Λεωνίδας Καζάσης, Σημεία

Κοιτώ επίμονα στα μάτια σου, επίμονα τα μάτια σου κοιτώ, στα μάτια σου κοιτώ, δεν υπάρχει τίποτα, τώρα, εκτός από τα μάτια σου. Κοιτώ στα μάτια σου και στο πρόσωπό σου, που, τα μαλλιά σου από πάνω ευρίσκονται.
Το πρόσωπό σου κοιτώντας, οι άκρες των δαχτύλων μου τα μαλλιά σου ψηλαφούν, ενώ τα μάτια σου, ενώ στα μάτια σε κοιτώ, τα μαλλιά σου ψηλαφώ, συνεχίζω , στα μάτια να σε κοιτώ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Σημεία»

Γιώργος Γκανέλης, Το ίζημα που άφησε ο χρόνος ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις

ALEA JACTA EST

Μένει να αποδειχθεί το φαιδρό της υπόθεσης
εντός τριών μηνών το διαπραχθέν αδίκημα
που με τόση μαεστρία προτάθηκε ως βάσιμο
και κυρίως το στιβαρό αντίβαρο της κόλασης
κλειδί γαλλικό στο πιο ξεχειλωμένο ταβάνι
σφίγγει διακριτικά το έρεβος πριν να βρέξει.

Μετά το αλυσοπρίονο φάλτσα ηχεί μεσάνυχτα
κακοποιώντας όλους τους κολασμένους αστούς
και δεν ακυρώνει καμία προηγούμενη απόφαση Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Γκανέλης, Το ίζημα που άφησε ο χρόνος ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η αποφοίτηση

εργάκι με το χαρακτηριστικό της υπερβολής
και της μεγέθυνσης σε ορισμένα σκηνικά μέσα,
σε ρούχα και φερσίματα

οπικό θέατρο μικρής πόλεως. Σε λίγο αρχίζουν οι θερινές διακοπές, τα παιδιά εκτελούν ασκήσεις, γράφουν ποιήματα, λένε τραγουδάκια, ανόητα μα όσα διαθέτουν ξεχωριστές φωνές, χειροκροτούνται από τους μεταλλωρύχους που νιώθουν κάπως άνθρωποι και αυτοί. Η αίθουσα διαθέτει ξύλινη επένδυση, η σκηνή στέκει υπερυψωμένη, μερικά παιδιά κάνουν κάποιες ασκήσεις, υποκλίνονται και παίρνουν το βραβείο τους ή μια ευχή για το καλοκαίρι αν δεν τα κατάφεραν τελικά. Τα παιδιά τρέχουν στην αγκαλιά των γονιών τους, στις πρώτες σειρές κάθονται τα πιο αξιοσέβαστα μέλη της τοπικής κοινωνίας. Ο έμπορος, ο δήμαρχος, ο ιατρός, ο αστυνόμος και ο κομματάρχης. Τελευταίος στη σειρά βγαίνει ο Μάριο, ένα παιδί δεκαέξι χρονών. Από κάτω ψίθυροι, μα στην γαλαρία ένα καρβουνιασμένο πρόσωπο λάμπει από ευτυχία. Είναι η μητέρα του Μάριο, κανείς άλλος δεν ζει. Κλαίει και κάθε τόσο πασαλείβει το πρόσωπό της με τον άνθρακα, της ζωής τον μόνο και πιο πιστό σύντροφο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η αποφοίτηση»

Πέτρος Ισαακίδης, Αναστροφή

Επίσκεψη πρώτη

Σαν να βγήκα από ύπνο βαθύ, η άμορφη γκριζάδα μπροστά στα μάτια μου εξατμίστηκε και είδα καθαρά τα σχήματα και τα χρώματα. Ένας κήπος. Ένας ψηλός τοίχος. Χωράφια ως εκεί που φτάνει το βλέμμα. Και στο βάθος δυο βουνά. Η γυναίκα με τα άσπρα, που μύριζε μαλακτικό για ρούχα και αντισηπτικό, μπήκε στο δωμάτιο να με μεταφέρει από την πολυθρόνα στο κρεβάτι. Έδειξα με το δάχτυλο το ένα βουνό και είπα «Όλυμπος».

Βλακεία έκανα. Η γυναίκα τα ‘χασε, σα να χάρηκε, σα να ανησύχησε. Σε λίγο ήρθε στο δωμάτιο ο αντιπαθητικός άντρας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Ισαακίδης, Αναστροφή»

Νίκος Ι. Τζώρτζης, Τρία ποιήματα

I

Ο ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ

Ορφέας απαθής ο Ελληνομνήμων,
έτσι όπως οδηγεί τη Μνήμη του στο φως,
γυρνά να την κοιτάξει – πόθος του κρυφός–,
για να χαθεί, κι αυτός να μείνει αμνήμων.

*

II Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, Τρία ποιήματα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη

Μια ανταπόκριση από την αγία, ελληνική επαρχία

Το χωριό ήταν σκαρφαλωμένο στην άκρη της πλαγιάς. Ο μύθος λέει πως τούτος ο τόπος λογιζόταν σαν επταπάπαδο, πάει να πει μετρούσε σχεδόν επτά χιλιάδες ανθρώπους. Έπειτα, όπως λένε οι παλιοί ήρθε η καθίζηση και σκέπασε τη ζωή με πέτρες και χώμα, σφραγίζοντας τη μοίρα ετούτου του κόσμου του ετοιμόρροπου. Κάπου σωζόταν ένα απομεινάρι του πύργου του Αγά, ανάπηρος και εκείνος, μια άγκυρα δίχως σχοινί για πάντα χαμένη στον βυθό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη»

Mario Benedetti, Περνάει ο χρόνος

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

Παιδιά σαν ήμασταν
οι γέροι μας ήταν στα τριάντα
η κάθε λούμπα ήτανε ωκεανός
ο θάνατος (μια κι έξω)
δεν υπήρχε.

όντας έπειτα αγόρια
οι γέροι μας ήταν κύριοι στα σαράντα
ο κάθε βούρκος ήτανε ωκεανός
και ο θάνατος απλώς
μια λέξη Συνεχίστε την ανάγνωση του «Mario Benedetti, Περνάει ο χρόνος»