Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Πουλ, Πουλ

Εργάκι με κανόνες συμπεριφοράς
σε γιορτινό τραπέζι

κηνικό διαλυμένου τραπεζιού. Ποτήρια αναποδογυρισμένα, σπασμένα πιάτα, μια ριγμένη μποτίλια με κρασί, τσαλακωμένα τραπεζομάντιλα και οι καρέκλες αφημένες στη θέση τους, σαν να ‘χε συμβεί κάτι τρομερό που ανάγκασε τους καλεσμένους να σκορπίσουν ξαφνικά. Στη μια άκρη του τραπεζιού, στέκει ένας τύπος, μάλλον αστυνομικός. Ρεπούμπλικα χαμηλωμένη στο ύψος των ματιών, καμπαρντίνα με όρθιο το γιακά, γραβάτα κάπως λυμένη, γένια τριών και βάλε ημερών. Κάποιος τρέχει, κρατά ένα φωτιστικό σαν αυτό που χρησιμοποιούν στις ανακρίσεις και που σήμερα διαμορφώνει ένα γραφικό, σχεδόν κλασικό σκηνικό. Ο τύπος που εισβάλλει στη σκηνή ανάβει τα φώτα, ο μάλλον αστυνόμος σαλεύει, κοιτάζει ποιος μπήκε στη σάλα, του κάνει νόημα να πλησιάσει. Ο τύπος αφήνει τη λάμπα στο τραπέζι, ψάχνει την πρίζα, η λάμπα ανάβει, ο αστυνόμος χειροκροτεί και μονολογώντας, “έτσι μπράβο!”.) Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Πουλ, Πουλ»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Δονεπεζίλη*

Screenshot

Θεατρικό έργο
ή
περισσότερο ένας μονόλογος

πομακρυσμένο χωριό κάπου στις ελληνικές εξοχές. Τα έχετε δει, στέκουν σκαρφαλωμένα στις πλαγιές και τα τρώει ο χρόνος. Το σπίτι χαμηλό, εξαίσιο δείγμα κυβισμού και βάλε, τι να σας λέω. Συμπληρώματα ασβεστωμένα, στερεωμένα καλά. Κατακόκκινη η σκεπή του, κάποιος το φεγγάρι έχει σκοτώσει, αλλιώς τέτοια χρώματα δεν χτίζονται. Ο ηλικιωμένος στη σάλα και τώρα περνούμε στη σκηνογραφία του έργου. Το τζάκι στην άκρη, ένα κρεβάτι με ατημέλητα τα σκεπάσματα, ένας καναπές κάπως παλιομοδίτικος με γυρίσματα στις άκρες και βαριοί. Μια βιτρίνα στην απέναντι γωνιά, δυο συμμετρικά παράθυρα και η τηλεόραση που δεσπόζει. Πόρτες σαθρές, πίσω από τον ηθοποιό το καντήλι που καίει λίγο φως να μας περάσουν τα σκοτάδια, τώρα και χθες και πάντα. Κάποτε λογάριαζα πως με αυτά τα φωσάκια οι άνθρωποι λένε τις πίκρες τους, τώρα πια είμαι σίγουρος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Δονεπεζίλη*»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έι, Άι

Εργάκι κάτω από
τεχνητό φωτισμό

κηνικό λαμπερού πολυκαταστήματος. Μια ατέλειωτη φάλαγγα από τηλεοράσεις με πλήθος συνωστισμένο τριγύρω σαν τις μορφές του Βακαλόπουλου. Ο δικός του ορίζοντας χάθηκε και πάει μα η σκηνή μας κάνει, μας κάνει. Βραστήρες, ιονιστές, ραδιόφωνα, στεγνωτήρια, πύργοι ηλεκτρονικών υπολογιστών δίχως βασίλισσα καμιά, λαμπτήρες αργής φθοράς, καφετιέρες, Θεέ μου πόσες καφετιέρες. Και στο βάθος το θαυμαστό της εποχής μας. Συσκευές τεχνητής νοημοσύνης, μικρές πλατφόρμες για να εγκατασταθούν στα σπίτια του ‘ 72 και να κάνουν τούτα τα παλιομοδίτικα έπιπλα να μοιάσουν λίγο ομορφότερα. Ο κύριος  Αλεξάνδρου είναι κάποιας ηλικίας, λιγνός και ψηλός και μάλλον δείχνει νεαρότερος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έι, Άι»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στο περίπτερο ξέρουν

Έργο των καιρών
που έκπτωτοι
κηρύχθηκαν

κηνικό λιτού μα περικλεούς μεγάρου, κάπου στα πέριξ της πόλεως, κανείς δεν θυμάται πια ακριβείς διευθύνσεις και τα ρέστα. Στην είσοδο χαγιάτι ανήλιαγο και ο φύλακας, ένας γέρος με περιβολή στρατιωτική ενός άλλου καιρού. Κοιμάται και ονειρεύεται πως ήταν λέει η Βάρκιζα ψέμα. Το προαύλιο διαθέτει ακριβά, τι ακριβά δηλαδή πανάκριβα τροχοφόρα και ένα δυο δεντράκια, έτσι για την πόζα και τον ίσκιο όταν καταφτάνουν οι άνθρωποι του τύπου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Στο περίπτερο ξέρουν»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η αποφοίτηση

εργάκι με το χαρακτηριστικό της υπερβολής
και της μεγέθυνσης σε ορισμένα σκηνικά μέσα,
σε ρούχα και φερσίματα

οπικό θέατρο μικρής πόλεως. Σε λίγο αρχίζουν οι θερινές διακοπές, τα παιδιά εκτελούν ασκήσεις, γράφουν ποιήματα, λένε τραγουδάκια, ανόητα μα όσα διαθέτουν ξεχωριστές φωνές, χειροκροτούνται από τους μεταλλωρύχους που νιώθουν κάπως άνθρωποι και αυτοί. Η αίθουσα διαθέτει ξύλινη επένδυση, η σκηνή στέκει υπερυψωμένη, μερικά παιδιά κάνουν κάποιες ασκήσεις, υποκλίνονται και παίρνουν το βραβείο τους ή μια ευχή για το καλοκαίρι αν δεν τα κατάφεραν τελικά. Τα παιδιά τρέχουν στην αγκαλιά των γονιών τους, στις πρώτες σειρές κάθονται τα πιο αξιοσέβαστα μέλη της τοπικής κοινωνίας. Ο έμπορος, ο δήμαρχος, ο ιατρός, ο αστυνόμος και ο κομματάρχης. Τελευταίος στη σειρά βγαίνει ο Μάριο, ένα παιδί δεκαέξι χρονών. Από κάτω ψίθυροι, μα στην γαλαρία ένα καρβουνιασμένο πρόσωπο λάμπει από ευτυχία. Είναι η μητέρα του Μάριο, κανείς άλλος δεν ζει. Κλαίει και κάθε τόσο πασαλείβει το πρόσωπό της με τον άνθρακα, της ζωής τον μόνο και πιο πιστό σύντροφο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η αποφοίτηση»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έρως, ο ξιφήρης

Σκηνή από ένα έργο

Mπαρόκ σκηνικό παλιάς πόλεως με περίτεχνες προσόψεις. Έμποροι, μικροϋπάλληλοι, εργάτες του δήμου, πωλητές αφεψημάτων, διαφημιστές ιατρικών σκευασμάτων με κάποιον ταλαίπωρο για μοντέλο να συμμετέχει στην επιχείρηση, με αντάλλαγμα λίγο ρούμι ή ένα πιάτο φαί. Κανείς δεν μπορεί να τα’χει όλα. Στο βάθος της σκηνής τα τραπεζάκια της πλατείας, ένα δυο γεμάτα. Στο κεντρικό οι ηθοποιοί ντυμένοι με καλοκαιρινή πουκαμίσα, ακίνητοι, σαν παρατημένες μαριονέτες. Ένας νέος εισβάλλει στη σκηνή,τα ρούχα του σκισμένα, στους τρόπους και το φέρσιμό του μια τρομερή αβεβαιότητα. Δεν ξέρει πού πηγαίνει, πλησιάζει εκείνους τους δυο.

Νέος: Ξέρετε, ξέρετε (κομπιάζει) που βρίσκεται η συνοικία που λέει το χαρτί; Είμαι φοιτητής και σε αυτό το κομμάτι της πόλης δεν έχω ξαναβρεθεί.

Άνδρας Α, Τζόζεφ: Καλημέρα νεαρέ. Φοιτητής, είπατε; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έρως, ο ξιφήρης»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: 117 τ.μ.

Εργάκι με θέμα του
τη μνήμη

ο σπίτι αδειανό, κάτι έπιπλα που ‘χουν μείνει φαντάζουν σκόρπιες χαρακιές πάνω στους καμβάδες. Κάτι κρυστάλλινα ποτήρια σε μια άκρη και η σκόνη επάνω στα πράγματα που έζησαν και αυτά μια κάποια ζωή. Μερικοί επισκέπτες κοιτάζουν το εσωτερικό, άλλος στο σαλόνι, άλλος στο μπάνιο, κάποιοι κάνουν σχέδια στην κρεβατοκάμαρα με το μπαλκονάκι το μικρό, σήμα κατατεθέν, ένα από τα πολλά δηλαδή, της Αθήνας που γερνάει. Ένας ρωτά κάτι για το έτος της ανακαίνισης, όλες οι ημερομηνίες πάει καιρός που τρεμοπαίζουν τώρα. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, γκρίζο σαν σε φωτογραφία πολυκαιρισμένη μπαίνει σιγανά από την είσοδο. Κανείς δεν τους προσέχει, στο χολ σταματούν και ακουμπάνε τα πράγματα. Ο μεσίτης πλησιάζει. Τους χαμογελάει και αραδιάζει τα τυπικά για το σπίτι.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: 117 τ.μ.»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μεκόνγκ Ρίβερ

με τα μέσα του φωτός

ύλινη προβλήτα χαμένη μες στην ομίχλη. Αχνοφαίνεται το φανάρι για τα πλοία που εισέρχονται και πιο φανερά στη σκηνή, ένας φανοστάτης με ιαμβικά τεχνάσματα και το αδύναμο φως του. Κάθε τόσο ακούγονται τα μεγάλα πλοία που κορνάρουν, θαρρείς και κανείς δεν προσέχει πως λείπουν πια από το πόστο τους. Ένας νεαρός στέκεται εκεί στην άκρη. Η αγωνία του είναι φανερή. Τριγύρω και άλλοι, σκιές ακροβολισμένες, ψυχές σε άτακτη υποχώρηση. Για ευκολία θα λέγονται σκιές, ένα, δύο και τα λοιπά. Μόνον ο νέος θα έχει ένα όνομα, ας πούμε Τζόζι. Τον φωνάζουν Τζόζι και ίσως μας φανερώσει παρακάτω τι περιμένει μες στην θολή νυχτιά. Λοιπόν, Τζόζι;)

 Τζόζι: (μονάχος του, οι άλλοι μένουν κρυμμένοι, μόνο υποψίες τους έχει, επειδή πηγαίνει κάθε νύχτα) Είναι ώρα. Πάντα, τέτοια ώρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μεκόνγκ Ρίβερ»