Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Γκόλφω 2.0

Η Γκόλφω είναι βωβή ταινία του 1914, η πρώτη γνωστή μεγάλου μήκους ταινία του ελληνικού κινηματογράφου.

Παραλλαγή του γνωστού μύθου
κατά το αστικότερον
και το εκσυγχρονιστικό

ιαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Μικρό δωμάτιο, φορτωμένο ρούχα, μια τηλεόραση που παίζει διαρκώς στο βουβό, κάθε τόσο χάνει το σήμα της, οι πρωταγωνιστές τη χτυπούν και εκείνη συνέρχεται. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στις πραγματικότητες. Μαζί με την τηλεόραση που δεν ακούγεται δουλεύει και ένα μονότονο, ηπειρώτικο μοιρολόι. Κάποιος πεθύμησε την πατρίδα, τι να γίνανε τα μέρη μας τα παιδικά, αχ τι να ‘γιναν, ίσως να χορταριάσανε και ποιος να τα ξεκρίνει κάτω από του χρόνου τα σπαρτά. Η μουσική πλανάται σε όλο τον ακάλυπτο. Είναι εκείνο το κομμάτι της πόλης που παρέμεινε μυστικά άχτιστο, μια πόλη κρυμμένη πίσω από τα σπίτια, σαν το οφθαλμιατρείο του “εξατμιζόμενου” Γεωργίου Μακρή. Ένας Θεός ξέρει πώς σώθηκε από το τέρας της αντιπαροχής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Γκόλφω 2.0»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η Σιμονέτα

λεπτομέρεια από χαρακτικό 15ου αιώνα -ανώνυμου

στα 1480

δοκιμή για την
τελευταία σκηνή

Σιμονέτα Κατάνο[1] γλιστρά σαν άνεμος μες στα δωμάτια του παλιού παλάτσο. Έχει τα μαλλιά της λυτά, στο πρόσωπό της ανάγλυφη η αγωνία. Έχει τους ώμους της γυμνούς, αν μπορούσε ο Μποτιτσέλι να την δει ετούτη τη στιγμή, είμαι βέβαιος πως θα τη ζωγράφιζε. Κάτι πρόχειρο, μα να σώζει λέει την ομορφιά της μες στους αιώνες.

 Οι ευνούχοι και οι γραμματείς στέκουν και υποκλίνονται, εκείνη περνά κρατώντας ψηλά το φουστάνι της. Όλα διαθέτουν μια δαμασκηνιά απόχρωση. Στο φόντο της σκηνής ανοίγουν ξαφνικά δωμάτια, προβάλλονται μορφές της τέχνης, όλα μες σε μια στιγμή, δίχως να μπορεί κανείς να σταθεί βέβαιος εμπρός σε εκείνο που είδε. Ποιος είδε την Σιμονέτα και δεν την αγάπησε, τόση ήταν η ομορφιά της. Μα σήμερα πέφτανε οι τίτλοι του τέλους και εκείνη η παράνομη, η ριψοκίνδυνη ιστορία ολοκληρωνόταν. Της μήνυσαν πως τη γυρεύει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η Σιμονέτα»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Para la Salud

Έργο ελαφρότατης ειρωνείας
και
αχνού χαμόγελου

σωτερικό μεγάρου. Τεράστια έδρανα, πελώριες πόρτες από χοντρό ξύλο. Ένα διαρκές μουρμουρητό πλανάται στον αέρα. Πανομοιότυπες φιγούρες, μαύρες μολυβιές στην απεραντοσύνη των αιθουσών. Ένας ψηφιακός πίνακας μετράει προοδευτικά, φθάνει ως το νούμερο ενενήντα εννέα, έπειτα ξαναρχίζει. Το φως πέφτει στο εσωτερικό από δυο μεγάλους γυάλινους φεγγίτες με εγκλωβισμένα πουλιά. Ο κύριος Χοπ τρέχει με τα σκαρπίνια του να χτυπούν στα μάρμαρα. Τακ τοκ, όλο και πιο γρήγορα. Έχει ραντεβού με τον κύριο Φίλιπ, νεαρό μα υποσχόμενο δικηγόρο, ο χρόνος θα δείξει πολλά ή λίγα. Ο κύριος Χοπ, σταματάει εμπρός στην αίθουσα. Συμβουλεύεται μια λίστα πάνω στο κλειστό φύλλο της ξύλινης θύρας.)  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Para la Salud»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το σκάρτο πράγμα

Εργάκι με γλαροπούλια
πλαστικές καρδιές
και απομεινάρια ημερών

κουπιδότοπος, κάπου μακριά από την πόλη. Στον ορίζοντα, στο βάθος της σκηνής, διαδοχικοί λόφοι σκουπιδιών, ρόδινα δειλινά και γλαροπούλια. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για ένα μέρος ειδυλλιακό και ας πρόκειται για τους τόπους  όπου αποθέτουμε τ’απομεινάρια της ζωής μας. Δυο τύποι, όχι πάνω από τριάντα χρονών, στέκουν με την πλάτη ακουμπισμένη σε ένα σορό σακιά. Είναι ξέχειλα από ένα ακαθόριστο υλικό και τους βολεύουν μια χαρά. Στη μια πλευρά, ένας τεράστιο φορτίο από μαζεμένες, πλαστικές καρδιές. Όσα αφήνουν πίσω τους οι μέρες, θα πει κάποιος. Οι δυο τύποι μοιάζουν κατάκοποι, γύρω τους έχουν διάφορα σκουπιδόχαρτα, κάθε τόσο ρίχνουν μερικά στον τενεκέ δίπλα τους. Στραπατσαρισμένος και αυτός όπως όλα τριγύρω, κάτι σαν το τοπίο σε κάποια από την αθησαύριστες φωτογραφίες της Ρώμης του 1960. “Εκεί που τελειώνει η ανθρωπιά” θα μπορούσε να λέγεται ολόκληρο αυτό το το σαγηνευτικό κατά τα άλλα τοπίο. Τα ονόματά τους ας πούμε πως είναι Τζιοβάνι και Άλεξ.)  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το σκάρτο πράγμα»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ντριν!

Εργάκι με θέμα του την επικαιρότητα
και
έναν επίμονο χτύπο τηλεφώνου
που εντείνει την αγωνία,
τι αγωνία δηλαδή;
Τίποτις!

κηνικό παλαιοπωλείου. Αμέτρητα πράγματα βαλμένα σε απέραντες βιβλιοθήκες, όλων των λογιών τα τεντζερέδια, γκλίτσες, ειδή αγροτικά και άλλα πολύ φολκλόρ. Θα τρώγανε όλες τις σκηνικές οδηγίες αν τ’αράδιαζα αναλυτικώς, όχι στ’αλήθεια, μα στην έκταση του χρόνου που ‘ναι το στοίχημα, που’ναι το στοίχημα. Τρεις άνδρες ντυμένοι με κατάμαυρα κοστούμια, μοιράζονται τη σκόνη του μαγαζιού. Στέκουν στεφανωμένοι από τα ράφια που σας είπα και μοιάζουν με τους σοφούς της αιωνιότητας, έτσι που στηρίζουν μια προτομή, μια εκδοχή τους. Κάτι σοβαρό συζητούν και στο τραπεζάκι εμπρός τους σωθήκανε οι μεζέδες. Ένας έχει βγάλει τα δαχτυλίδια του και τα έχει αφήσει εκεί απάνω, άγνωστο σε τι παιχνίδι τα’χει ποντάρει. Μια λάμπα χαμηλωμένη σκεπάζει τις ντροπές τους. Όσο για τα ονόματά τους, ας πούμε πως πρόκειται για τους κυρίους κυρίους Αντωνάκη, τον κύριο Κώστα και τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, τον επονομαζόμενο και Γιασεμάκη.) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ντριν!»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Πουλ, Πουλ

Εργάκι με κανόνες συμπεριφοράς
σε γιορτινό τραπέζι

κηνικό διαλυμένου τραπεζιού. Ποτήρια αναποδογυρισμένα, σπασμένα πιάτα, μια ριγμένη μποτίλια με κρασί, τσαλακωμένα τραπεζομάντιλα και οι καρέκλες αφημένες στη θέση τους, σαν να ‘χε συμβεί κάτι τρομερό που ανάγκασε τους καλεσμένους να σκορπίσουν ξαφνικά. Στη μια άκρη του τραπεζιού, στέκει ένας τύπος, μάλλον αστυνομικός. Ρεπούμπλικα χαμηλωμένη στο ύψος των ματιών, καμπαρντίνα με όρθιο το γιακά, γραβάτα κάπως λυμένη, γένια τριών και βάλε ημερών. Κάποιος τρέχει, κρατά ένα φωτιστικό σαν αυτό που χρησιμοποιούν στις ανακρίσεις και που σήμερα διαμορφώνει ένα γραφικό, σχεδόν κλασικό σκηνικό. Ο τύπος που εισβάλλει στη σκηνή ανάβει τα φώτα, ο μάλλον αστυνόμος σαλεύει, κοιτάζει ποιος μπήκε στη σάλα, του κάνει νόημα να πλησιάσει. Ο τύπος αφήνει τη λάμπα στο τραπέζι, ψάχνει την πρίζα, η λάμπα ανάβει, ο αστυνόμος χειροκροτεί και μονολογώντας, “έτσι μπράβο!”.) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Πουλ, Πουλ»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Δονεπεζίλη*

Screenshot

Θεατρικό έργο
ή
περισσότερο ένας μονόλογος

πομακρυσμένο χωριό κάπου στις ελληνικές εξοχές. Τα έχετε δει, στέκουν σκαρφαλωμένα στις πλαγιές και τα τρώει ο χρόνος. Το σπίτι χαμηλό, εξαίσιο δείγμα κυβισμού και βάλε, τι να σας λέω. Συμπληρώματα ασβεστωμένα, στερεωμένα καλά. Κατακόκκινη η σκεπή του, κάποιος το φεγγάρι έχει σκοτώσει, αλλιώς τέτοια χρώματα δεν χτίζονται. Ο ηλικιωμένος στη σάλα και τώρα περνούμε στη σκηνογραφία του έργου. Το τζάκι στην άκρη, ένα κρεβάτι με ατημέλητα τα σκεπάσματα, ένας καναπές κάπως παλιομοδίτικος με γυρίσματα στις άκρες και βαριοί. Μια βιτρίνα στην απέναντι γωνιά, δυο συμμετρικά παράθυρα και η τηλεόραση που δεσπόζει. Πόρτες σαθρές, πίσω από τον ηθοποιό το καντήλι που καίει λίγο φως να μας περάσουν τα σκοτάδια, τώρα και χθες και πάντα. Κάποτε λογάριαζα πως με αυτά τα φωσάκια οι άνθρωποι λένε τις πίκρες τους, τώρα πια είμαι σίγουρος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Δονεπεζίλη*»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έι, Άι

Εργάκι κάτω από
τεχνητό φωτισμό

κηνικό λαμπερού πολυκαταστήματος. Μια ατέλειωτη φάλαγγα από τηλεοράσεις με πλήθος συνωστισμένο τριγύρω σαν τις μορφές του Βακαλόπουλου. Ο δικός του ορίζοντας χάθηκε και πάει μα η σκηνή μας κάνει, μας κάνει. Βραστήρες, ιονιστές, ραδιόφωνα, στεγνωτήρια, πύργοι ηλεκτρονικών υπολογιστών δίχως βασίλισσα καμιά, λαμπτήρες αργής φθοράς, καφετιέρες, Θεέ μου πόσες καφετιέρες. Και στο βάθος το θαυμαστό της εποχής μας. Συσκευές τεχνητής νοημοσύνης, μικρές πλατφόρμες για να εγκατασταθούν στα σπίτια του ‘ 72 και να κάνουν τούτα τα παλιομοδίτικα έπιπλα να μοιάσουν λίγο ομορφότερα. Ο κύριος  Αλεξάνδρου είναι κάποιας ηλικίας, λιγνός και ψηλός και μάλλον δείχνει νεαρότερος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έι, Άι»