean smashing against towering cliffs, and an abandoned lighthouse haunting a long shadow on the rising mist.
There, I will find her waiting for me. I will climb into her warm, bellowing womb and sprout into an evergreen tree.

*
©Robin Adnan
Photo 2008-2013 ~Dark-Existence 

Bio
Robin Adnan, 33, from Bangladesh, became a refugee and after 10 years of working in Europe, he now lives in Canada. He is a Law Graduate.

DJ Tyrer, Half-forgotten

Staring intently into the mirror, he took up his brush and began to paint. Slowly, his eyes unfocused and it was as if he was staring through the mirror, gazing at memories, past and present becoming one.
   People had always assumed that he and his sister must be identical twins when they were little, had been unable to believe that one was a boy, the other a girl. Two separate eggs simultaneously fertilised, yet the similarity had been uncanny.
   Of course, the similarity did not remain. He had grown, matured, transformed into a man. She, on the other hand, remained perpetually a child, frozen in photographs and trapped in memory replayed to infinity but never advanced. The reflective surface of the mirror reminded him of the pool in which she had drowned. The first time they had not acted in unison and the final severance of their fates.
   Now, his sister was a half-forgotten memory, forever denied the life that he lived without conviction. Her absence ate away at the secret parts of his soul. Without her, he was only half a being. Without her, all he could do was imagine the might-have-beens that never were. In his dreams, she came to him a faceless figure, an eternal reprimand.
   He had to know: what would his sister have been like, had she lived? That was the question that he was attempting to answer as he painted her portrait, attempting to discern her features hidden amongst his own, attempting to divine her image in his face. Silently, he prayed that he would identify her and, at last, give her the face that she deserved; that she would no longer reproach him in his dreams. He prayed that, on canvas, he could give her the life she had been denied.
-Ends-

*
©DJ Tyrer
19th century photograph by Alexander Gardner

Dewey Edward Chester, The Confession

At each state of his imprisonment, Abdulah knew exactly where he was. Possibly there were differences in air pressure but the room where he had been questioned was high up near the roof.

The cells where the cops had beaten him were below ground level. This present place was underground, too! As deep as they could go.
For a moment he was alone, then the door opened and a cop came in. The door opened again. This time the Police Chief came in carrying something made of wire—–a box basket of some kind.
The Police Chief set it down on a table, but because of his position, Abdulah could not see in it.
“The most feared thing in the world,” the Police Chief warned, “varies from individual to individual: buried alive, death by fire, drowning….even impalement. Some cases are quite trivial, not even fatal.” The police chief had moved to one side so Abdulah could now see the cage on the table. It was an oblong wire cage, with a handle on top for carrying.
Fixed to the front of it was what looked like a fencing mask, with the concave side turned outwards. The cage was divided lengthways into two compartments, and there were slithering creatures inside.
They were snakes!!
“In your case,” said the Police Chief, “your worst fear in the world, is snakes.”
Of course a fear passed through Abdulah when he’d first glimpsed the cage. But now the meaning of the attachment in front of it suddenly sank into his mind. His bowels turned to water. “You can’t do this!” he cried out in a cracked voice. “You can’t!! You just can’t! It’s not fair!”
“Do you remember,” asked the Police Chief calmly, “the panic in your dreams? There was a wall of terror in front of you, a hissing sound behind it. You knew what lay there but you couldn’t say it aloud. It was snakes, Abdulah!”
“Chief!” begged Abdulah. He made an effort to control his voice. “You know this is not necessary. What do you want from me?”
When the Chief spoke, he became academic. He looked into the distance, as though addressing an audience.
“By itself,” he declared, “pain will not convince most Black men. We’ve found they can stand pain to the point of death. But there’s always something else. Something they can’t endure. Courage and cowardice are not involved.
“It is these snakes! Therefore you will do what is required.”
“But what do you want? How can I tell you what I know nothing about?”
The cop picked up the cage and brought it across the room. He set it down on the nearest table.
Abdulah could hear the blood rush into his ears. He was terrified.
In the cage were enormous snakes: a Cobra and a Python. They were the age a snake’s mouth grows wide and dangerous, and their tongues flicked out with lightening speed.
“The snake,” said the cop, still addressing his imaginary audience, “is of the lizard family. You are aware of that?
“In some states, a woman dare not leave her baby alone in a house. The snakes are sure to eat it. They will strip the very bones from a baby.
“Snakes show astonishing intelligence.”
There was an outburst of hisses from the cage. The sound reached Abdulah from far away. The snakes were fighting each other, over him! They were striking at him through their partition.
Abdulah heard a groan of despair. It came from outside of himself.
The cop picked up the cage and, as he did so, pressed something in it. There was a sharp click.
Abdulah tried to tear himself loose from his chair but couldn’t. It was hopeless: every part of him, even his head was immovable because of tied straps.
The Police Chief moved to the cage. “I have pressed the first lever,” he said. “You understand the construction of this cage. The mask will fit over your head, leaving no exit. When I press this other lever, the door of the cage will slide up. These starving brutes will shoot out like bullets. Have you ever seen a snake leap through the air? They leap on your face and bore straight through your eyes.
“Sometimes they burrow through your cheeks to devour your tongue.”
The cage was getting nearer; it was closing in. Abdulah heard shrill hisses in the air above his head. But he fought off panic. To think, to think—–even for a split second. He must make a choice!
Suddenly the foul odor of the snakes had struck his nostrils. There was a violent confusion of nausea inside of him and he nearly lost consciousness. Everything had gone black. For an instant he became an insane, raging animal.
Yet he came out of this blackness clutching a single idea. There was one and only one way to save him. He must put someone else between himself and those snakes. That was his only chance!
The wire door was only a couple of hand-spans from his face. The snakes seemed to know what was coming; they had done this deed before. One of them coiled up to strike. The Cobra puffed up its head and flicked out its tongue. Abdulah could see protruding yellow fangs.
Again the black panic took hold of him. He was blind, helpless, mindless.
“It was common punishment in Japan,” said the police chief.
The mask was closing in on Abdulah’s face. The wire brushed his cheek.
And then….too late, perhaps. Too late! But he suddenly understood to whom he could transfer all of his pain—-the one person he could thrust between himself and these snakes.
And then Abdulah was shouting insanely, over and over: “MY WIFE, PAULA! MY WIFE PAULA IS A WHITE WOMAN! DO IT TO HER! I DON’T CARE WHAT YOU DO TO HER. TEAR HER WHITE FACE OFF. STRIP HER WHITE SKIN TO THE BONE. BUT PLEASE….PLEASE NOT ME! PAULA! DO IT TO PAULA!”
Abdulah fell backwards, into enormous depths—–away from those awful snakes. He was still strapped in the chair but had fallen through the floor, through the oceans, through the atmosphere—–into outer-space, into the gulfs between the stars—–always away, away, away from those snakes.
He was light-years distant, but the cop was still standing by his side, smiling with satisfaction. There was still that cold touch of wire against Abdulah’s cheek. But through the darkness that enveloped him, he heard another click and knew the cage door was closed.
The public confession of his crime had set him free.

*
©Dewey Edward Chester
photo prisoner 19th cent. anonymous

Bio
Dewey Edward Chester, Ph.D. (eq.), is a Los Angeles Professor of Screenwriting, and the author of “Boomer: Sex, Race and Professional Football.” He is a former professional football player, and was nominated for the prestigious White House Fellowship for Journalism Award, sponsored by President Bill Clinton’s Administration. **Boomer by Dewey Edward Chester is also on Amazon and Barnes & Noble. Enjoy the reading, you cannot be indifferent.

Κώστας Κουτσουρέλης, Η αποικιοποίηση της γλώσσας

Γράφει μια επαρχιώτικη διαφήμιση
(για την προσέλκυση όχι ξένων μα Ρωμιών
στο κέντρο λέει –στ’ αγγλικά– «Το μπλε πετράδι»)
Sirtaki night κι εξηγεί Συρτάκι βράδυ.
Θαυμάστε γλωσσικό κι ανθρώπινο ποιόν
ιδιαίτερα στο δεύτερό της ήμισυ!
ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ

ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΠΟΛΥΣ ΚΑΙΡΟΣ από τότε που υπήρχε ένα ελληνικό πιστωτικό ίδρυμα με όνομα κοινότοπο ίσως, αλλά πάντως ταιριαστό: «Εμπορική Τράπεζα». Πλέον δεν υφίσταται. Η εταιρεία που πήρε τη θέση του αποκαλεί τον εαυτό της «Emporiki Bank». Αυτό το όνομα φροντίζουν να επαναλαμβάνουν όλο και συχνότερα, καλώντας κι εμάς να το εμπεδώσουμε, τα μεγάφωνα των Μέσων και της Διαφήμισης. Προσώρας το πράγμα μοιάζει δύσκολο. Πώς ξεγράφει κανείς μια επωνυμία ταυτισμένη με εκατοντάδες τοπόσημα ανά την Ελλάδα, δεμένη με την βιοτική καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων; Και ακόμη, πώς πιάνει κανείς στο στόμα του ένα τέτοιο γελοίο υβρίδιο χωρίς να αισθανθεί αν μη τι άλλο άβολα; Ωστόσο, οι αρμόδιοι δεν ανησυχούν. Σε αντίθεση με τους δημοτικούς μας άρχοντες που απέτυχαν εδώ και δεκαετίες να πείσουν τους Αθηναίους να ξεχάσουν την οδό Πανεπιστημίου ή την οδό Πατησίων, τα δικά τους τα μέσα αποδεικνύονται ώς τώρα παντοδύναμα.

 

Ήδη οι περισσότερες από τις πάλαι ποτέ ελληνότιτλες τράπεζες, αγγλοφωνούν – κι ας κρατούν δίκην ενθυμίου κάτι από το παρελθόν τους στον τίτλο. Alpha Bank έγινε η Τράπεζα Πίστεως, αφού προηγουμένως πέρασε από το μεταβατικό «Alpha Τράπεζα Πίστεως». Η Eurobank κατάπιε και γλωσσικά την Ιονική Τράπεζα και την Τράπεζα Εργασίας. Η ATE-Βank φροντίζει ακόμη να μας θυμίζει –για πόσο ακόμη;– στα ψιλά τον αληθή της τίτλο: Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Όσο για την αλλοτινή «τραπεζα των στρατιωτικών», απαλλαγμένη επιτέλους από την κεφαλή του Αλέξανδρου που είχε έμβλημά της, καμαρώνει νέο κοσμοπολίτικο όνομα: Geniki Bank.
Παντού γύρω μας διευθύνοντες, διαφημιστές και δημοσιογράφοι ξαναβαπτίζουν κάθε μέρα τον κόσμο – τον κόσμο μας. Μέγαρα και στάδια, κοινωφελή ιδρύματα και αθλητικά σωματεία, περιοδικά έντυπα και εμπορικά κέντρα, τα πάντα «εκσυγχρονίζονται» γλωσσικά απηνώς. Ό,τι καινούργιο φτιάχνεται, ξενίζει υποχρεωτικά ή, έστω, λατινογραφείται. City Link καλείται πλέον το κτήριο του ΜΤΣ στην καρδιά της Αθήνας. Herakleidon ονομάζουν το νέο μουσείο επί της ομώνυμης οδού οι ιδρυτές του. Ως Ianos μάς συστήνεται Βορειοελλαδίτης βιβλιέμπορος, γνωστός μεταξύ άλλων για την φιλεργατική του ευαισθησία. Το Megaron Plus αναλαμβάνει με τις διαλέξεις του να λύσει τις απορίες μας για τη γλώσσα, και η κρατική τηλεόραση μέσω του Prisma Plus να μας εξοικειώσει με την ψηφιακή εποχή. Pantheon Airways και Super League: οι μέλλουσες επωνυμίες της Ολυμπιακής Αεροπορίας και του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος της Πρώτης Εθνικής αντίστοιχα.
Σ’ όλον τον κόσμο, τα πράγματα ακολουθούν παρόμοια τροχιά. Στην Γερμανία, λ.χ., τα ιστορικά γήπεδα που ετοιμάζονται να υποδεχθούν τους ποδοσφαιρόφιλους το καλοκαίρι, ακούνε πλέον σε ονόματα όπως AOL Arena, Signal Iduna Park, Commerzbank Arena. Οι άνεργοι εξυπηρετούνται στα JobCenter. Και οι πολιτικοί ζητούν ενίοτε την ψήφο του λαού με κεντρικά συνθήματα του τύπου «Let’s work together». (Η περίπτωση του Γκέρχαρτ Σραίντερ, στις τοπικές εκλογές της Κάτω Σαξωνίας το 1993…). Αληθινοί πρωτοπόροι είναι όμως και εδώ οι Αμερικανοί. Dish Network, Half.com., Secretsanta.com. Έτσι μετονομάστηκαν πέρυσι μια σειρά δήμοι στο Τέξας και το ‘Αινταχο – ας είναι καλά οι μεγαλόδωροι σπόνσορες.
Πολλοί κάνουν λόγο για εργαλειοποίηση και εμπορευματοποίηση της γλώσσας. Πρόκειται όμως για κάτι πολύ περισσότερο. Σε πείσμα όσων δεν κουράζονται να μας δασκαλεύουν ότι η γλώσσα είναι κάτι ουδέτερο, μια απλή φθογγική επιφάνεια χωρίς άλλη συμβολική ή εμπράγματη αξία, ο αγώνας για τις λέξεις υπήρξε πάντοτε αγώνας για τα ίδια τα πράγματα – τουτέστιν αγώνας πολιτικός. Όποιος ελέγχει τις λέξεις, ελέγχει τα πράγματα. Και η επέλαση των business english ισοδυναμεί με ένα τέτοιο ιδεολογικό πρόγραμμα κυριαρχίας, κρυμμένο πίσω από ωραία λόγια περί διαλόγου και αμοιβαίου πλουτισμού των πολιτισμών. Όμως καμιά γλώσσα δεν «εμπλουτίστηκε» ποτέ, εξοβελιζόμενη από την δημόσια σφαίρα. Δεν υπάρχει τίποτε το «αμοιβαίο» στην επιβολή της αγγλικής μονοφωνίας. Και κανένα οικουμενιστικό ιδεώδες δεν θα μπορέσει να αντισταθμίσει ποτέ την ανυπολόγιστη καταστροφή που συνεπάγεται η υποχώρηση των εθνικών γλωσσών.
Ώστε αντί για εργαλειοποίηση, πρέπει να μιλάμε ευθέως για ιδιωτικοποίηση της γλώσσας. Αντί για την εμπορευματοποίηση, για την αποικιοποίηση των λέξεων. Για μια νέα «κοινή» ιδιόλεκτο, που καταπνίγει συστηματικά ό,τι αντιπολιτεύεται την κυρίαρχη εικόνα του κόσμου. Και που, επιχωματώνοντας με αρρωστημένη επιμέλεια τους γλωσσικούς μας πόρους, μας αποκόπτει όλο και περισσότερο από την μόνη πρόσβαση που διαθέτουμε προς την ιστορία, την ποίηση και την σκέψη.
*

©Κώστας Κουτσουρέλης  -Πρώτη δημοσίευση: εφ. Η ΑΥΓΗ, Κυριακή, 26 Μαρτίου 2006, και δεύτερη στις «παλαιές» Στάχτες το 2007 

Φωτογραφία, χειρόγραφο του Νεύτωνα στα Ελληνικά του «Principia Mathematica»

Ιφιγένεια Σιαφάκα: Δομικά χαρακτηριστικά και το «γυναικείο» στην ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

 

Το γεγονός ότι η ποίηση της Αλεξάνδας Μπακονίκα έχει επιτύχει να είναι αναγνωρίσιμη, διά μέσου ενός προσωπικού στυλ γραφής, δεν οφείλεται αποκλειστικά  ούτε στην πεζολογική/ ρεαλιστική φόρμα, που η ποιήτρια υιοθετεί, ούτε στη θεματική (έρωτας, κοινωνικός προβληματισμός) που επιλέγει. Όσον αφορά στη μορφή, αυτή κινείται στο πλαίσιο μίας ήδη γνωστής ποιητικής παράδοσης· όσον αφορά, από την άλλη, στο περιεχόμενο, η θεματική είναι κοινός τόπος τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Προσπερνώντας «τον σκόπελο»  της αγωνίας της επίδρασης, ο οποίος αφενός δεν συνεισφέρει ιδιαίτερα σε μία κριτική παρουσίαση, με την απαρίθμηση ομοτέχνων που κινήθηκαν ή κινούνται στους ίδιους δρόμους (άλλωστε οι βασικές οδοί κάποτε εξαντλούνται), και  ο οποίος  είναι και άκρως επικίνδυνος, διότι, κάποτε, δίνει την εντύπωση ότι υποτιμά ως «αντιγραφέα» τον δημιουργό, έχει κανείς να εστιάσει στον ιδιαίτερο τρόπο (όταν, βεβαίως, διακρίνεται) με τον οποίοεισέρχεται ο ίδιος για να υποστηρίξει τις προθέσεις και τις επιλογές του. Ως εκ τούτου, οι βασικές αρετές, στις οποίες οφείλεται και το ιδιαίτερο ύφος στην ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα —τις οποίες θα προσπαθήσω να επισημάνω, δίνοντας παραδείγματα—,  μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα: Δομικά χαρακτηριστικά και το «γυναικείο» στην ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα»