Κώστας Μόντης, Το φθινόπωρο και το καλοκαίρι

Το καλοκαίρι εκείνο το φοβήθηκε το φθινόπωρο,
το κύτταζε και δίσταζε:
Ν’ αποπειραθεί, να μην αποπειραθή;
Έχουν ένα όνομα, ξέρετε, οι εποχές,
έχουν μια παράδοση,
έχουν μια ιστορία,
έχουν μια αξιοπρέπεια,
είναι επιτέλους ελέω Θεού,
και δεν μπορούν εύκολα να το διακινδυνεύσουν.
Εμείς αφ’ ετέρου, βουτηγμένοι ως τα μπούνια
στη ζέστη του,
το ενθαρρύναμε ανευθύνως.
Εμείς αφ’ ετέρου, βουτηγμένοι ως τα μπούνια
στη ζέστη του,
το ενθαρρύναμε ανευθύνως στην ανυπακοή.
το ενθαρρύναμε ανευθύνως στην ανταρσία.

*

[από «Ως εν κατακλείδι». Λευκωσία 1984

✳︎

 

Ambrose Bierce, Ένας αγώνας που δεν τελείωσε ποτέ

Ο Τζέιμς Μπερν Γουόρσον ήταν υποδηματοποιός και ζούσε στο Λίμινγκτον του Γουόρκσιαα της Αγγλίας. Είχε ένα μικρό κατάστημα σε μία από τις παρόδους που οδηγούσαν στο Γουόρκ. Στους ταπεινούς του κύκλους θεωρούνταν έντιμος άνθρωπος, αν και, όπως και πολλοί άλλοι της τάξης του στις αγγλικές πόλεις, ήταν κάπως εθισμένος στπ ποτό. Όταν έπινε, έβαζε ανόητα στοιχήματα. Σε μία από αυτές τις πολύ συχνές περιπτώσεις, καυχιόταν για τις ικανότητές του στο βάδισμα και το τρέξιμο, και το αποτέλεσμα ήταν ένας αγώνας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ambrose Bierce, Ένας αγώνας που δεν τελείωσε ποτέ»

Μανόλης Aναγνωστάκης, το τελευταίο σου γράμμα

Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατής…

Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατὴς
Ἀσήμαντος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος
Τώρα πιὰ δὲ χειροκροτεῖ δὲ χειροκροτεῖται
Ξένος περιφέρεται στῶν ὁδῶν τὸ κάλεσμα-

Ἔρχονται ἀπὸ μακριὰ οἱ νέοι σαλπιγκτὲς
Τῶν ἐπίλεκτων κλάσεων τοῦ μέλλοντος
Οἱ κραυγὲς τοὺς γκρεμίζουν τὰ σαθρὰ τείχη
Τήκουν τὴ λάσπη σὲ φωτεινοὺς ρύακες Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μανόλης Aναγνωστάκης, το τελευταίο σου γράμμα»

William Blake, Ο καπνοδοχοκαθαριστής

Μετάφραση: Γιῶργος Μπλάνας
William Blake (1757-1827)―The Chimney Sweeper: When my mother died I was very young

source: The Institute of Cancer Research

Ὁ καπνοδοχοκαθαριστής

«Ὅταν πέθανε ἡ μαμά μου, ἤμουνα πολὺ μικρὸ
καὶ μὲ πούλησε ὁ μπαμπάς μου, πρὶν ἀρχίσω νὰ τσιρίζω.
Τζάκια τώρα καθαρίζω
καὶ κοιμᾶμαι ὅπου βρῶ
στάχτη, σκόνη καὶ καπνό!»

Τσίριζε ὁ μικρὸς ὁ Δάκρης ποὺ τοῦ κόβαν τὰ μαλλιά.
«Εἶναι ὄμορφα» τοῦ εἶπα, «καὶ σγουρά, μὰ μὴ σὲ νοιάζει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «William Blake, Ο καπνοδοχοκαθαριστής»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: La mort blonde

Μαύρη κωμωδία

[Διάδρομος πολύβουου νοσοκομείου. Κόσμος που πηγαινοέρχεται, πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν ασταμάτητα, ήχοι από τακούνια στις σκάλες, ένα ηχηρό γέλιο, βογγητά από εκείνους που παλεύουν για τη ζωή του ή αναρρώνουν από ένα φριχτό ατύχημα. Ανάμεσα στο πλήθος οι λευκοντυμένες νοσοκόμες. Κουβαλούν πάντα κάτι παράξενες, τροχήλατες κατασκευές, μιλούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, ανοίγουν μια κλειστή πόρτα και χάνονται. Όταν θα ξαναφανούν, ντυμένες τα πολιτικά τους στη λήξη πια της βάρδιας, έχουν γεράσει πολύ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: La mort blonde»

The Athens Review of Books τεύχος 176 ―κυκλοφορεί

Περιεχόμενα τεύχους 176, Οκτώβριος 2025

Πέτρος Μαρτινίδης, Αξέχαστες συμπάθειες – Ο άλλος δωσιλογισμός

Σάιμον Μέιολ (Sir Simon Mayall), Μια μικρή ιστορία της σύγχρονης Μέσης Ανατολής

Τζακ Ντίκενς (Jack Dickens)Δρούζοι, δίχως φίλους εκτός από τα βουνά

Χάνα Λουσίντα Σμιθ (Hannah Lucinda Smith), Φαντάσματα της παλιάς Μέσης Ανατολής

Ίαν Μπουρούμα (Ian Buruma), Παραμένοντας ηθικός σε μια ανήθικη κοινωνία Συνεχίστε την ανάγνωση του «The Athens Review of Books τεύχος 176 ―κυκλοφορεί»

Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Λάγνα φάλαινα

Της τον είχα χώσει κατάσαρκα. Το κήτος σάλεψε. Ο γυναικείος Λεβιάθαν με κοίταζε μ’ εκείνο το ευτυχισμένο, απρόσμενο, λάγνο χαμόγελο που απλωνόταν πάνω στο παχουλό πρόσωπο και γίνονταν ένα με τη λιπαρή επιδερμίδα του θαλάσσιου τέρατος. Το ωκεάνιο, βρόμικο κρεβάτι, με την τριμμένη κουβέρτα σπάραζε και βογκούσε. Κάθε του αρμός δοκιμάζονταν ακραία. Ο ιδρώτας έλουζε το κορμί μου, κι ο ήρωας θριάμβευε εντός μου.

Ξάφνου, η άσπρη φάλαινα, με ρώτησε ξεφυσώντας ταυτόχρονα υγρά απ’ τον μουσκεμένο της φυσητήρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Λάγνα φάλαινα»

Κώστας Δρουγαλάς, 4 πεζά ποιήματα

Οι πεύκες

Όταν πεθάνει ο δασονόμος, ολόγυρα μαζεύονται οι πεύκες και με δάκρυα από ρετσίνι τον κλαίνε ολονυχτίς. Τον μονάκριβο δεν προλαβαίνουν παραπάνω να θρηνήσουν· ευθύς τον αποθέτουν στο νοτισμένο χώμα και στις θέσεις τους επιστρέφουν οι πολύτεκνες. Έτσι, πριν το θαμποχάραμα, τον γνώριμό τους ρόλο επιτελούν στη θέα των κυνηγών· τ’ αδέσποτα αγριμάκια κρύβουν όπως όπως πίσω απ’ τα λιανά κορμιά τους, προστάτιδες μάνες καθώς είναι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κώστας Δρουγαλάς, 4 πεζά ποιήματα»